H Ελληνική θαλάσσια αλιεία

Τρί, 01/03/2022 - 11:17

Κάποιες συμπτώσεις μου «επέβαλαν» να ασχοληθώ με την αλιεία διότι πράγματι την έχω παραμελήσει. Λοιπόν, μπαίνοντας στην Τράπεζα Πειραιώς, βλέπω μπροστά μου σε κάποιο ράφι ένα περιοδικό που κατά καιρούς εκδίδει η Τράπεζα με τίτλο «ΕΠΙ ΓΗΣ» (τεύχος 17, καλοκαίρι 2020).

Σήμερα ευρισκόμεθα στις αρχές Ιανουαρίου 2022 και ο εορτάζων γιος μου Γιάννης μου κάνει το τραπέζι στην παραλία του Φλοίσβου, με… καλοκαιρινές προδιαγραφές (σαν να είναι καλοκαίρι). Το λιμανάκι είναι γεμάτο από πολυτελέστατα γιωτ (δεν έχει ψαρόβαρκες), αλλά όπως και να είναι μου θύμισε το λιμανάκι της Δασκαλόπετρας (Ομηρούπολη-Χίος) όπου πέρασα τα παιδικά και τα νεανικά μου χρόνια.

Πέρα από το κείμενο του περιοδικό της Τραπέζης Πειραιώς, κρατάω στα χέρια μου κι ένα ωραίο κείμενο της ΕΣΤΙΑΣ, την οποία διαβάζω καθημερινώς, το οποίο έχει τίτλο: «Μία πλούσια σελίς από την ιστορία της Ελληνικής Ναυτιλίας», με το οποίο όμως θα ασχοληθούμε αργότερα!...

Να σημειωθεί εδώ ότι το περιοδικό της Τραπέζης διανέμεται δωρεάν, το δε κείμενο το υπογράφει ο Δρ. Μάνος Κουτράκης, Διευθυντής Ερευνών, Ινστιτούτο Αλιευτικής Έρευνας, ΕΛΓΟ-Δήμητρα, Επιστημονικός Υπεύθυνος Εθνικού Προγράμματος Αλιευτικών Δεδομένων. Εγώ, σε ορισμένα σημεία του κειμένου μου, απλώς αντιγράφω από την ωραία έρευνα του κ. Κουτράκη!... Ξεκινάμε λοιπόν αντιγράφοντας:

«Ο Ελληνικός Στόλος Θαλάσσιας Αλιείας αποτελείται από τη Μικρή Παράκτια Αλιεία με σκάφη μικρότερα από 12 μ., που αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα του στόλου με 13.545 σκάφη (96,5%), και τη Μέση Αλιεία με 485 σκάφη (3,5%). Στην Παράκτια Αλιεία, για την αλιεία του τόνου και του ξιφία δίνονται ειδικές άδειες, σύμφωνα με τα ανώτατα όρια της χώρας, ενώ ειδικές άδειες δίνονται και σε άλλα εργαλεία, όπως η βιντζότρατα. Η Μέση Αλιεία χωρίζεται σε δύο κατηγορίες, την αλιεία με Τράτα Βυθού (Μηχανότρατες) με 246 σκάφη, ένα μη επιλεκτικό, συρόμενο στο βυθό εργαλείο, και την Πελαγική Αλιεία (Γριγρί), ένα κυκλικό εργαλείο που αλιεύει μικρά πελαγικά είδη, όπως ο Γαύρος και η Σαρδέλα, με 239 σκάφη (στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ 2018).

Ο στόλος της Μικρής Παράκτιας Αλιείας είναι ο μεγαλύτερος αριθμητικά στην Ε.Ε. και περιλαμβάνει μεγάλη πολυπλοκότητα εργαλείων και τεχνικών που έχουν τις ρίζες τους στα αρχαία χρόνια. Καταγραφή που έγινε από το INΑΛΕ πανελλαδικά στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος αναγνώρισε 17 είδη εργαλείων και 36 αλιευτικές δραστηριότητες/τεχνικές. Συνοπτικά ξεχωρίζουμε 4 βασικές κατηγορίες αλιευτικών μεθόδων, όλες στατικές, τα δίχτυα, (απλάδια και μονωμένα), τα παραγάδια, τις παγίδες κάθε τύπου και τις κάθε είδους συρτές. Η αλιεία ασκείται όλο το χρόνο, εκτός από 2-3 χειμερινούς μήνες, που πολλά σκάφη σταματούν λόγω των μειωμένων αλιευμάτων και της κακοκαιρίας καθώς και των περιόδων που υπάρχει απαγόρευση αλιείας για κάποια εργαλεία. Στην Παράκτια όμως Αλιεία περιλαμβάνονται και πολλά ανενεργά σκάφη τον περισσότερο χρόνο, καθώς πολλοί δεν μπορούν να επιβιώσουν μόνο από αυτό το επάγγελμα. Περίπου το 25% των μικρών παράκτιων σκαφών, στη Βόρεια Ελλάδα, μήκους έως 6 μέτρα (περίπου 30% παράκτιου στόλου), είναι πρακτικά ανενεργό, ενώ το ποσοστό αυτό πέφτει περίπου στο 15% στα σκάφη μεταξύ 6-12 μέτρων (στοιχεία ΕΛΓΟ-ΙΝΑΛΕ, «Εθνικό Πρόγραμμα Συλλογής Αλιευτικών Δεδομένων»).

Στη Μέση Αλιεία, η Μηχανότρατα σέρνει το δίχτυ, την τράτα βυθού, στον πυθμένα και καθώς σύρεται το εργαλείο τα αλιεύματα περνούν στο σάκο όπου και παγιδεύονται. Η τράτα σύρεται σε βάθη από 50 μέχρι τα 500 μ., σε ομαλούς κυρίως βυθούς με διάρκεια κάθε σύρσης («καλάδας») από μία έως αρκετές ώρες.

Το Γριγρί είναι μια εξέλιξη παρόμοιου εργαλείου που χρησιμοποιούσαν οι Βυζαντινοί, τα «αλιευτικά αγράρια» (από όπου πιθανόν προήλθε και η ονομασία του αγράρια®γριγριά®γριγρί). Τα Γριγρί νύχτας δουλεύουν μόνο με σκοτάδι και στηρίζονται στην ιδιότητα του θετικού φωτοτροπισμού που έχουν ορισμένα είδη πελαγικών ψαριών: Τις ημέρες της πανσελήνου παλιότερα δεν ψάρευαν, γιατί το φως του φεγγαριού εμπόδιζε τη συγκέντρωση των ψαριών στις λάμπες (σήμερα η ισχύς των φωτιστικών είναι μεγάλη και η αλιεία γίνεται και κατά την πανσέληνο. Αφού εντοπιστεί το κοπάδι, με τη βοήθεια των φώτων, συγκεντρώνεται κοντά στην επιφάνεια. Τότε κυκλώνεται, κλείνεται το κάτω μέρος του διχτυού και σχηματίζεται ένας σάκος, από όπου και συλλέγονται τα ψάρια. Τα Γριγρί έχουν και άδεια για Γριγρί ημέρας, δίχτυ με μεγαλύτερο όμως άνοιγμα ματιού που ψαρεύει όπως και το Γριγρί νύχτας, χωρίς τη χρήση φωτιστικών, με σκοπό την αλιεία μεταναστευτικών ειδών όπως οι Παλαμίδες και τα Σκουμπριά.

Σήμερα τα περισσότερα αλιευτικά σκάφη και ειδικά τα μεγαλύτερα έχουν πολλαπλάσιες από το παρελθόν ικανότητες τόσο σε ισχύ μηχανών όσο και σε αλιευτικά εργαλεία, αλλά και τεχνολογικές εξελίξεις όπως τα GPS, τα ραντάρ, τα βυθομετρά ακριβείας κ.ά., που πλέον επιτρέπουν στα αλιευτικά σκάφη να χρησιμοποιήσουν τα εργαλεία τους σε περισσότερες περιοχές, ανεξάρτητα από εμπόδια, και με την ικανότητα να βλέπουν τόσο τα ψάρια όσο και το ανάγλυφο με ακρίβεια, αυξάνοντας την αλιευτική πίεση.

Η συνολική παραγωγή αλιευμάτων της Ελλάδας από την εμπορική αλιεία φτάνει τους 77.000 τόνους περίπου, αξίας 250 εκατ. ευρώ, ποσότητα που συνεχώς μειώνεται τις τελευταίες δεκαετίες. Το 81% από αυτά είναι ψάρια. Σημαντική όμως είναι και η απασχόληση σε αυτούς τους κλάδους με 21.000 άτομα περίπου που απασχολούνται, κυρίως στη Μικρή Παράκτια Αλιεία (στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ2018). Έτσι, η Ελλάδα έχει σήμερα την υψηλότερη αναλογία ψαράδων στην Ε.Ε. με 1% του ενεργού πληθυσμού της, με ιδιαίτερη συμβολή στην Εθνική Απασχόληση κυρίως σε μικρές νησιωτικές περιοχές, όπου συχνά το 30-40% του πληθυσμού απασχολείται στην παράκτια αλιεία.

Η Μικρή Παράκτια Αλιεία συμμετέχει στο συνολικό αλίευμα της χώρας με ποσοστό που φτάνει το 40% της συνολικής αλιευτικής παραγωγής, με 30.000 τόνους περίπου, αξίας 150 εκατ. ευρώ (58%), ενώ η Μέση Αλιεία με το 60% με 47.000 τόνους περίπου (το 1996 ήταν 75.000 τόνοι), αξίας 110 εκατ. ευρώ περίπου (42%). Η μέση ετήσια παραγωγή μιας μηχανότρατας ανέρχεται σε 50-70 τόνους για το διάστημα των 7 μηνών (Οκτώβριο-Μάιο) που ψαρεύει, με μέση ημερήσια απόδοση 400-500 κιλά. Τα είδη που αλιεύονται είναι κυρίως βενθικά (όπως γλώσσες, κεφαλόποδα, καρκινοειδή) ή βενθοπελαγικά (μπακαλιάροι, μπαρμπούνια, κουτσομούρες).

Από αυτή τη συνολική παραγωγή της Μέσης Αλιείας το μεγαλύτερο μέρος (περίπου 70%) προέρχεται από τα Γριγρί, κυρίως από αφρόψαρα, χαμηλής σχετικά εμπορικής αξίας. Η ετήσια παραγωγή ενός Γριγρί ανέρχεται σε 150-350 τόνους, για το διάστημα των 9 μηνών (Μάρτιο-Νοέμβριο) που ψαρεύει, με μέση ημερήσια απόδοση 700-2.700 κιλά. Και τα δύο εργαλεία δουλεύουν και στα διεθνή ύδατα κατά την περίοδο απαγόρευσης της αλιευτικής τους δραστηριότητας στα εθνικά ύδατα.

Το μεγαλύτερο ποσοστό της αλιευτικής παραγωγής προέρχεται από το Βόρειο Αιγαίο (47.300 τόνοι, 62%) με κύρια περιοχή αλίευσης το Θρακικό Πέλαγος, από όπου προέρχονται 21.300 τόνοι (27,9%), και ακολουθεί ο Θερμαϊκός Κόλπος (18.700 τόνοι, 24,5%).

Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι Έλληνες ψαράδες της Μέσης Αλιείας είναι σε μειονεκτική θέση σε σχέση με ψαράδες άλλων χωρών, αφού ο αποκλειστικός χώρος αλιείας που διαθέτουν είναι μόνο τα 6 ναυτικά μίλια, όσα και τα εθνικά ύδατα της χώρας, που δεν διαθέτει ΑΟΖ. Πέρα από αυτά, στα διεθνή ύδατα ανταγωνίζονται σκάφη άλλων χωρών «κυνηγώντας» τα ίδια ψάρια και για το λόγο αυτό συχνά υπάρχουν διαμάχες με ξένα σκάφη. Διαμάχες όμως παρατηρούνται και μεταξύ των Ελλήνων ψαράδων, κυρίως μεταξύ αυτών της Μικρής Παράκτιας Αλιείας και της μηχανότρατας. Τα μικρά σκάφη της Παράκτιας Αλιείας μπορούν να εργαστούν μόνο κοντά στα λιμάνια και τις ακτές, όμως συχνά δέχονται «πιέσεις» από τα μεγαλύτερα σκάφη.

Προκειμένου όμως να συνεχίσει η αλιεία να αποτελεί μια σταθερή, ασφαλή και υγιεινή πηγή τροφίμων, θα πρέπει να είναι βιώσιμη περιβαλλοντικά, βιολογικά και οικονομικά και να επανέλθουν όλα τα ιχθυαποθέματα σε βιώσιμα επίπεδα. Πρέπει βέβαια να είναι βιώσιμη κυρίως για τους ψαράδες, έτσι ώστε να έχουν την αλιεία ως κύρια επαγγελματική δραστηριότητα και να έχουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα, εισπράττοντας την πραγματική αξία της ψαριάς τους. Δυστυχώς όμως οι περισσότεροι ψαράδες, αν και, όπως στην αρχαιότητα, κάνουν ένα από τα πιο δύσκολα επαγγέλματα, ειδικά στην παράκτια αλιεία, είναι από τους χαμηλότερα αμειβόμενους. Αντίθετα, ιδιαίτερα κερδοφόρο, από την αρχαιότητα ακόμη, θεωρούνταν το επάγγελμα του ιχθυεμπόρου και το ίδιο στις περισσότερες περιπτώσεις ισχύει και σήμερα. Η εξυγίανση της εμπορίας των ψαριών εμπορικής αλιείας πρέπει να γίνει προτεραιότητα στη χώρα, ενώ η πώληση ψαριών από τους ψαράδες της Μικρής Παράκτιας Αλιείας, που νόμιμα μπορούν να πωλούν μέσα από το σκάφος, είναι μια λύση που μπορεί να τους βοηθήσει να μείνουν στο επάγγελμα.»

Τελειώνοντας την αντιγραφή, γράφω κάποιες από τις αναμνήσεις μου.

Όλοι οι γνωστοί και φίλοι λοιπόν, γύρω από το πατρικό μου σπίτι στον Βροντάδο της Χίου (Ομηρούπολη ονομάσθηκε πολύ αργότερα), ήταν είτε ψαράδες είτε ναυτικοί σε ποντοπόρα πλοία! Εγώ, παιδί πολυμελούς οικογένειας (είχα 4 αδέλφια), πήγαινα μεν «για πλάκα» και βοηθούσα σε βιντζότρατα (και στο «Δάνειο» και στα «Κλαιράκια»), διότι ο πατέρας μου ήταν Πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού και είχαμε τη σχετική άνεση, άλλοι όμως πείναγαν στην κυριολεξία όταν ο καιρός δεν προσεφέρετο για ψάρεμα. Πέραν από τη βιντζότρατα που δούλεψα, είχα (και έχω ακόμα) σκύρτους (κύρτους=παγίδες) και παραγάδια με τη βαρκούλα μου!... Όλα αυτά όμως θέλουν ταλαιπωρία και κυρίως ξενύχτι!

Οι τράτες (τα σκάφη) της γειτονιάς μου, εκτός από το «επίσημο» όνομα (π.χ. «Άγιος Νικόλαος Λ.Χ. 20», όπου Λ.Χ. = Λιμεναρχείο Χίου) είχαν και τα «τσούκλια», π.χ. «Δάνειο» διότι προφανώς είχε αγοραστεί με δάνειο, ή «Κλαιράκια» το τσούκλι του σκάφους των Αδελφών Παληού, ή «Άμαξα» κλπ. κλπ.

Πρέπει να τονίσω εδώ ότι ΟΥΔΕΠΟΤΕ συνέβη κάτι μεμπτό στη γειτονιά μου και γενικότερα στον τόπο μου. Ούτε εγκλήματα, ούτε ληστείες, ούτε… «σεξουαλική» παρενόχληση(!) κλπ. κλπ. Σήμερα δεν ακούς τίποτε άλλο στις ειδήσεις παρά μόνο τα πιο πάνω, παρά το γεγονός ότι ο κόσμος σήμερα είναι πιο χορτάτος από τότε!...

Κλείνοντας, να μου επιτρέψετε να αφιερώσω το κείμενό μου στους πτωχούς μεν, τίμιους δε βιοπαλαιστές γείτονές μου: το «Παντελό», το «Γιωργό», τον «Μιαούλη», τους Ζαννίκους (η μισή γειτονιά ήταν Ζαννίκοι), τα «Κλαιράκια» (Αδελφοί Παληοί), τη «Ρούσα»[1], τον «Παραλή»[2] και άλλους, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν γνωρίζω αν ποτέ φόρεσαν παπούτσια(!), σίγουρα όμως είχαν κάνει λιγότερες αμαρτίες από εμάς τους «αξιοπρεπείς» και μορφωμένους, και βέβαια σήμερα μάλλον ευρίσκονται στον… Παράδεισο!...

Ξέχασα κάτι και… επανορθώνω. Ανάμεσα στις «βιντζότρατες» ήταν και μία που την έλεγαν «Κακιά»! Ρωτώντας, έμαθα από τους παλαιότερους ότι την έλεγαν έτσι διότι σε παλαιότερο ναυάγιό της είχε πνίξει 2-3 άτομα (αργότερα την επισκεύασαν και συνέχισε να εργάζεται)!

Τελειώνοντας το πιο πάνω κείμενο, πήγα να ακούσω ειδήσεις. Εκείνη την ώρα έκανε δηλώσεις (για τον κορωνοϊό) η Υφυπουργός κ. Μίνα Γκάγκα, μια εξαίρετη συνάδελφος, Πνευμονολόγος. Για όσους δεν το γνωρίζουν, «γκάγκα» είναι πλωριό ξύλο (κυρτό στα τρεχαντήρια, ευθύ στους μπότηδες) όπου αρχίζουν (ή τελειώνουν) όλα τα πλευρικά ξύλα που φτιάχνεται το ξύλινο σκάφος. Αυτό το κομμάτι το ξύλο «τρώει» (δέχεται) όλη την τρικυμία και αυτό είναι που σκίζει περήφανα το νερό όταν ταξιδεύει το ξύλινο σκάφος, ανεξαρτήτως αν χρησιμοποιούμε για την κίνησή του τη δύναμη του ανέμου (πανιά), κουπιά ή μηχανή!...

Εύχομαι σε όλους σας (μας) Καλή Χρονιά, Χρόνια Πολλά και Καλά, και στην κ. Γκάγκα ιδιαιτέρως ΚΟΥΡΑΓΙΟ να στέκεται όρθια, διότι είναι ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση.

Στους Αλιείς εύχομαι Καλή Χρονιά και Καλή… Ψαριά.

 

[1]     Δεν γνωρίζω γιατί τον ονόμασαν έτσι, πάντως δεν ήταν… ανώμαλος. Ήταν μονόχειρ, διότι κάποτε ρίχνοντας δυναμίτη (παράνομο ψάρεμα) έχασε το ένα του χέρι.

[2]     Ο «Παραλής», αδελφός της Ρούσας, κάθε άλλο παρά παραλής ήταν.

Άλλες απόψεις: Του Αναστ. Ι. Τριπολίτη