Το φίδι και το κυπαρίσσι

Ένα... παραμύθι της Μέλης Τσακού _ Βυζανιάρη
Δευ, 19/10/2020 - 16:49

Το πιο ψηλό και καμαρωτό δέντρο σε κείνο το λιβάδι ήτανε ένα κυπαρίσσι. Έτσι κι αλλιώς, βέβαια, δεν υπήρχαν και πολλά άλλα δέντρα τριγύρω, γιατί το λιβάδι ήταν για να βόσκουν τα ζώα. Σε κάποια σημεία του, που ήταν βολικά για τους ανθρώπους, κάποιοι έσπερναν σιτάρι και κριθάρι για εκείνους και για τα ζωντανά τους. Έτσι, το κυπαρίσσι μας στεκόταν καμαρωτό-καμαρωτό δίπλα σ’ έναν πέτρινο μαντρότοιχο, κι έβλεπε ολόγυρα, ως πέρα μακριά, που φαινόταν λιγάκι η θάλασσα.

Συνήθως τα κυπαρίσσια βρίσκονται σε κοιμητήρια, γιατί, έτσι που η κορφή τους σηκώνεται ψηλά στον ουρανό, συμβολίζει τις ψυχές που φεύγουν από τη γη και ταξιδεύουν προς το Θεό. Τούτο, όμως, είχε φυτρώσει εκεί μοναχό του, όχι από χέρι ανθρώπου, ίσως από κάποιο σπόρο που κουβάλησε ένα πουλάκι.

Μέσα στην πυκνή φυλλωσιά του, που δεν την έχανε ούτε τον χειμώνα, σαν άλλα φυλλοβόλα δέντρα, φώλιαζαν πάρα πολλά πουλιά όλων των ειδών. Κι έτσι, κάθε βράδυ, μόλις έπεφτε ο ήλιος, άρχιζαν όλα μαζί τη βραδινή τους προσευχή. Ένα πανδαιμόνιο από τιτιβίσματα όλων των ειδών: από το γλυκό κελάιδισμα της καρδερίνας ως το άσχημο κρώξιμο του κορακιού! Κι όταν πια το φως χανόταν, όλα μαζί σώπαιναν μονομιάς.

Εκεί είχε τη φωλιά της κι η σοφή κουκουβάγια, που ήξερε να δίνει σωστές συμβουλές στα υπόλοιπα πουλάκια, κάθε φορά που υπήρχε ένα πρόβλημα ή μια απορία. Μόνο που, συνήθως, η κουκουβάγια κοιμόταν τη μέρα και ξυπνούσε με το σούρουπο, μιας και είναι νυκτόβιο πουλί. Εκείνη ακριβώς την ώρα, που ξυπνούσε, έβρισκε ένα σωρό πουλιά να την περιμένουν υπομονετικά για να της ζητήσουν τη συμβουλή της.

Εκείνο το βραδάκι, όμως, η κουκουβάγια ξύπνησε απότομα από τρομαγμένα τιτιβίσματα. Άνοιξε τα μεγάλα της μάτια και, με θαμπό βλέμμα, κοίταξε γύρω της στο σμήνος των διαφόρων πουλιών που είχαν έρθει στη φωλιά της.

«Τι τρέχει; Τι πάθατε; Γιατί με ξυπνήσατε πριν την ώρα μου, μου λέτε;» είπε θυμωμένη.

«Κίνδυνος! Κίνδυνος! Ένα φίδι σέρνεται εδώ και ώρα στη ρίζα του δέντρου μας, κάνει γύρους και κοιτάει προς τα πάνω. Τώρα ετοιμάζεται να ανέβει, να το, το βλέπεις; Ξύπνα, ξύπνα, σου λέμε!» φώναξαν τα πουλιά.

Πραγματικά! Ένα πολύ μεγάλο φίδι είχε αρχίσει κιόλας να τυλίγεται γύρω από τον κορμό του δέντρου και να σέρνεται προς τα πάνω! Ήταν φανερό πως είχε βάλει στο μάτι τις φωλιές των πουλιών. Ήξερε πως μέσα τους θα έβρισκε νεογέννητα πουλάκια ή αβγουλάκια, που ήταν, και τα δυο, ωραιότατος μεζές…

Η κουκουβάγια τίναξε τα φτερά της. Έπρεπε να σκεφτεί κάτι, και γρήγορα μάλιστα. Ήδη το φίδι πλησίαζε στα χαμηλότερα κλαδιά! Γύρω της, τα πουλάκια φτεροκοπούσαν τρομαγμένα, μη ξέροντας τι να κάνουν για να σώσουν τα μικρά τους.

«Γρήγορα!» είπε η κουκουβάγια. «Φωνάξτε τα σκιουράκια!»

Ήρθαν σαν τον άνεμο, πηδώντας από τα κλαδιά ενός μικρότερου δέντρου εκεί κοντά, για ν’ αποφύγουν το φίδι που όλο και πλησίαζε.

«Κόψτε με τα δόντια σας τα κυπαρισσόμηλα! Γρήγορα! Και αρχίστε να τα πετάτε με δύναμη πάνω στο φίδι. Κι εσείς, κοράκια, αρχίστε να του τσιμπολογάτε το σώμα, με προσοχή, όμως, μην κινδυνέψετε! Κι οι υπόλοιποι, να φτεροκοπάτε τριγύρω του για να τα χάσει και να μην ξέρει από πού να προφυλαχτεί!» έδωσε οδηγίες η κουκουβάγια.

Όλα μαζί τα ζωάκια ξεκίνησαν τη μάχη με τον εχθρό. Το καθένα έκανε ότι μπορούσε, μερικές φορές βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή του, γιατί το φίδι είχε αρχίσει να κουνάει το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά, προσπαθώντας ν’ αρπάξει κάποιο πουλάκι. Όταν, όμως, τα κυπαρισσόμηλα άρχισαν να το σφυροκοπούν αδιάκοπα, κατάλαβε πως είχε χάσει τη μάχη. Αφέθηκε να πέσει με ορμή στο έδαφος κι απομακρύνθηκε σέρνοντας το κορμί του γρήγορα και χάθηκε.

«Ζήτω!» φώναζαν όλα μαζί τα πουλάκια, ευχαριστώντας τα σκιουράκια για την πολύτιμη βοήθειά τους. Κι όταν όλα ησύχασαν κι ο κίνδυνος είχε φύγει, μαζεύτηκαν γύρω από την κουκουβάγια για να την ευχαριστήσουν για την ιδέα που είχε.

«Τι θα κάναμε χωρίς εσένα; Μας έσωσες τη ζωή και τη ζωή των μικρών μας. Ευχαριστούμε πολύ!» είπαν με ευγνωμοσύνη.

«Εγώ δεν έκανα τίποτα» είπε η σοφή κουκουβάγια. «Εσείς, με την καλή συνεργασία και την ομαδική δουλειά τα καταφέρατε. Να το θυμόσαστε αυτό!»

Σε λίγο, η ησυχία της νύχτας έκλεισε μέσα της όλες εκείνες τις ψυχούλες, τις μανούλες που ζέσταιναν κάτω από τις φτερούγες τους τα μικρά τους…

 

Σχετικά Άρθρα