
Από τότε που άρχισαν να λιγοστεύουν οι ώρες της μέρας, πριν ακόμα αλλάξει η ώρα, ξεκίνησε και η αλλαγή της διάθεσής μας… Άλλο να βραδιάζει κατά τις 8:30 κι άλλο από τις 6 και με την αλλαγή της ώρας στις 5. Καθόμασταν στην αυλή μας, βλέπαμε τις βάρκες στο λιμανάκι, περνούσαν και κάποιοι άνθρωποι βολτάροντας, άλλοι μας έλεγαν και καμιά καλησπέρα. Με λίγα λόγια δεν αισθανόμασταν μοναξιά. Δεν ήμασταν, βέβαια, μέσα στην τρελή χαρά αλλά το «παλεύαμε». Είχαμε, βέβαια κοντά μας και τα παιδιά που μένουν εδώ και το πράγμα γλύκαινε. Η χαρά μας ολοκληρώθηκε όταν ήρθαν και τα άλλα παιδιά μας, από την Κρήτη.
Το «καλώς τους» βγήκε αυθόρμητα από το στόμα μας και έβγαινε από την ψυχή μας, όπως και όταν μας επισκέπτονται οι ντόπιοι μας. Παίρνουμε μιαν ανάσα και «δροσιζόμαστε». Τούτη τη φορά όμως θα χαιρόμασταν και τα ξενιτεμένα μας, γιατί τα άλλα τα είχαμε έτσι κι αλλιώς κοντά μας, αλλά τα ξενιτεμένα σου λείπουν, όπως και να το κάνουμε. Θα περνούσαμε ευχάριστα, όπως και περάσαμε, πέντε μέρες, καθώς πάντα η ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία σε αναζωογονεί…
Ξέρετε, το πιο άσχημα πράμα των γηρατειών είναι η μοναξιά, που έχει ως αποτέλεσμα οι ηλικιωμένοι να αρχίζουν να αισθάνονται κατάθλιψη, με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Δεν μπορείς να καταλάβεις, αν δεν το έχεις βιώσει, τι είναι να είσαι κλεισμένος μέσα στο σπίτι, να μην έχεις έναν άνθρωπο να ανταλλάξεις μια κουβέντα. Με την Φρόσω πενήντα πέντε χρόνια τα έχουμε πει όλα… Και περιμένεις, αλήθεια, τι; Τα παιδιά και εγγόνια, και μια επίσκεψή τους για να συνεχίσεις να ζεις. Και όταν έρχονται ή πάμε στους ντόπιους είναι μια όαση.
Και, βέβαια, τους υποδέχεσαι με ανοικτές αγκάλες και τους κοντινούς και τους μακρινούς με ένα «βρε καλώς τους» που το λες με όλη την καρδιά σου, γιατί σου δίνουν μεγάλη χαρά και σου ανανεώνουν την επιθυμία να ζήσεις και να τους περιμένεις και την επόμενη φορά… Με ένα «Καλώς τους»!
Του Δημήτρη Φρεζούλη





































