Άρθρο με αφορμή την Γιορτή της Μητέρας

Σάβ, 09/05/2026 - 23:17

Σας επισυνάπτω ένα από τα κείμενα της συγχωρεμένης της γιαγιάς μου, Δανάης Ξενάκη, που μου εμπιστεύτηκε λίγο πριν πεθάνει πέρυσι στις 25/1/25, με την υπόσχεση που της έδωσα να δημοσιοποιηθεί στην σελίδα σας.

Ευχαριστώ

Με εκτίμηση,

Ίνα Φόρου Ξενάκη

Για τα παιδιά μου

 

15-10-2017 Δανάη Ξενάκη

 

Παιδούλα 6-7 χρόνων είχα την τύχη να είμαι το μικρότερο παιδί της πολλή μεγάλης οικογένειας που είχε 7 κορίτσια κι 1 αγόρι. Είχα πολλή αγάπη από τις μεγαλύτερες αδερφές μου, παρά από την Μητέρα μου, έτσι τουλάχιστον νόμιζα. Η αλήθεια είναι την Μητέρα μου την θυμάμαι πάντα απασχολημένη πάνω από το τσουκάλι και το νεροχύτη. Τη δικαιολογώ γιατί πως να τα φέρει βόλτα με τόσα παιδιά, την μόνη βοήθεια που είχε ήταν κάθε 15 μέρες μια πλύστρα όταν τα αδέρφια μου ήταν μικρά για να κάνει την μπουγάδα, πάντως είμαι ευχαριστημένη πολλή από την Οικογένειά μου, μου έμαθαν να βοηθώ τους ανήμπορους, δηλαδή σεβασμό, αγάπη κι όχι ζήλια και να δοξάζουμε το Θεό γι’ αυτά που μας έδωσε. Ήταν καλοκαίρι αν θυμάμαι καλά, διότι τώρα που γράφω αυτά είμαι σε βαθιά γεράματα 86 χρόνων πήρα το ερέθισμα να γράψω αυτά τα λόγια για να θυμούνται τα αγαπημένα μου παιδιά πόσο αλλιώτικος ήταν ο κόσμος.
Ήταν Ιούνιος του 39, μια παιδούλα ανέμελη χωρίς ακόμα να ξέρω τί θα πει ζωή, όλος ο κόσμος μου ήταν τα γατάκια μου, οι τενεκέδες ν’ ασπριστούνε με φρέσκο ασβέστη, να τις περιποιηθούν οι μεγάλες μου αδερφές, να φυτέψουμε τις καινούργιες γαριφαλιές και να χαρίσουν μια και την περιποιόμουνα εγώ, ήταν η δική μου, να με λούσουν κάθε Σάββατο, να μου κάνουν ρουλό στη μέση του κεφαλακιού μου και γύρω γύρω μπούκλες. Είχα ξανθά και σγουρά μαλλάκια που τότε ήταν προνόμιο τα σγουρά μαλλιά, την Κυριακή να πάμε στην εκκλησία, οι ανθρώπινες σχέσεις τότε ήταν διαφορετικές. Ο Πατέρας μου κάθε Κυριακή πήγαινε από το Φραγκοβούνι που ήταν το μεγάλο μας κτήμα και πήγαινε στου Γκιάζου στα πατρογονικά των γονιών του που έμενε ο μεγάλος του αδερφός, θυμάμαι στην τοπική εφημερίδα σε μια στήλη διάβασα για της κόρης το Γεφύρι που 80 χρόνια ακούω πως θα γίνει φράγμα και θα σταματήσει η ιστορία του νερού, ένα ένα τα περιβόλια ξεραίνονται διότι αυτό οφείλεται στους ανίδεους που έφτιαξαν Γεωτρήσεις κι ‘έφεραν τη θάλασσα μέσα στα πηγάδια μας, όταν λοιπόν διάβασα πως ούτε εφέτο θα τελειώσει το φράγμα θυμήθηκα κάθε 4 χρόνια κάνουν εκλογές, θα υποσχεθούνε την αποπεράτωση του έργου, διαλυμένο κράτος, μόνο αηδία σου προξενούν οι ειδήσεις.
Κάθε Κυριακή ο Πατέρας μου έστρωνε το μουλάρι μας, την Ψαρή μας όπως την έλεγε να πάμε στου αδερφού του, στα καπούλια του μουλαριού ένα άσπρο μπογοπάνι να καθίσω εγώ, στο δρόμο όμως κάναμε και κονάκια. Οι φίλοι του οι περιβολάρηδες κάθονταν στην αυλόπορτα και τον περίμεναν να πούνε λίγα λόγια για τα περιβόλια. Πόσο θα πουληθεί η χιλιάδα τα μανταρίνια, πόσες οκάδες ή πόσες χιλιάδες να δούμε ο τάδε έμπορος μου έδωσε αυτήν την τιμή, πρώτο κονάκι ήταν του Μικέ του Κλούβα, μετά την Παναγιά την Παχιά είναι το περιβόλι του. Ο Μαστρο Μικές όπως εμείς από πολύ μικρά μιλούσαμε στον πληθυντικό κι εδώ στο αγαπημένο μου νησί τους μεγάλους ανθρώπους τους λέγαμε θείους. Έλεγε λοιπόν ο Μαστρο Μικές στον πατέρα μου, “Βρε Κωστίνο που θα πάει λίγος καιρός πια μένει θα γίνει το φράγμα της κόρης το γεφύρι να ποτίζουμε τα περιβόλια μας σκέψου δε πόσο αδύνατη είναι η αγελάδα μου γιατί την άλλη που έχω αρμέγεται και δεν τη βάζω καθόλου στο μάγκανο, διότι θέλω γάλα για τα παιδιά. Είχε κι εκείνος 9 παιδιά, εσύ Κωστίνο μου έχεις μηχανή, ο συγχωρεμένος ο Πατέρας μου είχε μηχανή η πρώτη που ήρθε πάνω στη Χίο. Ήταν προνόμιο αυτό. Δεύτερο κονάκι του Αναστασάκη του Ινδιάνου όπως τον έλεγαν. Είχε κάνει περιουσία στην Ινδία και γι’ αυτό λεγόταν Ινδιάνος. Μετά του Αντουάννου του Τέττερη, εκεί ο Πατέρας μου κάθιζε πιο πολλή, ήταν από τους αγαπημένους του φίλους, έλεγαν τα πιο πολλά νέα, γιατί ο κυρ Αντουάνος ήταν χρόνια στην Αίγυπτο. Είχε κι αυτός ο άνθρωπος δύο κορίτσια κι ένα αγόρι, όταν τελικά φτάναμε στου Γκιάζου ο θείος Σταμάτης έλεγε στον Πατέρα μου, βρε Κωστίνο που σούβλισε το φανάρι, δηλαδή ότι πήγε αργά ο θείος μου, δεν είχε περιβόλι, είχε φούρνο και μπακάλικο κι εγώ βιαζόμουν να φτάσουμε στου θείου να μου δώσει μια καραμέλα μακρουλή και μερικές καραμέλες μέσα από μια γυάλα κόκκινες της κανέλας που έχουν περάσει τόσα χρόνια και την γεύση τους νομίζω ότι είναι ακόμα στο στόμα μου χρόνια ευλογημένα. Ο Πατέρας μου είχε πολλούς φίλους κι ήταν από τους καλούς κυνηγούς, να γράψω μερικούς, τον Ροδοκανάκη που του είχε βαφτίσει την Ροδόπη μας, την πρώτη του κόρη και τον είχε στεφανώσει τον Μενέλαο και τον Κώστα Παντελίδη, ο Μενέλαος, νονός της αδερφής μου Κορνηλίας κι ο Κώστας της Υπατίας. Τον Τζώρτζη τον Χωρέμη, τον Λεωνίδα τον Καλβοκορέση, τον τότε δήμαρχο, ένα δικηγόρο Μαύρος το επίθετο, τον Βυρσοδέψη τον Καλουτά που ήταν και νονός του αδερφού μου. Όλους αυτούς τους γνώρισα εκτός από τον Μενέλαο Παντελίδη και τον Ροδοκανάκη και φυσικά τον μισό Κάμπο. Αχ βρε μπαρμπα Κωστίνο, το μόνο σου ελάττωμα ήταν όπως λένε τώρα οι ανεγκέφαλοι που έκανες πολλά παιδιά, εγώ το αποσπόρι σου, το Δαναγάκι σου λέω καλά έκανες Πατέρα μου, το μόνο μου παράπονο είναι και τα’ χω με την κακή σου μοίρα που δεν σε αξίωσε ο θεός να πας στην Αργεντινή να δεις τους συνεχιστές της ταπεινής σου οικογένειας. Εμένα με αξίωσε ο Θεός κι ας είναι καλά με πήγε η κόρη μου, ίσως ποτέ δεν θα μάθω γιατί πήραν εμένα μαζί, τέλος για εμένα αυτό ήταν ένα άπιαστο όνειρο και οφείλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ.
Τώρα λοιπόν, 86 χρονών με άσπρα μαλλιά, με τα προβλήματα υγείας, όχι πολλά αλλά πάντα κάτι παρουσιάζεται, με τα γυαλάκια μου, με τις παραξενιές μου, με τα παράπονά μου και μ' έναν κόμπο στην ψυχή που θέλω να βλέπω τα παιδιά μου αγαπημένα και για κάθε τους πρόβλημα στεναχωριέμαι πολύ, και μου λένε να ξεχάσω τα παλιά, να ξεχάσω τον ήχο του Μάγκανου, τα καπούλια του μουλαριού, την Βαρκάδα από τον Καρφά μέχρι την Αγία Ερμιόνη, το φανάρι να ανάψει η Μαμά μου κι εγώ να το κατεβάσω στον Μπαμπά και στο κοπέλι, να βλέπουν να αρμέξουν τα ζώα, τις κόκκινες καραμέλες της κανέλας, το γλειφιτζούρι από το θείο μου, τον πολλαπλασιασμό της Γαρυφαλιάς με κοτσάκια, και να ξεχάσω | το Φράγμα κι ας αγοράζουμε και το Νερό της ΚΟΡΗΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ είναι ΜΥΘΟΣ | εκείνο όμως που ποτέ δεν θα ξεχάσω είναι που νιώθω τόση μεγάλη υπερηφάνεια που ήμουν κόρη ΑΓΡΟΤΗ κι είμαι υπερήφανη για το επάγγελμα του Κωστίνου του Μάσχα του Οικογενειάρχη, του καλού κυνηγού με τους πολλούς φίλους.

Σχετικά Άρθρα