
Ο Δημήτρης Κασλάς από το Πουρί της Ζαγοράς θα πάρει το βάπτισμα του πυρός στο μικρασιατικό μέτωπο (1920-22), θα πολεμήσει ηρωικά στα βουνά της Αλβανίας το 1940-41 και θα ολοκληρώσει τη στρατιωτική του προσφορά στην Εθνική Αντίσταση κατά των κατακτητών 1941-44, πολεμώντας από τις τάξεις του ΕΛΑΣ.
Σημειώνει στο χειρόγραφο ημερολόγιό του:
«Έτος 1920. Την 24ην Ιουνίου 1920 κατετάγην ως κληρωτός εις τα έμπεδα της Ι Μεραρχίας εις Λάρισαν και εις τον 5ον Λόχον. Κατά την περίοδον αυτήν ο Ελλ.Στρατός είχεν αποβιβασθή εις Σμύρνην... ο Στρατός μας ευρίσκετο εις τα πρώθυρα της Κωνσταντινουπόλεως εντός της πόλης ευρίσκετο και το θωρηκτόν «Αβέρωφ».
Η εποχή αυτή ήτο μία περίοδος ενθουσιασμού και όταν κατετάγημεν το όνειρόν μας ήτο όσο το δυνατόν γρηγορότερα να βρεθούμαι εις την Μ.Ασία ιδίως εις την Σμύρνην.… και μίαν πρωίαν διά του τραίνου Λαρίσης – Βόλου μετεφέρθημεν εις Βόλον…. Την άλλην ημέρα κατά τας 10 η ώρα ευρισκόμεθα εις Σμύρνην και απεβιβάσθημεν εις το Σταθμόν Πούντας».
Στη Μικρά Ασια ο Δημ. Κασλάς φοίτησε στον Ουλαμό (ειδικός σχηματισμός πεζικού) Εφέδρων Αξιωματικών που οργανώθηκε στο Αφιόν Καραχισάρ. «Επί συνόλου 1.200 που δώσαν εξετάσεις επέτυχαν 225. Εγώ είχα σειρά επιτυχίας 97.Η εκπαίδευσίς μας εντατική όλοι σχεδόν οι φοιτούντες ήσαν υπαξιωματικοί οι οποίοι είχαν πολεμική δράσι εγώ είχα το βαθμό του Δεκανέως...
Την 13 Αυγ. 1922 από τα χαράματα ήρχισε η μεγάλη Τουρκική επίθεσις… οι Τούρκοι επετίθεντο εις ολόκληρον το μέτωπον από Εσκή Σεχήρ μέχρι Ορτάντζης και από την μεσημβρίαν διετάχθη η εκκένωσις του Αφιόν.
Τελευταίο τμήμα την νύκτα της 14ης εγκατέλειψε την πόλιν ο Ουλαμός μας αφού βάλαμε φωτιά εις τους Σιδηρ. Σταθμούς, Αποθήκας και το κτίριο της Σχολής…
Η 17η Αυγούστου μας βρήκε μέσα εις την περιβόητον χαράδρα του Αλή Βεράν είχε συρεύσει εκεί ο Στρατός των δύο Σωμάτων Στρατού άλλος εν διαλύσει και άλλος συντεταγμένος περίπου 60 πυροβόλα και πολλοί Αρμένιδες εκεί πλέον μας έκλεισαν οι Τούρκοι τας προς Νότον κατευθύνσεις.
Καθ’ όλην τηνημέραν αγωνίζονται τα τμήματά μας να ανοίξουν δρόμο αλλά δεν το εκατορθώσανε οι Τούρκοι εμποδίζουν με ελλιγμούς επικινδύνους… όταν φθάσαμε κάτω εις την κοιλάδα ευρέθημεν κυκλωμένοι από Τούρκους ιππείς… έτσι ευρέθημεν χωρίς να το καταλάβουμε αιχμάλωτοι.
Ως Αιχμάλωτοι οδηγήθημεν εις Μεκνάζ όπου είχαν συγκεντρωθή αρκεταί χιλιάδες αιχμάλωτοι Αξ/κοί και στρατιώται και από εκεί με 2 ημερών πορεία μας έφεραν πάλιν εις το Αφιόν Καραχισάρ όπου εκάπνιζαν ακόμη τα ερείπια από τις φωτιές που βάλαμε, το σχολείο δεν υπήρχε πλέον.
Είχαν συγκεντρωθεί οι πολίτες οι Τούρκοι με τα γιορτινά τους δεξιά και αριστερά του δρόμου που θα περνούσαμε ρίχναν πέτρες και φώναζαν «κες» δηλαδή σφάξιμο με πολύν κόπο οδηγήθημεν εις το Διοικητήριο που ήτο πρώτα το Α΄Σ. Στρατού είχεν μια ψιλή μάνδρα μας έκλεισαν μέσα και απ’έξω είχαν συγκεντρωθή πολίτες και φώναζαν «κες»…
Πόσο κράτησε η πορεία δεν θυμούμαι καθ’οδόν μας δίδουν από ένα ψωμάκι περίπου μισής οκάς την ημέρα.
Μείναμε λίγες μέρες εκεί μας κάμαν και συσσίτιο πληγούρι είχαμε πολύ εξαντληθή και τραυματισθή στα πόδια γιατί οι περισσότεροι ήσαν ξυπόλητοι και να περπατάς μέσα στα αγκάθια και χαλίκια. Εγώ κρατούσα καλά τους πάτους από τις αρβήλες γιατί το επάνω μέρος το έκοψα για να μη μας το πάρουν οι Τούρκοι γιατί οι Τούρκοι Στρατιώτες φορούσαν τσαρούχια και με διάφορες στολές.
Στο Μπελήκ-Αχούρ δεν υπήρχε κανένα σπήτι όρθιο ούτε ο Σ. Σταθμός μας βάλαν και κάναμαι καλύβες με χόρτα και καλάμια το κρύο το κρατούσε αλλά τη βροχή δεν βαστούσαν. Και τες καλύβες αυτές τις περιφράξαμε συρματόπλεγμα κατόπιν άρχισε η κατασκευή της γραμμής δηλαδή φέρναν τα τραίνα τα σίδερα δεν ήταν ολόκληρα και τα κουβαλούσαμε ή τα σέρναμε άλλοι βιδώναν τα σίδερα ήσαν και μερικοί τεχνικοί Τούρκοι εγώ τις περισσότερες φορές βίδωνα είχα ένα κλειδί και βίδωνα τα σίδερα βάλαμε από μία βίδα γιατί δεν είχανε θέλαν με κάθε τρόπο να ενωθή η γραμμή της Άγκυρας με το Εσκή-Σεχήρ διότι από εκεί κατόπιν υπήρχε γραμμή έτοιμος και προς Κωνσταντινούπολιν και προς Σμύρνην, όταν επροχώρησεν η κατασκευή μακριά από τις καλύβες μας αλλάζαμε καταυλισμό σε άλλον Σταθμό, δεν ενθυμούμαι το όνομα και έτος νομίζω πως μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου φθάσαμε στο Εσκή-Σεχήρ. η γραμμή είχεν γίνει.
Πέρασε το πρώτο τραίνο αλλά εβασανίσθησαν πολύ οι αιχμάλωτοι ιδίως από την έλλειψιν υποδήσεως επροσπαθούσε ο κάθε ένας να τυλίγη τα πόδια του είτε με κουρέλια είτε με τσουβάλια. Είχαμε ένα ζευγάρι τσαρούχια αλλά τα φορούσαμε όταν δεν ήταν καλός ο δρόμος και κρυφά να μη βλέπουν ότι έχουμε υπόδησι γιατί όποιος είχε καλή υπόδησι τους βγάλαν και τους στέλναν αγγαρείες.
Αρχάς του έτους 1923 μας βρίσκει στο Εσκή-Σεχήρ μας είχαν σε ένα οίκημα διόροφο με πολλά δωμάτια. Από τον Δεκέμβριο είχε χιονίσει κρύο πολύ και χιόνι και έπρεπε κάθε πρωί να βγούμε όλοι στη γραμμή μέσα στο χιόνι για να κάμουν προσκλητήριο… μέσα στο χιόνι δεν έπρεπε να φορούμε τα τσαρούχια γιατί τους διάλεγαν και τους στέλναν αγγαρεία όταν ήταν με υπόδησι έτσι βγαίναμε ξυπόλυτοι αλλά επειδή στεκόμεθα σχεδόν μισή ώρα μέσα στο χιόνι είχει ο κάθε ένας ένα κουρέλι και το έβαζε κάτω και πατούσε επάνω.
Από φαγητό το πρωΐ ήτο αλεύρι σούπα με λίγο σπορέλαιο την λέγαν «αλεμάν τσορβασί» Γερμανική σούπα το μεσημέρι ένα ψωμάκι περί τα 150 δράμια μόνον πότε πότε λίγες ελιές και το βράδυ σιτάρι μπλογούρι μαγερεμένο και μιά φορά την εβδομάδα βάζαν και κανένα κόκκαλο από βουβάλια. Αυτό ήτο το φαγητό καθ΄όλην τη διάρκεια της αιχμαλωσίας άλλο φαγητό δεν έφαγα επί 6 περίπου μήνες.
Στα μέσα Μαρτίου του 1923 αρχίζουν οι διαδικασίες για την ανταλλαγή των αιχμαλώτων. Κατά την περίοδον αυτήν ενώ ευρέθην στην Σμύρνη αντελήφθην ότι δεν μπορούσα να δω τη νύκτα το φως μόλις το διέκρινα και με κρατούσαν διά να βαδίσω την νύκτα είχα πάθει αβιταμίνωση. Την ημέρα δεν είχα τίποτα…
Την επαύριο το πρωί οδηγήθημεν εις Σμύρνη εις τον προβλήτα της Πούντας εκεί όπου είχα άλλοτε αποβιβαστή. Καθ’ οδόν είδαμε το θέαμα της καμένης Σμύρνης όλη η παραλία και τα μεγάλα κτίρια είχαν καταστραφή μόνον μαύροι τοίχοι υπήρχαν και κίνησι καμία.
Την 7ην Απριλίου 1923 τη μεγάλη Πέμπτη το βράδυ μας αποβιβάζουν εις τον Πειραιά… και το πρωί πήραμε το τραίνο διά Λάρισαν - Βόλον έφθασα την Μεγ. Παρασκευή και το Μέγ. Σάββατο 9η Απριλίου 1923 έφθασα στο Πουρί.
Είχαν μάθει εν τω μεταξύ από τας εφημερίδας που είχαν δημοσιεύσει τα ονόματα ότι είχα έλθει και εγώ. Την πρώτη βραδιά δεν έβλεπα καθόλου την νύκτα και η λάμπα ήτο δίπλα μου ούτε το πιάτο με το φαγητό. μετά από δύοημέρες συνήλθον και έβλεπα καλά».







































