
Έτσι, λοιπόν, για μια ακόμα χρονιά βρισκόμαστε σε απόσταση αναπνοής από την Πρωτοχρονιά. Και το μυαλό μας, βέβαια, όπως κάθε χρόνο, θα αρχίσει να κάνει βουτιές στο παρελθόν. Όσο μεγαλώνουμε τόσο μας καταγίνεται να θυμόμαστε τα παλιά, επειδή τα καινούργια δεν μας αρέσουν και τόσο… Και τι να μας αρέσει, εδώ που τα λέμε, αφού εδώ και πολλά χρόνια έχουμε μπει στο λούκι, οι έγνοιες είναι καθημερινές, τα προβλήματα πολλά, το στρίμωγμα πιεστικό. Και να πείτε ότι εκείνα τα παλιά ήταν ρόδινα; Δεν ήταν βέβαια, αφού ήταν φτωχά και μίζερα αλλά, να, έχουμε την αίσθηση ότι επειδή ακριβώς ήμασταν παιδιά δεν δίναμε και πολλή πολλή σημασία. Είχαμε, φυσικά, το παράπονο ότι κάποια άλλα παιδιά απολάμβαναν πιο πολλά από τα φτωχά, αλλά το καταπίναμε γιατί τα τελευταία ήταν πολύ πιο πολλά και έτσι ήταν στην ίδια μοίρα…
Μεγαλώνοντας, λοιπόν, αργά αρχίσαμε να σκεπτόμαστε τα παλιά και, συγκρίνοντάς τα με τα σημερινά, να τα νοσταλγούμε… Και ας είναι πολύ πιο καλά τα πράγματα από άποψης διαβίωσης σε σχέση με το παρελθόν. Και ας είχαμε όλα όσα δεν είχαμε τότε, κάτι όμως που δεν μας ενοχλούσε και πολύ, αφού όλοι σχεδόν δεν διέφεραν μεταξύ τους.
Λίγοι έκαναν τη διαφορά και ναι μεν μπορεί να ζηλεύαμε κάποια απ’ αυτά που είχαν κάποιοι άλλοι, αλλά δεν δίναμε μεγάλη βαρύτητα και σημασία. Νιώθαμε μιαν άλλη ζεστασιά και θαλπωρή μέσα στο σπίτι, κι ας δούλευε μόνο το μαγκαλάκι, κι ας έμπαινε κρέας στο τσουκάλι κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, κι ας ήταν η τσέπη του πατέρα σχεδόν άδεια.
Και ένα ερώτημα είναι πώς τότε ήμασταν, ας πούμε, ευτυχισμένοι και σήμερα αισθανόμαστε, όχι δυστυχισμένοι, αλλά όχι και απόλυτα ευχαριστημένοι. Γιατί σήμερα όλα μας φαίνονται ψεύτικα, ενώ τότε αληθινά. Υπάρχει απάντηση;
Του Δημήτρη Φρεζούλη






































