Πρωτοχρονιά… και πονόδοντο

Δευ, 12/01/2026 - 10:36

Ευτράπελα (στα Χιώτικα)

 

- Καλημέρα σου Δεσποινιώ. Πρωί γλέπω κι ηκατήβηκες στη χώρα. Έχεις δουλειές πολλές ή  α κάτσομενε κομμάτις α φάμενε δυό λουκουμάδες εδωνά στου Μαννάρα.

-Καλώστηνε την Νικούλα μας, βρε πνίομαι με τις δουλειές μα ε βαριέσαι εν τελειώνουνε και δαύτες. Λοιπό,ας κάτσομενε  για τις λουκουμάδες μα στα γρήγορις γιατί η ώρα τρέχει.

-Τα νέα σας, Δεσποινιώ καλά ‘ναι; Ο Αργύρης και τα παιδιά ίντα γινούντενε;

- Ε ίντα γινούντενε, σαν όλους βράζομενε ο καθένας στο ζουμί του. Μα την περασμένη  βδομάδα που΄τανε τα΄Αγιού Βασιλιού, είχαμενε με τον Αργύρη τρεχάματα. Να άκουε α σου τα πω γρήγορις-γρήγορις.

-Γιάε πριν μου τα πεις, εγώ σου λέω πως είδα τονε τον Αργύρη  την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, εδωνά στον μπαλουχανά κι ήτανε αξαναμένος και του λέω: «Ε Αργύρη ίντα κάμνεις;» Κι ευτός εν ημπορούσενε α βγάλει άχνα κι  όπως όπως μου λε «Άστα μόλις ήβγα αφ΄τον δοντογιατρό!  Ε γλέπεις πως είμαι πρησμένος;»   Τονε  ξανακοιτώ και γλέπω πως ήτανε και ξουρισμένος μονόπαντα και η πουκαμίσα του στραβοκουμπωμένη. Είπα του περαστικά κι ήφυε.  Λέω  μοναχιά μου, εν πα καλά ο Χριστιανός, φαίνεται πως ηλωλάθηκαινε. Για πε μου εσύ Δεσποινιώ  ίντα ηγίνηκενε;

-Λοιπό, Νικούλα εσύ εν  κατέεις ίντα γίνηκενε αποβραδίς.  Ημούχρωσενε κι ήρτενε αλαφιασμένος ο Αργύρης αφ το σκάψιμο των κουκιών κι ήκατσενε αποδωμένος και μπαϊρδισμένος, εδεκεί στο καναπεδάκι πούχομενε δίπλα στο φογλάρο  κι ήβγαλενε τ΄ ποδήματά  του. Μου λε «Άντε βάλε να φάω τίποτις γιατί εν κρατιώμαι. Α πέσω κάτω  αφ την πείνα μου».  Εγώ,  ήφερά του εδεκεί  ένα ρουκανάκι και μια γουλιά νερό για α το βρέξει κι αμέσως επήα μεσ΄το κουζινάκι α του τοιμάσω κάτι τις α βάλει στο στόμα του. Αξαφνικά ακούω τονε κι ήβαλενε κάτι σκληριές, μα κάτι σκληριές που ξεσήκωσενε εφτά γειτονιές!  Λέω του «Αργύρη μου  ίντα ΄παθες και γουριέσαι Πρωτοχρονιάτικα,λες και σε δέρνουνε τρεις μπρατσωμένοι;  Ίντα  σ΄επιασένε  και βογγάς εδεδέτσι;» κι απαντά : « Ένα  δόντι, μου δώκενε μόλις κάτι δυνατές  σουβλιές με το που εδάγκωσα το βρεμένο ρουκανάκι. Ηγού, ήσπεσεν κι ένα κοματάκι» Λέω του: «Βρε Αργύρη μου, τέτοια ώρα νυχτιάτικα ίντα α κάμομενε, εν υπάρχει ρεμέντιο. Ας κυλήσομενε και το πρωί πια άντε στη χώρα,στο δοντογιατρό.»   Έτσινα επέσαμενε στις δέκα,  μα ευτός εν ηύρισκενε βολή α κοιμηθεί. Εστριφογύριζενε  απ΄εδώ κι απ΄εκεί ώσπου εσηκώθηκενε  κι επήαινε στο κουζινάκι α κάτσει κομμάτι. Εμένα πια κατά τα μεσάνυχτα με πήρενε ο ύπνος. Εκείνος εκάντανε εδεκεί στο τραπέζι κι ηβαστούσενε την κούτρα του. Στις  5 το πρωί μου λε. «Ξύπνα Δεσποινιώ, εν ακούς  πως ο  πετεινός λαλεί; Εγώ ξυπνώ κι ίντα να δω;  Τον Αργύρη ξενυχτισμένο και μεθυσμένο. Ηφόριενε στραβοκουμπομένη την πουκαμίσα του, το παντελόνι του ήτανε  δίχως λουρί κι απάνω στο τραπέζι είχενε αδειανό  το μισοκαδιάρικο μπουκάλι με το ρακί που ήβαζεν  το στο στόμα όλη τη νύχτα για να τον ξεπονεί το δόντι του. «Ίντα ΄καμες βρε Αργύρη όλη νύχτα και βρέθηκες τύφλα στο μεθύσι; Ήπιες όλο το ρακί, αντί κάθε γουλιά που βάζες στο δόντι σου,α το φτύνεις στο γουρνάκι; Τώρα μ έδευτα τα χάλια με τίλως α πάς στο δοντογιατρό;» Κι εκείνος μου λε: «Ίντα α το φτύνω, πλερωμένο ήταν το ρακί, α το ΄φηνα α πά χαμένο;» Επιτέλους στις 7 και κάρτο, ήμπενε όπως ήτανε στο λωφορείο απ΄του «Μπούκιου»  κι ήρτενε στη χώρα. Ο γιατρός ήνοιγενε στις 8 κι ο μπαρμπέρης στις 7.30. Πάει στο μπαρμπέρη για ξούρισμα κι εδεκεί που τον ξούριζενε αφ΄τη μια πάντα, έρκεται στην πόρτα κι ο γιατρός να καλημερίσει. Ο Αργύρης εδεκείνη την στιγμή ήνιωσενε πάλι μια σουβλιά μα μια σουβλιά που ησηκώθηκενε αφ΄την καρέγα  του μπαρμπέρη και λε του γιατρού  « Πάμενε απάνω στο γιατρείο  μαζί, γιατί με χάνετενε απέ τον πόνο».  Αφήνει τον μπαρμπέρη σύξυλο και ο γιατρός του λέ μόλις εμπήκανε στο γιατρείο: «Κάτσε, α ψήσω ένα καφεδάκι και α βάλω την άσπρη  ρόμπα μου κι ύστερις α σε δω….» Εδεκεί ο Αργύρης  εφούντωσενε και λέ στο γιατρό. «Αφήτενε τους καφέδες και τις ρόμπες και στρωθήτενε  α μου βουλώσετενε  το δόντι δίχως χασομέρια.»

- Ε πάρε μια ανάσα,εδωνά  Δεσποινιώ, τώρα που ηφέρανε και τις ζεστούς λουκουμάδες.

- Ογιέσκε Νικούλα, γιατί βιάζομαι α πααίνω. Ήτρενε πίσω στο σπίτι ο Αργύρης  με το λωφορείο των 11 κι ήτανε μισοξουρισμένος και πρησμένος. Κατά τις 2 μ.μ. κτυπά το τελόφωνο κι ήταν ο μπαρμπέρης μαζί με το γιατρό  και μου λενε: « Ε Δεσποινιώ, ίντα κάμνει ο Αργύρης; Να ξέρεις, λε ο μπαρμπέρης,,ήσιασενε  το δόντι του μα απε μένα, ήφυε μισοξουρισμένος και μου χρουστεί το μισό ξούρισμα. Να πάρε και το γιατρό, γιατί κι ευτόνε εν τον πλέρωσενε. Ούτε που ερώτησενε ίντα του χρουστεί.»

-Κι εσύ ίντα τως είπες Δεσποινιώ μου;

- Ε να, εμένα μούρτενε αγγελοπετριά και κούπαση και λέω τως: « Φχαριστώ πολύ και να τον συμπαθάτενε. Μα εβδομηνταοχτώ χρονώ άθρωπος ειν ΄ο Αργύρης, εν τω ξέρετενε  πια,  πως εκτός από μεθυσμένος  είν και ξεμωραμένος;. Α κατήβω εγώ στη χώρα και α τα κανονίσομενε μα μετά την Πρωτοχρονιά.»  Ήκλεισα το τελόφωνο κι  εδεκείνη την ώρα, με ορμά ο Αργύρης και μου λέ «ίντα ‘ναι τούτα που τος είπες; Εσύ ΄σαι η ξεμωραμένη».  Όλη την υπόλοιπη μέρα εφήκαμενε στην πάντα τον πονόδοντο κι εφαωθήκαμενε σαν το σκύλο με τον κάτη για το ποιός είναι πιο ξεμωραμένος αφ΄τον άλλονε. Ο ένας  ήψαλενε  στον άλλονε τον αναβαλλόμενο και της κάτω γης τα χώματα. Εζαυλακώθηκα με τα πικρά που μου ξεστόμησενε μα το πρωί πια,το πήα λάου-λάουυ το πράμα. Γλέπεις ήτανε και Πρωτοχρονιά.  Το ΄φερα Νικούλα μου, στο μαλακό και τη γλυκιά τη γλώσσα, ήκαμά του και τον καφέ σαν που τον πίνει,  φουσκάτο με ολίγη μπας και  ξεχαστεί αφ΄τα χτεσινά...  Εθυμήθηκα κόρη μου  κι ευτό που  ήλεγενε  κι η γιαγιά μου. «Γλέπεις όλα τ΄αντρόγυνα και τα λες καλοπερνούνε κι είναι ευτυχισμένα… Μα έλα που πίσω αφ τις κλειστές  πόρτες, όλοι τως καυγαδίζουνε,  σκυλοφαώνουντενε και τρώουνται με τα ρούχα τως.» Άντε τώρα πάμενε α φύγομενε κι έχομενε και δουλειές. Ευτυχώς πού φαα τρεις λουκουμάδες κι εγλυκάθηκα …γιατί έδευτα που σου αράδιασα, ήτανε  σκέτη αλόη.

-Ώρα ΄ναι να φύομενε, μα τώρα που το ξανασκέβγομαι, τω όντι  ισχύει εδευτό το τελευταίο που΄λεγενε η γιαγιά σου Δεσποινιώ μου. Έτσινα η ζωή συνεχίζεται, σ΄όλα τα παλιά σπιτικά. Τα ίδια κάμνω κι εγώ με τον άντρα μου.  Τρωούμεστενε και ξανασμίγομενε  κι έτσινα μέλι –γάλας, α φτάσωμενε  μαζί ως τα γεράματα.  Μα στα καινούργια σπιτικά , ε σηκώνει καένας πια  μύα στο σπαθί του. Επέθανενε η «ΥΠΟΜΟΝΗ». Εδευτό γροικάς απέ πού βγαίνει; Αφ΄το ότι ο ένας φοβάται μην του πάρει τον αγέρα ο άλλος.   Άμα τους πιάσει το καυγαδόδοντο τως, ε σμίγουνε ύστερις ευτοί,  ούτε με το φιλί ούτε με το άλλο….  Γυρεύγουνε ολοΐσια σα λυσασμένοι διαζύγιο. Μπαίνει ο Αντίχριστος μέσα τως  ακόμη και για ψύλλου πήδημα…

-Ου εμένα α πεις που χω τέσσερα παιδιά και τα δυο ΄ναι χωρισμένα!!! Άντε καλό βράδι και τέτοια Πρωτοχρονιά που ηκάμαμενε κάλλιο α μη ξανάρτει  Να ‘ρκεται μόνο με γέλια και χαρές!!!

 

 

*   Ιάκωβος Γ. Μπριλής

Συν/χος μαθηματικός

Άλλες απόψεις: του Ιάκωβου Μπριλή*