Ο Αντώνης Μυριαγκός αποδεικνύει πως η καριέρα δεν είναι αγώνας δρόμου που τελειώνει στα 30

Τρί, 29/09/2026 - 07:09


Ο Αντώνης Μυριαγκός σπούδασε ζωγραφική, δούλεψε ως εικαστικός, στράφηκε στην υποκριτική και χρειάστηκε χρόνια θεατρικής δουλειάς μέχρι να γίνει ευρύτερα γνωστός. Στα 52 του ήρθε ο «Καποδίστριας» και στα 53 τα «Δύο μαύρα πουκάμισα», θυμίζοντας πως η καριέρα δεν χρειάζεται να χωράει σε μία μόνο επιλογή ούτε να έχει «τακτοποιηθεί» μέχρι τα 30.

 

Ο Αντώνης Μυριαγκός δεν μπήκε στην υποκριτική ακολουθώντας μια ευθεία διαδρομή. Πριν γίνει ο Καποδίστριας του Γιάννη Σμαραγδή και ένας από τους πρωταγωνιστές της σειράς του MEGA «Δύο μαύρα πουκάμισα», είχε ήδη διαμορφώσει μια ζωή ανάμεσα στη ζωγραφική, το θέατρο και τις εικαστικές τέχνες.

Τον τελευταίο χρόνο το όνομά του βρέθηκε ξαφνικά πολύ πιο κοντά στο ευρύ κοινό. Η κινηματογραφική επιτυχία του «Καποδίστρια» τον έφερε στην πρώτη γραμμή, ενώ η νέα δραματική σειρά «Δύο μαύρα πουκάμισα» τον συστήνει πλέον σε ένα πολύ μεγαλύτερο τηλεοπτικό κοινό. Πίσω από αυτή την αναγνωρισιμότητα, όμως, υπάρχει μια καλλιτεχνική διαδρομή που είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και σε μεγάλο βαθμό μακριά από την τηλεοπτική δημοσιότητα.

Ο Αντώνης Μυριαγκός γεννήθηκε στη Χίο το 1973, αλλά τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Μόντρεαλ. Έφυγε από τη Χίο όταν ήταν μόλις ενός έτους και επέστρεψε στην Ελλάδα μέχρι τη Δευτέρα Δημοτικού. Ο ίδιος έχει περιγράψει εκείνη την περίοδο ως καθοριστική: ένα παιδικό περιβάλλον γεμάτο αγάπη, αλλά παράλληλα με συναισθηματική αστάθεια, που συνδεόταν και με την ασθένεια του πατέρα του. Χρόνια αργότερα θα έλεγε ότι, τώρα που έχει δικά του παιδιά, καταλαβαίνει διαφορετικά όσα κουβαλά ο άνθρωπος από την οικογένειά του.

 

Η ζωγραφική ήρθε σχεδόν φυσικά. Από παιδί ζωγράφιζε και, όταν επέστρεψε στην Αθήνα, οδηγήθηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Εκεί σπούδασε ζωγραφική κοντά στον Δημοσθένη Κοκκινίδη και τον Δημήτρη Μυταρά, δύο σημαντικές μορφές της ελληνικής ζωγραφικής. Η εικαστική πλευρά δεν υπήρξε, επομένως, ένα παράλληλο ενδιαφέρον που προστέθηκε αργότερα στο βιογραφικό του αλλά η αρχική του κατεύθυνση. Συμμετείχε σε ομαδικές εκθέσεις και εργάστηκε ως ζωγράφος, αλλά και σε διαφορετικά πεδία που συνδέονται με την εικόνα και τη σκηνή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμμετοχή του στην «Κλεψύδρα» της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004, όπου εργάστηκε στην κατασκευή των κοστουμιών και στο μακιγιάζ. Εκεί βρίσκεται ήδη το νήμα που ενώνει τις εικαστικές τέχνες με το θέατρο: η εικόνα, το σώμα, η μεταμόρφωση και η σκηνική παρουσία αρχίζουν να συναντώνται στην ίδια δουλειά.

 

Η ζωγραφική δεν του αρκούσε

Η υποκριτική μπήκε στη ζωή του αργότερα και όχι ως προαποφασισμένος στόχος. Είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Καλών Τεχνών, είχε τελειώσει τη στρατιωτική του θητεία και είχε αρχίσει να δουλεύει πάνω στη ζωγραφική, έχοντας μάλιστα δικό του ατελιέ. Κάποια στιγμή, όπως έχει εξηγήσει, ένιωσε την ανάγκη να έρθει πιο κοντά στους ανθρώπους. Η μοναχικότητα του εικαστικού δεν του ήταν πλέον αρκετή.

Ένα σεμινάριο με τον Δημήτρη Καταλειφό ήταν ένα από τα βήματα που τον οδήγησαν προς τη δραματική σχολή «Εμπρός – Θέατρο Εργαστήριο», όπου σπούδασε με την Άννα Μακράκη, τον Δημήτρη Καταλειφό και τον Τάσο Μπαντή. Η υποκριτική δεν κέρδισε αμέσως τη θέση της ζωγραφικής. Για αρκετό καιρό ο ίδιος παρέμενε σε μια διαδικασία αναζήτησης. Τελικά, όμως, αυτό που τον τράβηξε ήταν ακριβώς η σχέση με τον άλλον, η ζωντανή επαφή που δεν υπήρχε με τον ίδιο τρόπο μέσα στο ατελιέ.

 

Από το 2005 συνεργάζεται με το Θέατρο Άττις και τον Θεόδωρο Τερζόπουλο. Η συνεργασία αυτή υπήρξε καθοριστική. Ο Μυριαγκός συμμετείχε σε παραστάσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έγινε μέρος ενός θεατρικού κόσμου ιδιαίτερα απαιτητικού ως προς τη σωματικότητα, την πειθαρχία και την παρουσία του ηθοποιού στη σκηνή. Η διαδρομή του περιλαμβάνει μεταξύ άλλων συνεργασίες στο Φεστιβάλ Αθηνών, στην Ελλάδα και εκτός συνόρων, σε έργα από τον Σοφοκλή και τον Αισχύλο μέχρι τον Τσέχοφ, τον Ντοστογιέφσκι και τον Ίψεν.

Στη σκηνή έχει υποδυθεί τον Κρέοντα στην «Αντιγόνη», τον Ξέρξη στους «Πέρσες», τον Τορβάλντ στη «Νόρα», τον Θυέστη, ενώ τα τελευταία χρόνια συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως ο Θάνος Παπακωνσταντίνου, η Έφη Μπίρμπα και ο Γιάννης Χουβαρδάς. Το θέατρο παρέμεινε σταθερός άξονας ακόμη και όταν το σινεμά και η τηλεόραση άρχισαν να του προσφέρουν μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα.

 

Από τον «Καποδίστρια» στην ευρεία αναγνωρισιμότητα

Στον κινηματογράφο είχε ήδη κάνει μικρότερες εμφανίσεις, μεταξύ άλλων στον «El Greco» του Γιάννη Σμαραγδή, αλλά και στις ταινίες «The Waiter», «Μικρά όμορφα άλογα» και «Πανίδα». Η συνεργασία του με τον Σμαραγδή, επομένως, δεν ξεκίνησε με τον «Καποδίστρια». Χρόνια μετά την πρώτη τους συνάντηση, ο σκηνοθέτης τού εμπιστεύτηκε τον κεντρικό ρόλο της ιστορικής ταινίας.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 25 Δεκεμβρίου 2025 και σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Στο πρώτο τετραήμερο προβολής της έκοψε 144.712 εισιτήρια πανελλαδικά, καταγράφοντας το μεγαλύτερο άνοιγμα ταινίας για το 2025, ενώ στη συνέχεια βρέθηκε ανάμεσα στις πιο επιτυχημένες ελληνικές ταινίες. Για τον Μυριαγκό, ο ρόλος του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας αποτέλεσε το σημείο στο οποίο μια πολυετής θεατρική διαδρομή συναντήθηκε με ένα κοινό πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που παρακολουθούσε μέχρι τότε τη δουλειά του.

 

Και είναι χαρακτηριστικό ότι, μιλώντας τώρα στο ΒΗΜΑ, δεν στέκεται τόσο στην αναγνωρισιμότητα όσο στην ίδια τη δουλειά του ηθοποιού. Περιγράφει την υποκριτική ως «σοβαρό παιχνίδι», μια διαδικασία στην οποία ο ηθοποιός καλείται να μπει πραγματικά μέσα στον ρόλο, χωρίς να χάνει την αίσθηση του παιχνιδιού που βρίσκεται στον πυρήνα της. Παράλληλα, μιλά για την ανάγκη να παραμένει «αφύλακτος» μπροστά στην κάμερα και στη σκηνή, να αφήνεται δηλαδή στην έκθεση που απαιτεί η δουλειά και να μην προσπαθεί διαρκώς να προστατεύσει τον εαυτό του.

Σε αυτή τη λογική εντάσσεται και μια φράση του που δίνει ίσως το πιο καθαρό στίγμα της σημερινής του στάσης απέναντι στην υποκριτική: «Δεν χρειάζεται να νιώθω ότι είμαι ο τέλειος». Ο Μυριαγκός μιλά ανοιχτά για τις αστοχίες και την αποδοχή τους, χωρίς να αντιμετωπίζει κάθε λάθος ως απειλή για την εικόνα του ηθοποιού. Αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι να παραμένει παρών στη διαδικασία και να διατηρεί τη χαρά της δουλειάς, ακόμη και στις πιο απαιτητικές περιόδους.

 

Ο άνθρωπος πίσω από τους ρόλους

Μακριά από τη σκηνή και την κάμερα, ο Μυριαγκός κρατά χαμηλούς τόνους. Έχει δύο παιδιά στην εφηβεία, τα δίδυμα Κωστή και Δέσποινα. Έχει μιλήσει για τη δυσκολία να συνδυάζει τα απαιτητικά ωράρια της δουλειάς με την οικογενειακή ζωή, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η πατρότητα τον έκανε να ξαναδεί τη δική του παιδική ηλικία. Η οικογένειά του είναι ένα από τα λίγα κομμάτια της προσωπικής του ζωής για τα οποία έχει μιλήσει δημόσια με μεγαλύτερη άνεση.

Στις συνεντεύξεις του, περισσότερο από τις λεπτομέρειες της καθημερινότητάς του, επιστρέφει στις τέχνες, στην οικογένεια και στους ανθρώπους που διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τη δουλειά του.

 

Ο Σήφης στα «Δύο μαύρα πουκάμισα»

Αυτή την περίοδο, το τηλεοπτικό κοινό τον βλέπει στα «Δύο μαύρα πουκάμισα» του MEGA, τη νέα δραματική σειρά που βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Μένιου Σακελλαρόπουλου. Η σειρά έκανε πρεμιέρα στις 20 Σεπτεμβρίου με διπλό επεισόδιο και έχει στο επίκεντρο δύο άνδρες που έχουν μεγαλώσει μαζί σαν αδέλφια και μια γυναίκα που θα ανατρέψει τις ισορροπίες τους.

Ο Μυριαγκός υποδύεται τον Σήφη Σκαρφαλάκη, έναν Κρητικό δάσκαλο, ήρεμο, μετρημένο και εσωστρεφή, ο οποίος έχει σπουδάσει στην Αθήνα και επιστρέφει στον τόπο του. Σε αντίθεση με τον παρορμητικό Μανούσο του Βασίλη Μπισμπίκη, ο Σήφης λειτουργεί περισσότερο με τη λογική και την ευθύνη. Οι δύο άνδρες συνδέονται με βαθιά φιλία, μέχρι που η Μαρκέλλα, την οποία υποδύεται η Μαριάννα Κιμούλη, μπαίνει ανάμεσά τους.

Ο ρόλος του Σήφη είναι και η αφορμή για την πρόσφατη συζήτησή του στο ΒΗΜΑ, όπου ο Μυριαγκός μιλά για τον τρόπο με τον οποίο πλησιάζει έναν χαρακτήρα και για τη στιγμή που ο ηθοποιός βρίσκεται μπροστά στην κάμερα χωρίς προστατευτικά. Δεν αντιμετωπίζει τη δουλειά ως άσκηση τελειότητας· περισσότερο τον απασχολεί το να παραμένει ανοιχτός σε ό,τι μπορεί να προκύψει μέσα από τη διαδικασία.

Παράλληλα με την τηλεόραση, η θεατρική του πορεία συνεχίζεται. Μετά τον «Dracula» του Θάνου Παπακωνσταντίνου, όπου υποδύθηκε τον Κόμη Δράκουλα, ο Μυριαγκός θα βρεθεί φέτος στη σκηνή μαζί με τον Αιμίλιο Χειλάκη και την Αθηνά Μαξίμου στο «Ο Θάνατος και η Κόρη» του Ariel Dorfman, σε σκηνοθεσία Μανώλη Δούνια και Αιμίλιου Χειλάκη.

Στα 53 του, ο Αντώνης Μυριαγκός βρίσκεται σε ένα σημείο όπου η ζωγραφική, το θέατρο, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση συνυπάρχουν χωρίς το ένα να ακυρώνει το άλλο. Η αναγνωρισιμότητα που έφερε ο «Καποδίστριας» και τώρα τα «Δύο μαύρα πουκάμισα» ήρθε έπειτα από δύο δεκαετίες δουλειάς στο θέατρο, αλλά ο ίδιος εξακολουθεί να μιλά περισσότερο για τη διαδικασία παρά για το αποτέλεσμα.

ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ, Το Βήμα

Σχετικά Άρθρα