1822. Η καταστροφή της πόλης Χίου και η μεγάλη Σφαγή

Δευ, 26/09/2022 - 18:14

Ομιλία στη λήξη των τριημέρων εκδηλώσεων «Δρόμος μνήμης (λαμπαδηδρομία) των Σφαγών της Χίου» την Κυριακή 25.9.2022, στην πλατεία Βουνακίου.

 

Η Χίος πριν την Επανάσταση ήταν ένας τόπος πολυάνθρωπος και ευδαίμων. Χαρακτηρίστηκε ως η βασίλισσα του Αρχιπελάγους και ως το νησί των μακάρων. Στη δημιουργία υψηλής ποιότητας συνθηκών διαβίωσης συνετέλεσαν τα φυσικά πλεονεκτήματα του τόπου, οι πατροπαράδοτες αρετές των κατοίκων και οι ευνοϊκές ιστορικές συγκυρίες. Εκτός από τα προνόμια που παρείχαν πολλές ελευθερίες, ακμάζουσα ήταν η οικονομία, με τη συμβολή των χιακών εμπορικών δικτύων, που ανέδειξαν τη γενέτειρα ως ονομαστή στα γράμματα και τις τέχνες, στις εντυπωσιακές κοινωνικές εκδηλώσεις και στα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα.

Ο όλεθρος του 1822 αποτελεί θλιβερό ορόσημο στην ιστορία της. Οι κάτοικοι χάθηκαν με σφαγές, αιχμαλωσία, λοιμώδη νοσήματα. Τα λαμπρά οικοδομήματα πυρπολήθηκαν και γκρεμίστηκαν. Οι ιεροί τόποι λεηλατήθηκαν και βεβηλώθηκαν. Τα ζηλευτά εκπαιδευτικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα διαλύθηκαν. Οι καλλιέργειες καταστράφηκαν. Οι εμπορικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες εξέλιπαν. Οι αξιοθαύμαστες πολιτικές και κοινωνικές δομές κατέρρευσαν. Οι επιζώντες ζούσαν με τη φρίκη όσων βίωσαν και τον πόνο για τους νεκρούς και τους αιχμαλώτους.

 Θρηνούμε τους 42.000 χιλιάδες νεκρούς, την πικρή μοίρα των 52.000 αιχμαλώτων και πρωτίστως τιμούμε αυτή τη μεγάλη θυσία, που αφύπνισε την οικουμένη υπέρ του ελληνικού αγώνα. Για τα φοβερά γεγονότα έχουν γραφεί χιλιάδες σελίδες και νέα στοιχεία προσθέτει η ιστορική έρευνα. Αναλύθηκαν εκτενώς οι λόγοι για τους οποίους οι σκλαβωμένοι Χιώτες λαχταρούσαν να ελευθερωθούν και να βοηθηθεί η Επανάσταση οικονομικά και γεωστρατηγικά, όπως επίσης και οι σημαντικοί αποτρεπτικοί παράγοντες που οδήγησαν σε αποτυχία και τις τρεις επαναστατικές προσπάθειες.

 Έχουν γίνει ιδιαίτερα γνωστά όσα φρικιαστικά διαδραματίστηκαν στον Άγιο Μηνά, τη Νέα Μονή, τον Ανάβατο, το Κάβο Μελανειός και αλλού, ωστόσο δεν έχει τονιστεί το μέγεθος της καταστροφής στην πόλη της Χίου, την πρωτεύουσα του νησιού, που υπήρξε το μεγάλο σφαγείο. Ο ανδριάντας του Μητροπολίτη Πλάτωνα και το μνημείο των απαγχονισθέντων προκρίτων (εδώ) στην πλατεία γνωστοποιούν τη θυσία των εκκλησιαστικών και πολιτικών αρχόντων, όμως δεν υπάρχει μνεία των χιλιάδων λαού που άφησαν την τελευταία τους πνοή στα χέρια των φοβερών διωκτών τους.

Σ’ αυτά, τα της πόλης, εν συντομία, θα εστιάσουμε.

 

Ο πληθυσμός της πόλης πριν το 1822 ανέρχονταν σε 30.000 (από τις 120.000 όλου του νησιού). Μόνο περί τους 3.000 ήταν οι Τούρκοι, που κατοικούσαν στο Κάστρο, όπου και οι λίγοι Εβραίοι, ενώ οι 2.000 Καθολικοί στη Φραγκοπαροικιά.

«Ἡ ὡραιοτάτη πόλις τοῦ Αἰγαίου» όπως χαρακτηριζόταν, κτισμένη αμφιθεατρικά γύρω από το κάστρο, ήταν πυκνοδομημένη με σπίτια και εργαστήρια που ανέρχονταν σε 4.000. Μεγάλες συνοικίες της πόλης εκτείνονταν από την Ατσική, ψηλά ως την Τρουλωτή και μέχρι τη Ράμνη. Στην Ἁπλωταριά και στον Ἐγκρημνό κατοικούσαν οι ευπατρίδες και οι έμποροι, ενώ στο Παλαιόκαστρο οι τεχνίτες. Στις 47 ενορίες, το πλήθος των εκκλησιών της πόλης, που ξεπερνούσαν τις 300, προξενούσε έκπληξη. Μητροπολιτικός ναός από το 1700 ως το 1822 ήταν του Αγ. Νικολάου Βασιλικάρη στην Απλωταριά, του οποίου κανένα ίχνος δεν υπάρχει σήμερα πλην της ομωνύμου οδού. Πριν από αυτόν ο Άγ. Βασίλειος Πετροκοκκίνων, τα ερείπια του οποίου είναι στο Δημοτικό Κήπο, και ο Ταξιάρχης της Καμπάνας, μικρός σήμερα ευκτήριος οίκος. Στον Επάνω Αιγιαλό υπήρχαν τα βυρσοδεψεία και σειρά ανεμομύλων, στον Κάτω, περιβόλια, ανεμόμυλοι και το τουρκικό νεκροταφείο.

Τη διοικητική, δικαστική και εν μέρει εκτελεστική εξουσία, στο πλαίσιο της αυτονομίας που είχαν πετύχει οι Χιώτες, ασκούσε η Δημογεροντία με έδρα τον «Μεζά». Απλοί, σοφοί και δίκαιοι νόμοι ρύθμιζαν τις κοινωνικές σχέσεις και αυστηρότεροι περιφρουρούσαν τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα. Έφοροι επόπτευαν τα κοινωνικά καταστήματα, τα δύο δικαστήρια, Εμπορικό και Θαλασσινό και δύο Συμβολαιογραφεία, στην Απλωταριά και στο Παλαιόκαστρο, καθώς και τα υγειονομικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα, Νοσοκομείο, που μπορούσε να περιθάλψει 200 ασθενείς, Λεπροκομείο και Λοιμοκαθαρτήριο.

Με το εμπόριο, την υφαντουργία και τα κεντήματα ασχολούνταν πολλοί κάτοικοι. «1200 ἐργοστάσια, ὅπου κατεσκευάζοντο παντὸς εἴδους χρυσοΰφαντα καὶ ἁπλὰ μεταξωτά» με μηχανές ικανού μεγέθους αναφέρει ο Βλαστός.

Η οικονομική ανάπτυξη έδωσε ώθηση στην πνευματική. Τα σχολεία που λειτουργούσαν οι τρεις αδελφότητες συνενώθηκαν το 1792 στο Γυμνάσιον ή Μεγάλη Δημόσια Σχολή της Χίου, υπό τη διεύθυνση του φημισμένου δασκάλου Αθ. Παρίου. Με τη χρηματοδότηση και την εποπτεία της αστικής τάξης και με αδιάκοπες φροντίδες του Αδ. Κοραή, στη Σχολή, δάσκαλοι πολλών ειδικοτήτων παρείχαν σε ντόπιους και ξένους σπουδαστές παιδεία πανεπιστημιακού επιπέδου. Διέθετε βιβλιοθήκη, άνω των 20.000 τόμων, εργαστήριο χημείας και τυπογραφείο. Οι τέχνες βρίσκονταν σε μεγάλη άνθηση με θαυμαστά αρχιτεκτονικά οικοδομήματα και έργα γλυπτικής και ζωγραφικής.

Ό,τι όμως πολλές γενιές είχαν δημιουργήσει μετατράπηκε σε ερείπια και στάχτες μέσα σε λίγο χρόνο. Η πικραμένη διαπίστωση του ιστορικού Βλαστού, το 1839, εκφράζει σπαραχτικά τι ακολούθησε: «Τάφος ἀχανὴς σκεπάζει σήμερον τὴν δυστυχεστάτην πατρίδα μου. Ἡ Χίος, ἐκ τῶν ἐπιφανεστέρων νήσων τοῦ Αἰγαίου... ἡ μοσχοβόλος Χίος δὲν ὑπάρχει πλέον!».

 

Η πρώτη αναποτελεσματική εκστρατεία τον Απρίλιο του 1821 έδωσε την αφορμή στους Τούρκους να λάβουν αυστηρά μέτρα, με δυσβάστακτες για τον πληθυσμό συνθήκες, τη φυλάκιση ως ἐνέχυρα του μητροπολίτη Πλάτωνα και των προκρίτων και την ενίσχυση της άμυνας.

Κατά τη δεύτερη εκστρατεία, οι επαναστάτες υπό τον Σάμιο Λυκούργο Λογοθέτη και τον Αντώνιο Μπουρνιά, στις 11 Μαρτίου 1822, έκλεισαν τους Τούρκους στο κάστρο. Οχυρώθηκαν στα γύρω υψώματα, όπου εγκατέστησαν τα κανόνια τους και χτυπούσαν το φρούριο, ενώ οι πολιορκημένοι απαντούσαν με τα δικά τους βαριά τηλεβόλα. Οι λεηλασίες, οι καταστροφές και η ανταλλαγή πυρών, συνεχίζονταν με τόση ένταση, ώστε η πόλη μετατρεπόταν σε ερείπια. Δεν μπόρεσαν όμως να αναγκάσουν τους Τούρκους να παραδοθούν και να κυριεύσουν το Κάστρο.

Στις 30 Μαρτίου έφτασε μία τεράστια πολεμική δύναμη στρατού και στόλου, που προετοίμασε ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄, με το φοβερό παράγγελμα να καταστρέψουν παντελώς από άκρη σε άκρη το νησί και να αφανίσουν όλους τους κατοίκους του και τη μεγάλη δυναμική των δραστηριοτήτων τους.

Οι Τούρκοι του κάστρου όταν είδαν τα πλοία, άρχισαν την επίθεση. «Η γη έτρεμε από τους κεραυνούς που προέρχονταν από τις ομοβροντίες ολόκληρου του στόλου. Το Φρούριο εκτόξευσε από τις επάλξεις του τη μανιασμένη οργή του… Φωτιές μαίνονταν από σπίτι σε σπίτι, ουρλιαχτά υψώθηκαν και καπνός έκρυψε τον ουρανό», έγραψε ο μικρός τότε αυτόπτης Χρ. Καστάνης.

Οι υπερασπιστές των χαρακωμάτων αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν. Χωρίς κανένα εμπόδιο, αφού «Ἑλληνικὸς στόλος δὲν ἐπέμφθη πρὸς παρακώλυσιν τῆς ἀποβάσεως Τουρκικῶν στρατευμάτων ἀπὸ τῆς Ἀνατολικῆς ἀκτῆς» (G. Finlay), με τις συνεχείς αφίξεις πλοιαρίων η τουρκική δύναμη έφτασε τις 15.000 και σταδιακά τις 40.000. Αιμοδιψείς στρατιώτες και στίφη Ασιατών έσφαζαν, αιχμαλώτιζαν, λεηλατούσαν και έκαιγαν παντού.

Τα όσα φρικιαστικά έγιναν στη Χίο, ακόμα και αυτοί που τα περιγράφουν συγκλονιστικά, σημειώνουν ότι είναι αδύνατον να αποδώσουν την κατάσταση. Στις μαρτυρίες τους στηρίζονται όσα ακολουθούν.

«Ἐκεῖ ἡ γῆ καὶ ὁ οὐρανὸς, περιγράφει ο Ανδρ. Μάμουκας που τα έζησε, εἶδον νὰ πράττωνται ἐπάνω εἰς τὴν ἀνθρωπότητα θηριωδέστερα τῶν ὅσων ὑπαγορεύει εἰς τὰ αἱμοβόρα θηρία ἡ ἄλογος μανία κατὰ τῶν ὁμοφύλων τους ζῴων. ... Τὸ ἑσπέρας τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς οἱ Τοῦρκοι ἐτόλμησαν καὶ ἐξῆλθον. Τὸ πρωὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ἐπληθύνθησαν καὶ ἡ χώρα ἦτον ἤδη ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν των. Πρῶτον ἐλεηλάτουν τὰ ὀσπίτια τῆς χώρας καὶ ὅ,τι τοῖς ἤρεσεν ἔπαιρναν, εἶτα τὰ ἔκαιον».

Στη μαρτυρική πόλη όσοι δεν πρόλαβαν ή δεν θέλησαν να την εγκαταλείψουν θανατώθηκαν άγρια.

Και ενώ πέντε μέρες μετά την άφιξη του τουρκικού στόλου, έγραψε στο Ημερολόγιό του ο υποπρόξενος της Ολλανδίας Ant. Pasqua, «η φημισμένη Χίος δεν βλέπεται, ούτε αναγνωρίζεται πια, έγινε χειρότερη από την Ιερουσαλήμ και προκαλεί οίκτο» στις επόμενες, βλέπει «Παντού φωτιά νύχτα και μέρα», «Πτώματα σκοτωμένων μέσα στους δρόμους, με φοβερή δυσοσμία», «Συνεχώς νέες φωτιές. Και στα σπίτια που είναι ήδη καμένα, στα απομεινάρια, σκάβουν για να βρουν κρυψώνες…».

«Κατὰ τὸ νότιον μέρος τῆς πόλεως δὲν ἔμεινε δρόμος κενὸς ἀπὸ νεκρούς, σπάνιαι οἰκίαι μὴ κεκαυμέναι καὶ μέρος γῆς ἀπότιστον ἀπὸ αἷμα». (Ανδρ. Μάμουκας)

Το μεγάλο σφαγείο όμως ήταν η πλατεία Βουνακίου, τόπος των εκτελέσεων από τις θυσίες των Νεομαρτύρων της Χίου. Εκεί το αίμα έρρεε στην κυριολεξία ποτάμι. Θανάτωναν όσους άνδρες αιχμαλώτους έφερναν στην πόλη και όσους δυστυχισμένους παραδόθηκαν, αφού πίστεψαν στην απατηλή αμνηστία που εξήγγειλε ο πασάς με τη βοήθεια προξένων. Εκεί «στὸ Βουνάκι, ἄλλοτε μὲν τερπνὸ περίπατο, ἤδη δὲ βωμὸ τῶν θρήνων» (Στ. Ξένος) «κατὰ χιλιάδας ἐσύρθησαν καὶ ἔτειναν τὸν τράχηλον εἰς τὸ ξίφος τοῦ ἐχθροῦ» (Ant. Fr. Prokesch von Osten). Το θέαμα τρομακτικό: «Φτάνοντας στο Βουνάκιο, μας κατέλαβε τρόμος, γράφει ο Καστάνης, … είδαμε τους σφαγείς δημίους, τα γιαταγάνια άστραφταν, το αίμα έρρεε και τα κεφάλια έπεφταν».

Αναρίθμητο πλήθος εκτελέσεων αδιαλείπτως λάμβανε χώρα για μεγάλο διάστημα. Οι θρηνώδεις κραυγές προ του αποκεφαλισμού, που αντηχούσαν ολόκληρη την ημέρα, σήμαιναν τις συνεχόμενες εκτελέσεις όσων τους έκοβαν κατ’ ευθείαν το κεφάλι και όσων, αφού τους φυλάκιζαν στο φρούριο, τους έβγαζαν στην πλατεία προς σφαγήν ανά λίγους την ημέρα. Τις σκηνές ζωντανεύει οπτικοακουστικά η πονεμένη γραφή του Μάμουκα, που συμπληρώνει: «Οὕτως ἐξηκολούθει τὸ πρᾶγμα ὑπὲρ τὸν ἕνα μῆνα σχεδόν, καὶ δὲν ἔλλειψεν ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ μὴ γένῃ νέα ἀνακάλυψις ἀνθρώπων κεκρυμμένων, τοὺς ὁποίους ἐμετεχειρίζοντο καθὼς τοῖς ὑπαγόρευεν ἡ μανία».

«Κοπάδια κοπάδια ἠρχούντανε κάτω… ἐκεῖ πιὰ τοὺς ἐσκότωσαν σὰν πρόβατα», κατά τη διήγηση του Μανώλη Ρέτου. Και στον Pasqua: σε μία μέρα «Έφεραν από τα Μαστιχοχώρια πάνω από 200 άτομα· τους έσφαξαν μπροστά στην πόρτα του Κάστρου».

Οι άγριες εκτελέσεις χαρακτηρίστηκαν η γιορτή του αίματος για τους γενίτσαρους (Karl von Hailbronner). «Τῶν ποδῶν δεδεμένων, τοὺς ἔσυρον ἐν τῇ πλατείᾳ ἀλλαλάζοντες, κρούοντας τὸ τουμπελέκι» (Β. Νικολαΐδης), ενώ από τις επάλξεις άντρες, γυναίκες και παιδιά παρακολουθούσαν το θέαμα. Τόση όμως ήταν η συχνότητα των αποκεφαλισμών, ώστε ακόμα και για τους πλέον αιμοβόρους είχε γίνει βαρετό θέαμα. «Η ακρόπολη ήταν ήδη αρκετά αιματοβαμμένη και ο Πασάς είχε χάσει την περιέργεια που αρχικά του είχε κεντρίσει η νέα κατάστασις. Γι’ αυτό πήγαινε μόνο σποραδικά στις επάλξεις για να διασκεδάσει, παρακολουθώντας τις εκτελέσεις». (Χρ. Καστάνης)

Με τα λόγια του ίδιου του σφαγέα Βαχίτ: «Το βράδυ, οι ήρωές μας πήγαν με προθυμία να τοποθετήσουν στα πόδια του τοποτηρητή, ενώ ακόμα έσταζαν αίμα, τις κεφαλές των πιο επιφανών από τους επαναστάτες χριστιανούς… Άλλοι πρόσφεραν ως δώρο κάποιους ζωντανούς αιχμαλώτους, τους οποίους, μόλις είδε διέταξε να τους αποκεφαλίσουν».

Στις 23 Απριλίου απαγχόνισαν τους ομήρους. «Οἱ πάσαλοι εἶχαν στηθεῖ κατὰ μῆκος τῆς τάφρου, ἀρχομένης τῆς σειρᾶς ἀπ’ ἀντικρὺ τῶν Ἐπάνω Μακελείων καὶ ἀποληγούσης μέχρι τοῦ περιβόλου τῶν στρατώνων καὶ τῆς Καινούριας Βρύσης». «Πρῶτον τὸν Μητροπολίτην συντροφευμένον μὲ ἄλλους ἐννιά, εἴτα κατὰ συνέχειαν ἀπὸ δέκα τὴν φοράν, εἰς τρόπον ὥστε, τοὺς 55, τὰ ἐνέχυρα τουτέστι τῆς χώρας, ἀπηγχόνισαν εἰς διάστημα μόνον 1½ ὥρας … Τὰ τείχη τοῦ κάστρου ἔβριθον ὄχλου χειροκροτοῦντος καὶ ἀλλαλάζοντος μανιωδῶς». (Ανδρ. Μάμουκας)

Με ανασκολοπισμό (παλούκωμα), το φριχτότερο θάνατο, εκτελέστηκε ο υποπρόξενος της Δανίας Κωνσταντάκης Σαλονικιός ή Γιακουμάκης), «ἄριστος ἑλληνιστὴς καὶ θιασώτης τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως», ο οποίος υποστήριξε φανερά και βοήθησε τους Χιώτες. «Ο Βαχίτ ἐμαίνετο κατὰ τοῦ Θεσσαλονικιοῦ καὶ ἐδίψα αἱμοχαρῆ κατ’ αὐτοῦ ἐκδίκησιν», κατά τον Γ. Ζολώτα, που τον χαρακτηρίζει μάρτυρα και απορεί γιατί δεν έχει τονιστεί η θυσία του. Είναι κρίμα που ούτε τώρα, στην επέτειο των 200 χρόνων, δεν του αποδώσαμε τις οφειλόμενες τιμές.

Την πιο συγκλονιστική μαρτυρία για τον τεράστιο αριθμό των νεκρών στην πόλη και το γεμάτο πτώματα λιμάνι, όπου τα έριχναν, δίνει ο Fr. Pouqueville: «Ἀφοῦ οἱ Τοῦρκοι, οἵτινες ἀπὸ ἑνὸς ὁλοκλήρου μηνὸς ἔσφαζον, συνεσώρευσαν τὰ θνητὰ λείψανα πλειόνων των εἴκοσι χιλιάδων χριστιανῶν μεταξὺ τῶν ἐρειπίων τῆς Χίου, ὁ ἀὴρ πληρωθεὶς σαπρῶν μιασμάτων ἐγέννησε τὸν λοιμόν… Εἰς μάτην ὁ ἀρχηγὸς τῶν δολοφόνων Βαχὶτ πασὰς διέταξε νὰ σύρωσι τὰ πτώματα εἰς τὴν θάλασσαν, ὁ λιμὴν ἦτο πλήρης τόσων σφαγέντων θυμάτων, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ πλεύσῃ τις διὰ κουπιῶν». Ο λοιμός θέριζε αδιακρίτως τους επιζώντες. Δεν υπήρχαν χριστιανοί για να θάψουν τους νεκρούς τους. Σεισμοί συμπλήρωσαν την καταστροφή, αφού τα «ετοιμόρροπα από την πυρπόληση κτήρια κατέρρεαν». (Ant. Pasqua)

 

Στη μαρτυρική όμως πόλη διαδραματίζονταν και το απερίγραπτο δράμα των αιχμαλώτων. Κατά τη σουλτανική της γενοκτονίας διαταγή «Φονεύσατε ὅλους τοὺς ὑπὲρ τὰ δώδεκα ἔτη ἄνδρας, ὅλας τὰς ὑπὲρ τὰ τεσσαράκοντα γυναῖκας, ὅλα τὰ διετῆ νήπια, αἰχμαλωτήσατε τοὺς λοιπούς», αρχόντισσες γυναίκες, πανέμορφες κόρες, καλοαναθρεμμένα αγόρια δέχονταν κάθε εξευτελισμό και αναλογίζονταν την πικρότερη και από το θάνατο μοίρα τους. «Στην πόλη μοιάζει να γίνεται εμποροπανήγυρη. Πωλούνται σκλάβες, πράγματα, χάλκινα, επίχρυσα, ασήμι, όλα σε πλειστηριασμό». «Δεν βλέπεις άλλο από Τούρκους να πουλούν τις γυναίκες και τα παιδάκια. Όταν δεν βρουν να πουλήσουν, σφάζουν τις μάνες και πετούν τα παιδάκια», καταγράφει ο Ant. Pasqua.

 

Αυτόπτες μάρτυρες της απέραντης καταστροφής και όσοι επισκέφτηκαν την πόλη δίνουν την ζοφερή εικόνα που παρουσίαζε μετά τα τραγικά γεγονότα.

Με νωπά ακόμα τα ίχνη της Σφαγής, ο R. Walsh περιγράφει με αποτροπιασμό αυτά που αντίκρισε: Από τις χιλιάδες οικίες δεν υπάρχει ούτε μία που να μην έχει καεί ή γκρεμιστεί και από τους κατοίκους της πολυάνθρωπης αυτής πόλης «δὲν βλέπει κανεὶς οὔτε ἕνα ἄτομον ζωντανόν». Τόσο γενικά ήταν τα ερείπια που θα φαινόταν ότι ανήκουν σε κάποια αρχαία ερειπωμένη πόλη, αν δεν ήταν τα αναρίθμητα πτώματα στους δρόμους και τις οικίες. «Τὸ θέαμα ἦτο φρικτόν. …Δὲν ἐπρόκειτο περὶ σπιτιῶν, ἀλλὰ περὶ ἐρειπίων εἰς ἄθλιαν κατάστασιν. Ἄλλων αἱ προσόψεις ἦσαν ἀνοιγμέναι ἐντελῶς, ἄλλων ἡ στέγη εἶχεν καταρρεύση, τὰ παράθυρα ἦσαν μαυρισμένα ἀπὸ τὴν πυρπόλησιν. Μέσα εἰς τὰ συντρίμματα κεῖνται κρανία, χεῖρες, μισοκατεστραμμένα σώματα ἀνάμεσα ἀπὸ χαρτιά, βιβλία καὶ σπασμένα ἔπιπλα. Παντοῦ στοὺς δρόμους ἦσαν κάτι ποὺ ὡμοίαζον μὲ σωροὺς ἀπὸ χαλιά. Πολλάκις εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πατῶμεν ἐπάνω εἰς αὐτά. Ἦσαν μαλακὰ καὶ ἡ πίεσις τῶν ποδῶν μας ἔκαμνε νὰ πετῶνται ἔξω διάφορα μέλη καὶ ὠχρὰ πρόσωπα σωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεπαύοντο κάτω ἀπὸ αὐτά. Ἡ θέα τούτων ἦτο φρικώδης».

«Τὸ μέγαρον τοῦ Ἐπισκόπου καὶ ἡ κομψὴ Μητρόπολις ἔγιναν κομμάτια». Θλιβερή εικόνα παρουσίαζε η φημισμένη Σχολή. Από το λαμπρό οικοδόμημα δεν απομένουν παρά καμένοι τοίχοι, οι δάσκαλοι «ἐσφάγησαν γενικῶς καὶ ἀδιακρίτως» και οι σπουδαστές, οι ελπίδες της χώρας, «ἀπήχθησαν ὡς σκλάβοι». Οι θηριωδίες δεν έχουν πουθενά όμοιές τους.

Από τις πολλές άλλες μαρτυρίες για την άθλια κατάσταση της πόλης, ενδεικτικά όσα έγραψε, ο Prokesch Osten, ο οποίος πηγαίνοντας έφιππος, 3 χρόνια μετά, στο Σχολείο του Ομήρου περνούσε κατά μήκος της παραλίας «ὑπεράνω τῶν λευκανθέντων ὑπὸ τοῦ ἡλίου ὀστῶν τῶν σφαγέντων». «Ὁποία ἐρήμωσις, ὁποῖον θέατρον καταστροφῆς.…Τὰ πάντα κεκευμένα, ἐρημία φρικτή».

 

Ό,τι είχε απομείνει στην πόλη καταστράφηκε κατά την τρίτη εκστρατεία για την απελευθέρωση του νησιού, υπό τον συνταγματάρχη Φαβιέρο. Για μήνες, από τον Οκτώβριο του 1827 μέχρι το άδοξο τέλος τον Μάρτιο του 1828, τα πυρά που ανταλλάσσονταν από τα τηλεβόλα του κάστρου εναντίον των Ελλήνων και αντιστρόφως από τα δικά τους οχυρά, κυρίως της Τρουλωτής, διέλυσαν την πόλη. Τότε έπαθε μεγάλες ζημιές το κάστρο και καταστράφηκε το Μπούρζι.

Εκτός όμως από όσα προξένησε ο πόλεμος, μεγάλη αλλαγή στην πόλη προκάλεσε η διαταγή του Σουλτάνου να κατεδαφιστούν όλα τα κτήρια σε καθορισμένη απόσταση γύρω από το Κάστρο, για να μην προσβάλλεται. Γκρεμίστηκαν τότε πολλοί ναοί και καταστράφηκε εντελώς η Βλαταριά, με τα περίφημα εργαστήρια μεταξιού. Η ονομασία μίας οδού πίσω από την Πινακοθήκη είναι ό,τι έμεινε από την φημισμένη συνοικία.

Τα ερείπια και τὰ ἴχνη τοῦ πολέμου περιγράφονται από αυτόπτες για πολλά χρόνια μετά.

 

Οι κυρίαρχοι όμως κατακτητές, στους οποίους δεν ήταν χρήσιμος ένας τόπος έρημος, χωρίς τη γενναία φορολογία, την πολύτιμη μαστίχα, και την άμισθη εργασία, έδωσαν κίνητρα επανόδου στους φυγάδες, θέλοντας και να αμβλύνουν και τις καταδικαστικές εντυπώσεις που οι πρωτοφανείς αγριότητες είχαν προκαλέσει διεθνώς.

Μέσα στο κατεστραμμένο τοπίο, τον απέραντο θρήνο για τους νεκρούς, τη διαρκή βασανιστική σκέψη για την τύχη των αιχμαλώτων, οι λίγοι επιζήσαντες στο νησί και όσοι σταδιακά επέστρεφαν από την αβάσταχτη προσφυγιά πάσχιζαν να οργανώσουν τη ζωή τους. Οι προσπάθειες υπήρξαν πολύχρονες, επίπονες και επώδυνες και τα προβλήματα πολλά και δυσεπίλυτα.

Πέρασαν άλλα 90 χρόνια από το ολοκαύτωμα του μυροβόλου νησιού για να έλθει η πολυπόθητη ελευθερία. Η Χίος γιάτρεψε τις πληγές της. Η εικόνα γύρω μας το πιστοποιεί. Οι κάτοικοί της και οι όπου γης Χιώτες διαπρέπουν και δίνουν το μεγαλύτερο αισιόδοξο μήνυμα για τη δύναμη του ανθρώπου: Αφού αυτή η τεράστια καταστροφή αντιμετωπίστηκε, κάθε άλλη δυσκολία μπορεί να περάσει. Χωρίς να επιδιώκουμε τη διαιώνιση μίσους, δεν κρύβουμε και δεν πρέπει να ξεχνάμε τα όσα φριχτά πάθαμε. Η γνώση της ιστορίας είναι μεγάλη δύναμη, προειδοποιεί και αφυπνίζει.

Τούτος ο μαρτυρικός τόπος έχει πληρώσει πολύ ακριβά. Η καίρια γεωγραφική θέση του, αποδείχτηκε στην ιστορική πορεία και ευλογία και κατάρα. Σήμερα, στο πλέγμα των νέων διεθνών σχέσεων, των ανακατατάξεων της ευρύτερης περιοχής και των πηγών πλούτου φανερών και μυστικών, καθίσταται ακόμα πιο ελκυστικός. Η επαγρύπνηση και η προσπάθεια έγκαιρου εντοπισμού κάθε απειλής είναι χρέος όλων. Η Χίος με τις πανάρχαιες ελληνικές ρίζες και την τεράστια προσφορά, αφού ακόμα η θυσία της με τον διεθνή αντίκτυπο ήταν καθοριστική στη δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους, είναι άξια προστασίας, ευγνωμοσύνης και τιμής.

Με την ευχή να μην ξαναζήσει ποτέ πια ο τόπος τέτοιες θλιβερές μέρες, τιμώντας ευλαβικά τη μεγάλη θυσία, μνημονεύουμε τα φοβερά συμβάντα με την προτροπή του Ανδρέα Μάμουκα, αυτόπτη των τραγικών σκηνών· «νὰ ἀνακαλῶνται εἰς τὴν μνήμην τῶν μεταγενεστέρων διὰ νὰ προληφθῇ ἄλλην φορὰν τοιαύτη καταστροφή».

Αθηνά Κ. Ζαχαρού-Λουτράρη