Χριστουγεννιάτικα λόγια στη μνήμη του Παπαδιαμάντη!

Κυρ, 28/12/2025 - 19:39

Με την ευκαιρία των ημέρων θεωρούμε χρέος και μνημόσυνο να κάνουμε μια αναφορά στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ο οποίος μας μεγάλωσε και με τα χριστουγεννιάτικα διηγήματα του: Ο Χριστός στο κάστρο, το Χριστόψωμο, τα Χριστούγεννα  του τεμπέλη, τα Φώτα ολόφωτα κ.ά. Όταν πήγε να παραδώσει ένα από αυτά ο διευθυντής της εφημερίδας «Ακρόπολη», Σταματίου, δεν τον αναγνώρισε νομίζοντας ότι πήγε να πάρει τις 10 δραχμές που έδιναν τότε για τους άπορους. Του έδωσε λοιπόν τα χαρτιά που είχε γραμμένο το διήγημα αλλά ο Σταματίου νομίζοντας ότι ήταν τα πιστοποιητικά απορίας δεν δέχθηκε να τα κοιτάξει καν. Κρατήστε τα, του είπε δεν τα χρειαζόμαστε, και ο Παπαδιαμάντης όλο αξιοπρέπεια αντέτεινε: Αν δεν τα κρατήσετε, εγώ με τι δικαίωμα θα πληρωθώ; Μα τι είναι επιτέλους αυτά; Είπε ο Σταματίου. Τα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα που μου ζητήσατε, απάντησε ο Παπαδιαμάντης. Τα διηγήματα; Ποιος είστε εσείς; Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ... Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, η πέννα έφυγε από τα χέρια μου, όλα εκεί μέσα, εικόνες, καρέκλες, βιβλία, εφημερίδες, σαν να στροβιλίσθηκαν γύρω μου και έκανα ώρα να συνέλθω ομολόγησε ο Σταματίου... Ο Παπαδιαμάντης  ήταν ο λογοτέχνης, ο ποιητής και ο ζωγράφος πού μας έδωσε γλύκες, πνευματικές και ψυχικές συγκινήσεις, ανιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι᾿ ζωντάνεψε, μπροστά μας, ανθρώπους μακρινούς κι  άγνωστους και τούς έκαμε δικούς μας, ήταν προ πάντων Χριστιανός, χριστιανός και ευσεβής. Από τις 29 Νοεμβρίου του 1910 αρρώστησε βαριά. Την τρίτη ημέρα της ασθένειάς του λιποθύμησε. Όταν συνήλθε ρώτησε, «τι μου συνέβη;» «Δεν είναι τίποτα, μια μικρή λιποθυμία » του είπαν με ένα στόμα οι τρείς αδελφές του που τον περιστοίχιζαν. «Τόσα χρόνια» είπε ο Αλέξανδρος, «εγώ ποτέ δεν λιποθύμησα, Μήπως αυτά είναι προοίμια του θανάτου μου; Φέρετε αμέσως τον παπά και μην το αναβάλλετε…». Μετά από λίγο καλεσμένοι από τις αδελφές του, ήλθαν συγχρόνως και ο ιερέας και ο γιατρός. Ο Παπαδιαμάντης μόλις είδε τον γιατρό, του είπε: «τι θέλεις εσύ εδώ;». «Ήρθα να σε δω» του απάντησε ο ιατρός. «Να ησυχάσεις» του ξαναείπε ο ασθενής «θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά και ύστερα να έρθεις εσύ…». Είχε σώας τας φρένας μέχρι τέλους και επιθυμούσε να συγγράψει κι άλλο διήγημα. Ο νους του μέχρι της τελευταίας αναπνοής του ήτο αφιερωμένος στον Θεό. Λίγες ώρες πριν πεθάνει, είπε να έρθει ιερέας για να κοινωνήσει. «Ξέρεις! Μήπως αργότερα δεν καταπίνω!», έλεγε. Ήταν η παραμονή του θανάτου του και, τι ειρωνεία! Τότε του αναγγέλθηκε η απονομή του παρασήμου του Σταυρού του Σωτήρος. Σκοτείνιασε πια η 2η Ιανουαρίου, η  παραμονή του θανάτου. «Ανάψτε ένα κερί», και «φέρτε μου ένα βιβλίο, είπε. Το κερί άναψε. Επρόκειτο να έλθει και το βιβλίο. Αλλά ο Παπαδιαμάντης κατάλαβε ότι οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν : «Αφήστε το βιβλίο, απόψε θα πω όσα θυμούμαι απ΄ έξω». Και άρχισε να ψάλλει τρεμουλιαστά:

«Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου,

μεθ’ ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτόν ἡμῖν καθυπέδειξας,

ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν, Βαπτιστά, ὡς παῤῥησίαν ἔχων πολλήν,

καὶ γὰρ μείζων τῶν Προφητῶν ἁπάντων, ὑπ’ αὐτοῦ μεμαρτύρησαι·

τοὺς ὀφθαλμούς σου πάλιν δέ, τοὺς τὸ Πανάγιον Πνεῦμα κατιδόντας,

ὡς ἐν εἴδει περιστερᾶς κατελθόν, ἀναπέτασον πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά,

 ἵλεων ἡμῖν ἀπεργασάμενος· καὶ δεῦρο στῆθι μεθ’ ἡμῶν,

 ἐπισφραγίζων τὸν ὕμνον, καὶ προεξάρχων τῆς πανηγύρεως.».

                      Αυτό ήταν το τελευταίο ψάλσιμο του, την ίδια νύκτα, ξημερώματα 3ης Ιανουαρίου στα εξήντα του χρόνια από πνευμονία «έπλευσε, κι απέκαμε κι ενυκτώθη», αφού πέρασε από το καμίνι του πόνου και των δοκιμασιών και γεύθηκε κατά κόρον όλη την τρύγα της ζωής και την πίκρα, πάντοτε όμως ζώντας με συνέπεια τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτό το υπέροχο άσμα το αποδίδομε και στην δημοτική για να το νοιώσει  καθένας μας:

Αυτό το χέρι που άγγιξε το άχραντο κεφάλι

Για μας ζητάμε Βαπτιστή να το υψώσεις πάλι.

Και το δάχτυλο που έδειξε Θεό ενσαρκωμένο

ζητάμε τώρα και για μας να το ‘χεις υψωμένο.

Μέγιστε εσύ των προφητών που ο πλάστης σε γνωρίζει

Άκουσες από τον Θεό γιο Του να αναγνωρίζει

Αυτόν, που ως περιστέρι φάνηκε τότε στη βάπτιση Του

Κι έβλεπες εκστατικά την συγκατάβαση του.

Έλα και στάσου δίπλα μας στρέψε μας προς Εκείνον.

Για όλους παρακάλεσε ψάλε συμπόνιας ύμνο.

Τα μάτια ας σηκωθούν ψηλά κι όλο χαρά ας πούμε:

«Σε μια ουράνια γιορτή τώρα σ ακολουθούμε».

            Εν κατακλείδι ανάβοντας κεράκι στην μνήμη του παραθέτομε και τα εξής:  Ο Παπαδιαμάντης δεν ευτύχησε να δει τυπωμένο σε βιβλίο κανένα έργο του. Γεννήθηκε το 1851.  Η κηδεία του έγινε στη Σκιάθο. Ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε : Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχομε τον Παπαδιαμάντη. Ο Παύλος Νιρβάνας  είπε: Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι γραμματάνθρωπος, είναι ποιητής». Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος συμπληρώνει :«ο Παπαδιαμάντης δεν εψεύστηκε ποτέ, δεν εμιμήθη ποτέ, δεν επροσποιήθη ποτέ, δεν εκιβδηλοποίησε ποτέ. Έκοψε μόνον ολόχρυσα νομίσματα από το μεταλλείο της ψυχής του, της αγνής και αδιαφθόρου... Η ψυχή του είναι καθαυτό η ρωμαίικη λαϊκή ψυχή», ενώ θεωρεί αριστούργημα τού Παπαδιαμάντη την Φόνισσα και την χαρακτηρίζει «τραγωδίαν μεγαλοπρεπεστάτην». Και ο Κωστής Παλαμάς βεβαιώνει : «Ο Παπαδιαμάντης είναι ο μεγάλος ζωγράφος των ταπεινών». Στις μέρες μας που ανάλογα διηγήματα θεωρούνται αναχρονιστικά και οξειδωμένα από το χρόνο μήπως είναι καιρός να σκύψομε πάνω τους και να ζήσουμε μια σύγχρονη αναγέννηση πριν κατεδαφιστούμε ολωσδιόλου;

 

 

Άλλες απόψεις: Του Κωνσταντίνου Βούκουνα