Mύηση στις αρρενωπές τροφοσυλλεκτικές έξεις στην ελληνική ύπαιθρο: Mε αφορμή τον Γκέκα.

Πέμ, 22/01/2026 - 21:32
Κώστας Προμπονάς

«Μπηχτές αλλιώς τίποτα!» μου έκλεισε χθες το μάτι ο Σιδερής, όταν ήλθε να πάρει την κόρη του που σχολούσε από το ολοήμερο.  Λαμποκοπώντας από  περηφάνια ο φαμελίτης τρανός σκοπευτής ξαναεπέστρεψε και μου επέδειξε στην εξώπορτα μισή ντουζίνα τσίχλες με περπατητό κυνήγι, μέσα στην αντάρα του θυελλώδη νοτιά, πριν ξεκινήσει η πολύτιμη βροχή.  «Οι τουφεκιές είναι τέρμα γρήγορες γιατί το παράθυρο χώρου και χρόνου είναι σχεδόν πάντα μικρό. Απλά σηκώνω αμέσως και πατάω και σχεδόν πάντα ξέρω εάν θα πέσει πριν πατήσω.» Σκέφτηκα στιγμιαία πόσο η παραπάνω κουβέντα -μαζί και η  πυργούσικη παροιμία «όταν περνούν τα πουλιά “θουν” τα ξώβεργα»- συμπυκνώνει την έννοια του αρχαιοελληνικού «καιρού», επίκαιρη με την επαναλαμβανόμενη πρόταση για κεντρο-αριστερές συνεργασίες και κοινή εκλογική κάθοδο, ατελέσφορη όμως αν δεν ολοκληρωθούν με νέες ιδέες, αξίες, ένα συναρπαστικό όραμα, έναν ηγέτη που έχει αποδείξει ότι έχει τη στόφα να αντέχει στην πίεση και μπορεί να φέρνει αποτέλεσμα σε θυελλώδεις καιρούς χωρίς να συνθηκολογεί με τη μοίρα και τους ισχυρούς της γης. «Που να μπορεί να συνεπάρει τον κόσμο, να δημιουργήσει ενθουσιασμό, να επαναφέρει το ενδιαφέρον για τα κοινά», όπως έγραφε χθες από το Λονδίνο ο καθηγητής Κώστας Δουζίνας («Γιατί έχει καθηλωθεί η Αριστερά;», εφημ. ΕΦΣΥΝ, 19/1/26)

Θαύμασα τον αυτόχθονα γιατί μπορεί να έβγαλε και ο γράφων άδεια κυνηγιού φέτος, μετά από 30 χρόνια, αλλά τελειώνει η κυνηγετική χρονιά με μοναδικό θήραμα μια τσίχλα! Ας με συγχωρήσουν όσοι έχουν ανεπίστρεπτα παραδοθεί στην μετα-οικοσιτιστική εποχή.  Τους απαντώ προφασιζόμενος ότι έβγαλα άδεια γιατί ήθελα να εξερευνήσω τους άγνωστους για ένα υποβρύχιο ψαρά  χαμηλούς λόφους της Νότιας Χίου, μέσα σε ελαιώνες, μαστιχόδεντρα, γραφικά εξωκλήσια χωρίς την κατηγόρια της μαστιχοκλοπής ή ότι εκτελώ  κοκκολόϊ.  Στην πραγματικότητα ήθελα να προσπελάσω ένα άγνωστο πεδίο, να αποκτήσω έναν εγγραμματισμό για μια εξωτική ανθρωπολογική κοινότητα που την είχα συναντήσει να προσφέρει κοινωνικό έργο στην κατάσβεση καταστροφικών πυρκαγιών της Χίου  θεωρώντας ότι  τα 120 ευρώ της άδειας είναι χρήματα που πιάνουν τόπο γιατί προσλαμβάνονται θηροφύλακες και βοηθάνε το κράτος να μεριμνήσει για την άγρια ζωή.

Ανταμείφθηκα με αμανήτες και χόρτα. Κυρίως όμως η ανταμοιβή ήταν οι σύντομες συζητήσεις με τους Χιώτες κυνηγούς που συναντούσα στον Αη-Ζαχαριά και στο Κέρος. Η  τύχη το έφερε και κανένας δεν είχε κάποιο θήραμα να μου επιδείξει ότι  καρπώθηκε με κάποιο Καμπούση να μου εξομολογείται: “Είναι ο ορισμός του ρομάντζου το να πάει κάποιος 70 χιλιόμετρα να πιάσει 2 τσίχλες και αν..! Ξέρεις τι μου τι σπάει ρε φίλε; Που μας περνάνε για δολοφόνους ενώ δεν έχουν καμία ιδέα για το τι εστί κυνήγι.”

Είχα ξεχάσει ότι έχει απαιτήσεις το περπατητό κυνήγι τσίχλας από τότε που κυνηγούσα με το φλομπεράκι,  16 χρονών, τσιχλοκότσυφα κάτω από την Παναγιούδα, το κελί του γέροντα, μετέπειτα Άγιου Παϊσίου. Θυμάμαι να ροβολώ ως ιεροσπουδαστής της Αθωνιάδας το λιθόστρωτο μονοπάτι κραδαίνοντας έναν άτυχο κερομύτη κότσυφα και να πέφτω πάνω στον αυστηρό πατέρα μου που περπατούσε αγκαζέ με τον Άγιο. Όταν με κέλευσε «να τσακιστώ να πάρω την ευκή του» ο Γέρων ξεκαρδισμένος του είχε εκμυστηρευθεί χαμηλόφωνα «Άστον Νίκο, αυτός δεν σώζεται με τίποτα!»

Ήμουν απροπόνητος και η επιστροφή από τα παλιά χρόνια στην σημερινή πραγματικότητα μιας παρεξηγημένης αρχαίας τροφοσυλλεκτικής δραστηριότητας κούρασε τον σκουριασμένο μεσήλικο. Τα αντανακλαστικά μου ήταν χάλια. Γιατί η προπόνηση στην  κυνηγητική έξη έχει τεράστια σημασία. Πιο μεγάλη από το τί τσοκ φοράς στην καραμπίνα- στην περίπτωσή μου ό,τι πιο φθηνό, ρώσικης κατασκευής, ένα Baikal  μονόκαννο-από το τί όπλο κρατάς κι από τί φυσίγγια ρίχνεις. Όταν ρίχνεις καλά στην τσίχλα έχεις πιθανότητες να τα πας καλά και σε άλλα θηράματα. Είναι όντως σχολείο.

 Η πιο βαρύνουσα διαπίστωση, μετά τον όψιμο προσηλυτισμό μου, ήταν ο βαθμός αλλαγής της συμπεριφοράς των πουλιών που επιδεικνύουν μια αξιοσημείωτη εξελικτική προσαρμογή στην ανθρωπογενή πίεση. Ειδικά όμως η φετινή χρονιά ήταν ίσως ένα σημείο καμπής, όπως με πληροφόρησε στο πεδίο ο εξαιρετικός Ολυμπούσης κυνηγός καπτα-Μιχάλης Σαϊντάνης: «-50 χρόνια κυνηγώ, τέτοιο χάλι στην τσίχλα δεν έχω δει ! Δεν μπορεί να περπατάς γύρω στα 7 χιλιόμετρα  και να συναντάς 5-6 τσιχλοκότσυφα τα οποία με το που άκουσαν βήμα εξαφανίζονται και σε λίγο τελειώνει η κυνηγητική περίοδος..!» Συμφώνησα μαζί του και τον ρώτησα ποιά θεωρεί την σημαντικότερη αιτία. « Οι μεγάλες φωτιές, απάντησε, των προηγούμενων ετών έχουν απογυμνώσει τις παρυφές των βουνών που ήταν μια τεράστια αποθήκη πουλιών που δεν κυνηγιούνταν ποτέ εκεί μέσα. Άσε που η ραγδαία άνοδος της θερμοκρασίας και οι ανύπαρκτοι χειμώνες κρατάνε τα πουλιά βόρεια πλέον. Στις Σέρρες που έχω γνωστό μου λέει ότι έχει πολλά πουλιά αλλά οι κυνηγοί εκεί προτιμούν τα αγριογούρουνα». Του ανέφερα κι εγώ τα πάθη του αρχάριου, τραγικά αυτοδίδακτου, «συναδέλφου»:

“Mε το ζόρι να είδα καμιά 10ρια τσίχλες, οι οποίες πρέπει να έχουν καεί τόσο πολύ από τα ντουφέκια, που σηκώθηκαν από τα 40+ μέτρα όλες μαζί, κρυμμένες σε μια αγροσκοινιά, κάνοντας παράλληλα απίστευτους ελιγμούς. Λοκατζήδες τα πουλιά! Αντί μάλιστα να περνούν από τα κλασικά καρτέρια, παίρνουν ένα ρέμα πετώντας χαμηλά μέσα στα καλάμια και ύστερα ανεβαίνουν προς το βουνό μόνο από σημεία με ψηλά δέντρα για κάλυψη. Κοινώς δεν πετάνε πάνω από κανένα καθαρό σημείο! Ρίχνω στο γάμο του Καραγκιόζη όταν πια έχουν κατεύθυνση για… Σαρδηνία! Μήπως πρέπει να πάω σκοπευτήριο;» Ο Captain ήταν κατηγορηματικά αντίθετος. «Εκεί, το ζητούμενο είναι πόσα περισσότερα πιατάκια θα σπάσουν χρησιμοποιώντας σκοπευτικά τεχνάσματα, που μόνο στο σκοπευτήριο και στους αγώνες έχουν εφαρμογή. Τουφεκάς μάλλον  με στρες, χωρίς να χρειάζεται. Αν έχεις άγχος χάνεις το θήραμα, όταν είσαι ήρεμος όλα στο πεδίο μεγαλώνουν. Άντε βρες ηρεμία στα σημερινά σχολεία θα μου πεις. Στο τέλος της μέρας όμως το μόνο που θα μείνει, είτε έχει πουλιά είτε όχι, είναι να νιώθεις ευεξία. Ακόμα καλύτερα είναι τα πειράγματα και τα γέλια που θα κάνεις  όταν βρεθείς με τις μεγάλες  παρέες «στου Μπόμπα» στα Αρμόλια ή στο κυνηγητικό περίπτερο του Εμποριού, Σεπτέμβρη μήνα..!»

Την επόμενη μέρα του Γενάρη, φρεζάροντας το αμπελάκι της κτητόρισσας  Ιουλίας Σιδωράκη στα Κάτω Φανά που μου προξένεψε ο καπτα-Μιχάλης άκουσα τον χαιρετισμό από τον δρόμο του έξοχου υποβρύχιου ψαρά Δημήτρη Οργέττα  ( https://www.alithia.gr/koinonia/o-vythos-se-mageyei  ) που κυνηγούσε παρέα με τον  γιο του ο οποίος μόλις είχε βγάλει την πρώτη του κυνηγητική άδεια.. Ο Δημήτρης έχει κατορθώσει να του μεταδώσει και τις δύο τροφοσυλλεκτικές έξεις, κάτι που  βάζει στον πειρασμό τον γράφοντα να πειράζει πατέρα και γιο με την παλιά παροιμία «ψαρολόγος και πουλοφάς ερημοσπίτης»!

Την ίδια μέρα, το βράδυ, είδα την βραβευμένη ταινία μικρού μήκους "Γκέκας». Ο «Γκέκας» έφυγε το 2024 από το 47o Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας  με τον Χρυσό Διόνυσο, το μεγάλο βραβείο. Στην 25 λεπτη ταινία (οι αναγνώστες μπορούν να την δουν στην ιντερνετική πλατφόρμα της Δημόσιας τηλεόρασης (https://www.ertflix.gr/vod/vod.652896-gkekas ) η σχέση του πατέρα-κυνηγού με τον γιο στην ελληνική περιφέρεια παρουσιάζεται διαμετρικά αντίθετη με μαθητείες παιδιών δίπλα στους πατεράδες κυνηγούς τουλάχιστον στα νησιά του Αιγαίου που έχω ανεκδοτολογικά αφουγκραστεί.

Λίγα λόγια για το σενάριο «Γκέκας»: Ο 12χρονος Βασίλης, που ζει σε ένα ορεινό χωριό της ηπειρωτικής ελληνικής επαρχίας, εκπαιδεύεται από τον πατέρα του, Γιάννη, στο κυνήγι του λαγού. Εκτός από καραμπίνα, ο Γιάννης του παίρνει κι ένα κυνηγόσκυλο ράτσας Γκέκα, με το οποίο το αγόρι σύντομα θα δεθεί. Είναι, όμως, ο Βασίλης φτιαγμένος για κυνηγός; "Θα γίνει, θέλει δε θέλει," λέει ο πατέρας. Ο 12χρονος γιος, σύμφωνα με την μόνη, προς το παρόν, δημοσιευμένη κριτική (Πηγή: https://flix.gr/articles/dimitris-moutsiakas-gekas-drama-winner.html  ) είναι «εγκλωβισμένος,  μεγαλώνοντας με έναν βάναυσο πατέρα που τον πιέζει να ανδρωθεί κατ’ εικόνα του, σε μια μάτσο εντροπία με αποκλειστική ενασχόληση τη διαιώνιση του είδους της». Γενικά η ταινία παρουσιάζει τη μύηση στο κυνήγι ως μια επιτέλεση τοξικής αρρενωπότητας στην βαθιά ελληνική περιφέρεια εντός ενός αμιγώς ανδρικού περίγυρου (ανδρική παρέα κυνηγών- μονογονεϊκή οικογένεια με πατέρα και 12χρονο γιο )

Πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, πώς έχουμε μεγαλώσει εμείς; Τι σημαίνει αρρενωπός, αρσενικό, άντρας; «Κάποια σκυλιά κάνουν, κάποια δεν κάνουν» λέει ο πατέρας για τον Μαξ, αλλά στην ουσία μιλάει και για τον ευαίσθητο γιο του, αλλά ίσως και τον ίδιον. «Ο πατέρας, δήλωσε πρόσφατα  στο flix.gr ο σκηνοθέτης  Δημήτρης Μουτσιάκας,   φαίνεται ως ο «κακός» της ταινίας, αλλά πώς ήταν κι ο ίδιος μεγαλωμένος; Προσπαθεί να κάνει το γιο του κυνηγό για να επιβιώσει μίας κοινωνίας που είσαι ή θηρευτής ή θήραμα. Κι αυτό γιατί είναι κι ο ίδιος loser. Δεν είναι Αlpha male, δεν είναι καλός κυνηγός, δεν πιάνει λαγούς, τον δουλεύουν στο καφενείο. Οπότε πώς θα μεγαλώσει το γιο του; Πώς θα τον φροντίσει; Με προβλημάτισε πολύ αυτή η συζήτηση γιατί έχω γίνει κι εγώ πρόσφατα πατέρας. Πώς θα καταφέρω να μεγαλώσω αυτό το παιδί χωρίς να του φορτώσω τα δικά μου; Δεν έχω τις απαντήσεις. Ελπίζω η ταινία να κάνει τις σωστές ερωτήσεις.»

Ο πατέρας στην ταινία φαίνεται ότι ενσαρκώνει μια ιδιότυπη μορφή πατρικής απουσίας: αδύναμος μέσα στο σύστημα, απρόσιτος συναισθηματικά, εμποτισμένος με ντροπή και συγκρίσεις με τους άλλους κυνηγούς που τον προσβάλλουν μπροστά στον γιο ως παρακατιανό. Όταν δικαιολογείται λέγοντας «δεν έχει και πολλούς λαγούς» ο «ανώτερος κυνηγός» τον κατακεραυνώνει: “-Έχει, ρε, πώς δεν έχει..! Άμα ξέρεις που να πας, έχει!”. Kαι στρεφόμενος στον 12χρονο εκκολαπτόμενο κυνηγό: “Nα έλθεις μαζί μας; Γιατί εδώ δεν βλέπω μέλλον”. Στην επόμενη σκηνή, στην καλύβα των κυνηγών ο γιος ακούει τους κυνηγούς να λένε: “Δώσ’ του τον λαγό. [για εκπαίδευση του σκύλου Μαξ] Να μάθει ο Βασιλάκης γιατί ο πατέρας δεν ξέρει τίποτα…”

Ο πυρήνας της ταινίας «Γκέκας» δεν είναι το ίδιο το κυνήγι, αλλά το πώς λειτουργεί ως τελετουργία ανδρικής μύησης μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και συναισθηματικό πλαίσιο με διπλή δυναμική: Τον ανταγωνισμό πατέρα-γιου με τον πατέρα ως αντίπαλο, όχι ως προστάτη. Ο πατέρας προβάλλεται ως μια σκοτεινή, διχαστική φιγούρα. Προσεγγίζεται  όχι ως ένδοξος ήρωας, αλλά ως μια σύνθετη και σκοτεινή μορφή που αμφισβητεί ευθέως τον καθιερωμένο μύθο του «ηρωικού κυνηγού». Η ωμότητα της πατρικής βίας λειτουργεί ως εργαλείο επιβολής και επιβίωσης-άλλος ένας κινηματογραφιστής στοιχιζόμενος στη γραμμή που χάραξε ο πρωτοπόρος Γιάννης Οικονομίδης- σε ένα περιβάλλον όπου κάθε αμφισβήτηση μπορούσε να αποβεί μοιραία. Υπάρχει μια κρίσιμη όμως διαφορά με τον Ελληνοκύπριο δημιουργό: O σκηνοθέτης της ταινίας «Γκέκας» αποφεύγει τον εντυπωσιασμό και τη θεαματική δράση, επιλέγοντας να δείξει την κούραση, τον φόβο και τα ίχνη που αφήνει πίσω της η βία.

Ήταν μια ευκαιρία για αυτοεξέταση. Πώς έχω δείξει στον γιο μου τη σχέση με τη θάλασσα και τους σιωπηλούς κατοίκους της; Επεδίωξα ενεργητικά να ακολουθήσει τον μερικώς τροφοσυλλεκτικό δρόμο μου; Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στην πορεία μύησης μαθητευόμενων κυνηγών με τους μαθητευόμενους υποβρύχιους ψαράδες; Ειδικά στην ελληνική περιφέρεια που δεν έχει απεδαφοποιηθεί πλήρως το τροφοσυλλέγειν;

Για να απαντήσουμε αν «είναι διαφορετική η πορεία ενηλικίωσης» με πατέρα κυνηγό ή υποβρύχιο ψαρά στην ελληνική επαρχία σήμερα, χρειάζεται να δούμε ομοιότητες, διαφορές και κυρίως τις μετατοπίσεις της εποχής. Yπάρχει, και στα δύο field sports, κοινό υπόστρωμα: ανδρική μύηση και έλεγχος. Τόσο το κυνήγι όσο και το υποβρύχιο ψάρεμα, στην ελληνική επαρχία, έχουν ιστορικά λειτουργήσει ως τελετουργίες μετάβασης από το παιδί στον «άντρα», λειτουργώντας παράλληλα ως εργαστήρια επιτέλεσης αρρενωπότητας με την καλλιέργεια των αρετών της αντοχής, της σιωπής, του υπολογισμένου  ρίσκου, του έλεγχου πάνω στον φόβο. Υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Το κυνήγι είναι χώρος ανδρικής ομοκοινωνικότητας με την παρέα του, την  ιεραρχία του, την μυθολογία του, τα άγρια πειράγματα αν και στη Χίο τουλάχιστον έχουμε (σε Μύλους του Βροντάδου, Φάρκαινα, Αγία Ερμιόνη, δεξή Φάρο) παρόμοια στέκια και για τους ψαράδες επιφανείας.

Και στις δύο δραστηριότητες ο πατέρας δεν μεταδίδει απλώς μια δεξιότητα, αλλά ένα πρότυπο άντρα. Κάποτε, ίσως περισσότερο στο παρελθόν, όταν το πλαίσιο είναι αυταρχικό, συναισθηματικά φτωχό ή μονογονεϊκό (όπως στον Γκέκα), η μύηση γινόταν χωρίς  επιλογή αλλά ως υποχρέωση ταύτισης. Εκεί ίσως γεννιέται η τοξικότητα. Η κρίσιμη διαφορά στην τοξικότητα είναι ότι η  βία είναι εξωτερικευμένη και άμεση. Η εξουσία είναι εμφανής: όπλο- διαταγή – αποτέλεσμα με το λάθος να έχει ηθικό βάρος. Στην ταινία «Γκέκας», το κυνήγι λειτουργεί συμβολικά ως «Έτσι γίνονται οι άντρες. Χωρίς ερώτηση.»

Στο μεσογειακό τουλάχιστον υποβρύχιο ψάρεμα η βία είναι πιο έμμεση και εσωτερικευμένη. Το ρίσκο στρέφεται πρωτίστως στο ίδιο το σώμα γιατί εδώ η φύση δεν «υποτάσσεται» εύκολα. Ο φόβος του δύτη δεν εξαφανίζεται με εξουσία, αλλά με αυτορρύθμιση. Συχνά, το υποβρύχιο ψάρεμα αφήνει περισσότερο χώρο για σιωπή, παρατήρηση, προσωπικό όριο.

 Η σημερινή ελληνική επαρχία: δεν είναι πια μονολιθική. Σήμερα βλέπουμε πατέρες κυνηγούς που δεν πιέζουν τον γιο να πυροβολήσει, πατέρες ψαράδες που αποδέχονται τον φόβο, παιδιά που συμμετέχουν αλλά χωρίς υποχρέωση ταύτισης. Η διαφορά δεν είναι τόσο στο τι κάνει ο πατέρας, αλλά στο πώς νοηματοδοτείται: Ένα αυταρχικό πρότυπο θα πει, «Θα γίνεις άντρας έτσι». Ο Δημοκρατικός γονέας θα πει, «Αν θες, έλα να το μάθεις». Δεν είναι οι ίδιες οι δραστηριότητες που προσδιορίζουν την δομή αλλά οι πεποιθήσεις: Ένας πατέρας κυνηγός μπορεί να μεγαλώσει έναν γιο ευαίσθητο, αυτόνομο, μη βίαιο και ένας πατέρας υποβρύχιος ψαράς μπορεί να πιέσει, να γελοιοποιήσει τον φόβο, να επιβάλει ανδρισμό μέσω κινδύνου. Mια ρηχή ερμηνεία της ταινίας «Γκέκας» θα ήταν η καταγγελία του κυνηγιού. Αυτό όμως που καταγγέλλει είναι η  ανδρική μύηση χωρίς συναίνεση. Η ταινία λειτουργεί ως παγωμένη εικόνα ενός παλιού μοντέλου που ίσως ακόμα επιβιώνει, αλλά δεν είναι πια καθολικό. Σήμερα, η ελληνική επαρχία βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο, ανάμεσα στον «θα γίνεις, θέλεις δε θέλεις» και στο «θα γίνεις, όταν χειραφετηθείς».

Το τέλος της ταινίας ο σκηνοθέτης το έχει αφήσει επίτηδες ανοιχτό, ένα φινάλε  ελπιδοφόρο. Έχει ήδη αινιγματωδώς και προφητικά εξαγγελθεί στη σκηνή όπου ο γιος αρνείται να πυροβολήσει, απονέμοντας χάρη στον ακίνητο λαγό (μια αναμέτρηση του δημιουργού με την σκηνή στην αμερικανική ταινία «Ελαφοκυνηγός») Ο παλαίμαχος υπέρβαρος πατέρας, με το όπλο κρεμασμένο στον ώμο προαναγγέλει την αποδοχή της χειραφέτησης: “Λοιπόν πρέπει να χωριστούμε. Συ μείνε εδώ. Εγώ πάω από κει”. To παιδί θα ακολουθήσει τη δική του καρδιά και διαδρομή.

Άλλες απόψεις: Του Κώστα Προμπονά