Η Δανεικαρία των Μεστών

Τρί, 06/10/2026 - 22:20
Ξένη Φύλλα

Πέρασε λοιπόν και αυτό το καλοκαίρι. Χαρήκαμε τις όμορφες παραλίες του χωριού μας και μαζί με εμάς και εκατοντάδες συμπολίτες μας. Τα απογεύματα και τα δροσερά βράδια χαρήκαμε τις συντροφιές μας στο λιβάδι μας, που τώρα πια ελάχιστοι το αποκαλούν λιβάδι μια και εχει επικρατήσει να το λεμε πλατεία. Τίποτα πια δεν μας λέει η λεξη λιβάδι, που κάποτε προσδιόριζε τον μοναδικό ελεύθερο χώρο απλωσιάς τον ελεύθερο χώρο του χωριού. Και πράγματι τώρα πια δεν πρόκειται για ελευθερο χώρο, αλλά για χώρο κατηλειμένο από τα τραπεζάκια και τις πολυθρόνες που απολαμβάνουμε τον καφε μας με τις συντροφιές μας. Εκείνες οι ώρες στο λιβάδι μας είναι τόσο απολαυστικές αλλά και τοσο νοσταλγικές , για τα χρόνια που πέρασαν χωρίς γυρισμό. Κάτι τέτοιες ώρες οι μνήμες ζωντανεύουν και οι άνθρωποι που πέρασαν πριν από εμάς, σε τούτα τα στενά και το λιβάδι , παίρνουν την θεση που τους αξιζει αναμεσα μας. Ετσι ξαφνικά αποκτουν όλα νόημα και συνοχή

Έτσι η παρέα των λεύτερων που καθόταν λίγο πιο πέρα μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε μια παρεα απο λεύτερα που γύριζαν κρατώντας τα τσατάλια στον ώμο τους απο τη δανικαρειά του πατερα μου Νικόλα Mιχ. Φύλλα.

Έτσι ξεκίνησα να ρωτώ τον Γιάννη Τζούμα που ήταν πλάι μου αν βλέπει την δανεικαρία που βλέπω και μου είπε “Κάτσε γράψε να την δω” Αμέσως λοιπον σκέφθηκα πως με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαν να την έβλεπαν και η παρέα απο τα λεύτερα !!!!.

Με την προτροπή λοιπόν του Γιάννη ξεκίνησα να γράφω τις ενοράσεις μου και σκέφτηκα αυτά τα κείμενα να τα αφιερώσω στη μνήμη του Γιώργη Ηλία Φύλλα που μας έφυγε πρόσφατα και που ο αποχαιρετισμός του στάθηκε η αιτία να βρεθώ με τον Γιάννη και να πάρω την απόφαση αυτή.

Ας είναι αιωνία η Μνήμη του. Ας αναπαυθεί στο λιβάδι του παραδείσου μαζί με όλους Μεστούσους που έζησαν πριν από μας και έδωσαν τη ψυχή τους για να έχει ψυχή ο τόπος που τώρα ζούμε εμείς και που μας χάρισαν τις αναμνήσεις που κάνουν την ζωή μας να έχει νόημα μέχρι να περάσουμε και εμείς στις αναμνήσεις εκείνων που έρχονται μετά από μας....

 

Δ Α Ν Ε Ι Κ Α Ρ Ι Ε Σ

Οι Δανεικαρίες λοιπον είναι ένα έθιμο των Μεστών της Χίου που δημιουργήθηκε από τρεις κυρίαρχες ανάγκες της ζωής των Μεστούσων.Την ανάγκη της σκληρής δουλειάς των χωραφιών που ήταν ο μόνος τρόπος εξοικονόμησης των προς το ζειν. Την ανάγκη της συντροφικότητας που χαρακτηρίζει όλες τις εκδηλώσεις των Μεστούσων και την ανάγκη γιά τη χαρά της ζωής, τη "ροπή" γιά διασκέδαση που είναι ένα από τα καθοριστκα στοιχεία στην προσωπικότητα του νησιώτη.

Θα προσπαθήσω να σας δώσω μερικές πληροφορίες γύρω από την κοινωνική ζωή των Μεστών και γύρω από το έθιμο αυτό.

Τα Μεστά είναι ένα αγροτικό χωριό. Οι λιγοστοί κάμποι και οι πλαγιές των χαμηλών λόφων που το περιτριγυ- ρίζουν, έχουν χώμα σκληρό, που χρειάζεται πολύ κόπο και ιδρώτα γιά να καρπίσει. Αν ρίξετε μιά ματιά στους γύρω λόφους θα δείτε τις ξερολιθιές να ελίσσονται σαν φίδια πάνω στις πλαγιές και να ορίζουν κτήματα που κάποτε κάρπιζαν κριθάρι, σιτάρι, όσπρια, και κρασί. Οι Μεστούσοι είναι πολύ εργατικοί και πολύ σκληροί δουλευτές. Η χαρακτηριστική ρήση με την οποία συμβούλευαν οι μεγάλοι τούς νέους που έμπαιναν στο σκληρό αγώνα της δούλεψης των χωραφιών, είναι δηλωτική της αντίληψης γιά τη λιτή ζωή και τη άμετρη δουλειά: "Σπίτι όσο χωρείς τσι χουράφια όσα θουρείς".

Δηλαδή να έχεις σπίτι μικρό όσο να χωρά την οικογένειά σου και χωράφια όσα μπορείς να δεις. Ενα ακόμα βασικό γνώρισμα της κοινωνίας των Μεστών, είναι το "κοινωνείν". Η συμμετοχή ολόκληρης της κοινότητας στα προβλήματα και τις ανάγκες της καθημερινής ζωής των μελών της. Το να συντρέχει κανείς στον συγχωριανό, είναι αρετή που στην ιεραρχία των αξιών της Μεστούσικης κοινωνίας έχει πολύ υψηλή θέση. Ενα σωρό συνήθειες και έθιμα που είχαν την ισχύ παντοδύναμου νόμου, όπως η "παροικάδα" (1), αποδεικνύουν περίτρανα την αλήθεια αυτή, που όριζε τους κανόνες της Μεστούσικης κοινωνίας.

Οι Δανεικαρίες λοιπόν, ήταν μιά συνήθεια, που είχε πάρει μιά σταθερά επαναλαμβανόμενη τελεστική μορφή, όταν στη ζωή των αγροτών δεν είχαν μπει ακόμα τα σκαπτικά μηχανήματα.

Δανεικαρίες ήταν οι πολυμελείς (πόλλες φορές ανω είκοσι ατόμων) συντροφιές που σχημάτιζαν οι νέοι του χωριού γιά να βοηθήσουν τον σύντροφό τους σε ιδιαίτερα σκληρές αγροτικές δουλειές, όπως ήταν το φύτεμα του αμπελιού (που θέλει "τριπλοτσάταλο" (2) ή το "ξεχέρσωμα" (3) του βουνού γιά να γίνει χωράφι. Ο νέος που ξεχέρσωνε, προσέθετε δηλαδή ένα κτήμα στην περιουσία του, "έβγαζε" το όνομα του καλού και εργατικού γαμπρού. Η εθελοντική αυτή προσφορά εργασίας ήταν δανεικιά (δανεικαρίες).

(Η αμοιβαία ανταλλαγή εργασίας μεταξύ των μελών της κοινότητας ήταν ανέκαθεν ένα χαρακτηριστικό των αγροτικών κοινωνιών πριν την βιομηχανική επανάσταση. Ο οικοδεσπότης είχε την υποχρέωση να ταίσει τους δανεικούς (σύψωμοι) και φυσικά να προσφέρει όλο το απαιτούμενο κρασί και σούμα. (4) Η αδελφή, η μητέρα ή η γυναίκα εκείνου που "είχε δανεικούς" μαγείρευε και μετέφερε το μεσημεριανό φαγητό σε πολυόροφα κατσαρόλια στο χωράφι που δούλευε η Δανεικαρία. Φυσικά η κατανάλωση του κρασιού και της σούμας, είχε αρχίσει πολύ πιό νωρίς. Μέσα σε μιά τέτοια ατμόσφαιρα, η αφάνταστα σκληρή δουλειά γίνονταν πανηγύρι. Ετσι τα αστεία, τα πειράγματα, και τα άλλα γεγονότα που διαδραματίζονταν στις Δανεικαρίες είχαν γίνει παροιμιώδη και γιά πολλά χρόνια μετά διασκέδαζαν τους άνδρες στα καφενεία τα βράδια. Οι δανεικοί καθώς τσατάλιζαν σχημάτιζαν μιά γραμμή σε όλο το πλάτος του χωραφιού και δούλευαν ρυθμικά και συντονισμένα. Αφηναν μπροστά τους το σκαμμένο χωράφι και υποχωρούσαν πισωπατώντας προς το άσκαφτο. Γιά να είναι όλοι στην ίδια γραμμή, έπρεπε να καταβάλλουν την ίδια προσπάθεια. Αν κανείς ήταν πιό αργός, αυτό είχε συνέπεια, οι υπόλοιποι καθώς υποχωρούσαν κανονικά, να σχηματίσουν ένα μικρό άσκαφτο αλώνι γύρω του και να τον "κλείσουν". Το να κλεισθεί κάποιος στο αλώνι (χωρίς να είναι ατιμωτικό) είχε συνέπεια να δημιουργούνται σε βάρος του πολλά πειράγματα που τον χαραχτήριζαν τεμπέλη ή αργόρυθμο, "ανήψητο στη δουλειά".

Οι Δανεικαρίες άρχιζαν το Φθινόπωρο, μετά τις βροχές και συνεχίζονταν όλο τον Χειμώνα. Η δουλειά δεν είχε βέβαια οκτάωρη διάρκεια. Δούλευαν από την ανατολή μέχρι την δύση του Ηλιου. "Από Ηλιο σε Ηλιο" όπως έλεγαν. Και εκεί πιά στο τέλος της μέρας, όταν (όπως θα περίμενε κανείς) η κούραση θα λύγιζε τα πόδια και θα κύρτωνε τους ώμους, έφταναν τα "όργανα" ειδοποιημένα από την προηγούμενη μέρα. Τα όργανα, τουμπί και τσαμπούνα, συνόδευαν την Δανεικαρία μέχρι το χωριό. Εκεί στη μέση του "Λειβαδιού", της πλατείας του χωριού που τότε ήταν στρωμένο με σκληρό πατημένο καλά "κακόχωμα" και κάτω από τα βλέμματα των χωριανών που φρόντιζαν να'ναι εκεί, προσπαθούσαν να "μπήξουν" το τσατάλι τους στο σκληρό χώμα του Λειβαδιού. Ανάλογα με τα αποθέματα δύναμης που είχε ο καθένας η προσπάθειά του πετύχαινε με την πρώτη ή την πολλοστή φορά. Και ήταν αυτό ένα μέτρο γιά το πόσο γερός δουλευτής ήταν. Πολλές φορές ακόμα, έδειχναν τη δύναμη που τους απόμενε, με το να σηκώσουν το μεγάλο, βαρύ πέτρινο γουδί της κοινότητας που ήταν μπροστά στο μεγάλο καφενέ (και τώρα που μιλούμε βρίσκεται μεσα στο μεγαλο καφενέ υπο την φροντίδα του Γιάννη Μόγια) γιά χρήση όλων των χωριανών. Η επιστροφή της Δανεικαρίας ξεσήκωνε τον κόσμο από τις φωνές την φασαρία και τα τραγούδια.

-----------------------

Οταν έφταναν στο χωριό η μητέρα ή η γυναίκα του οικοδεσπότη κέρναγε φρεσκοψημμένους μυρωδάτους τηγανίτες, στραγάλια, αμύγδαλα και σούμα. Μέσα σ'αυτή την ατμόσφαιρα, η φυσική κατάληξη κάθε Δανεικαρίας ήταν το γλέντι. Οι κοπέλλες που βρίσκονταν "τυχαία" στό Λιβάδι ή εκείνες που έρχονταν από τα σπίτια τους ειδοποιημένες γιά κάποια δουλειά δήθεν, είχαν ακόμα μιά ευκαιρία να καμαρώσουν τα παλληκάρια που μετά από μιά ολοήμερη κοπιαστική δουλειά, εύρισκαν τη δύναμη να χορέψουν στούς γρήγορούς ρυθμούς της τσαμπούνας και του τουμπιού.

Γιατί πρέπει να τονίσουμε ότι τα όργανα που "έβγαζαν" στις Δανεικαρίες δεν ήταν τα "ψιλά" (βιολί, σαντούρι, ούτι) αλλά τα "χοντρά" δηλαδή τσαμπούνα και τουμπί.

 

 

Ξένια Φύλλα-Γιούργη

 

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

1- Παροικάδα: Η ενίσχυση στο μέτρο των οικονομικών δυνατοτήτων κάθε οικογένειας της κοινότητας στο νοικοκυριό που από αρρώστια ή ατύχημα έχασε κάποιο μεγάλο ζώο. Το ψώφιο ζώο τεμαχίζονταν και μοιράζονταν σε όλα τα σπίτια. Η ποσότητα του κρέατος που βεβαια πετιόταν μετά την "αγορα" ήταν ανάλογη με την οικονομική κατάσταση του αποδέκτη της παροικάδας. Η μη αποδοχή της παροικάδας στιγμάτιζε ηθικά την οικογένεια που αρνιόταν να τη δεχθεί και αποτελούσε βαριά κατηγόρια.

2- Τσατάλι: Το σκαπτικό εργαλείο (σαν μεγαλο πηρουνι με δύο δόντια ) που μπήγεται με τη δύναμη των ποδιών μέσα στη γή. Ειναι το πιό κουραστικό γεωργικό εργαλείο. Τριπλοτσάταλο γίνεται όταν γιά τρεις φορές το τσατάλι μπήγεται στο ίδιο σημείο ώστε να σκαφτεί πολύ βαθειά η γή.

3- Χέρσο: Το μέρος της γής που είναι άγριο. Δεν έχει καλλιεργηθεί ποτέ πριν. Ξεχέρσωμα είναι η εργασία που γίνεται για να γίνει το χέρσο καλλιεργήσιμο.

4- Σούμα: Το ρακί που γίνεται από την απόσταξη σύκων. Τα Μεστά είχαν μεγάλη παραγωγή σύκων και έπερναν ειδική άδεια (από τη συκική εταιρεία) για να το αποστάζουν.

 

Άλλες απόψεις: της Ξένης Φύλλα - Γιούργη