Αγωγή των ελληνοπαίδων εις το χρέος προς την πατρίδα

Τετ, 12/11/2025 - 06:38

 

α΄ Ελευθερία – Ελλάδα. Ερμηνευτική προσέγγιση

«Άνευ της Ελευθερίας, τι θα ήτο η Ελλάς

και άνευ της Ελλάδος, τι θα ήτο ο κόσμος!»

Με την ευγενή αυτή ποιητή του ρήση ο Γερμανός ποιητής Wilheln Müller[1] σφραγίζει την ταυτότητά της πατρίδας μας και επισημαίνει την παγκοσμιότητα και σημασία της.

Δύσκολη η ευθύνη της τιμής να ομιλήσει κανείς προς τη φιλόμαθη λογιωσύνη σας, για ένα θέμα τόσο ευαίσθητο και ιερό, απέραντο σε ηθική έκταση και ανεπανάληπτο δυναμισμό, χωρίς να κινδυνεύσει να το αδικήσει. Άλλωστε ξέρομε ότι τα μεγάλα γεγονότα της Ιστορίας μας δεν είναι δυνατόν να μετουσιωθούν και να αποτιμηθούν με λόγους, γιατί όπως προσφυώς παρατηρεί ο Θουκυδίδης «δεν δύναται ο λόγος ισόρροπος των έργων φανήναι». Στις δραματικές όμως στιγμές του αιώνα μας, που ο κόσμος φτωχαίνει, και πληθαίνει η παγκόσμια απόγνωση[2] αξίζει ο κάθε Έλληνας εκπαιδευτικός να συνειδητοποιήσει ότι ένα μόνο μένει σταθερό: η Ελλάδα-ιδέα με την αθάνατη παρακαταθήκη της Ορθοδοξίας[3]. Η Ελλάδα πλατιά, όσο ο κόσμος και βαθιά όσο ο βαθύς πόντος[4]. Και με πνεύμα θρησκευτικής περισυλλογής και κατάνυξης να στέκεται ως ανύπνωτος φρουρός σε στάση εθνικής εγρήγορσης. Έχει υποχρέωση ο διδάσκων να καλλιεργεί στα παιδιά εθνική ευαισθησία, για να μη μείνουν αι ψυχές τους ανοχύρωτες μέσα στη γενική κρίση που τα περιβάλλει[5].

Στις γενικότερες διατάξεις που αναφέρονται στη λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης πρώτη θέση κατέχει το άρθρο που αναφέρει για τους μαθητές τα εξής: «Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης...[6]». Ασφαλώς ο κάθε Έλληνας εκπαιδευτικός γνωρίζει ότι έχει υποχρέωση να μορφώσει την εθνική συνείδηση των παιδιών, πιστεύοντας ότι στο ελληνικό μας «είναι» διατηρείται σαν βαθιά καταβολή η λαχτάρα της ελευθερίας, συγχωνευμένη με τη χαρά της ζωής, την ερευνητική ανησυχία της σκέψης, την ευφρόσυνη αίσθηση της ομορφιάς[7].

Η διάσημη Αμερικανίδα Ελληνίστρια Ήντιθ Χάμιλτον είχε πει: «Εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια ή Ελλάδα ανακάλυψε την Ελευθερία. Μέχρι τότε η έννοια αυτή ήταν άγνωστη... Ολόκληρος ο Δυτικός Πολιτισμός μας έχει βαθειές τις ρίζες του σέ ό,τι σκέφθηκαν και έπραξαν οι Έλληνες πριν από δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Στα χρόνια αυτά ποτέ δεν ξεπεράστηκε η Ελλάδα στην έρευνα της αλήθειας και στη δημιουργία τής ομορφιάς[8]».

Αξίζει να προσεγγίσουμε τις έννοιες ελευθερία και Ελλάδα πρώτα θεωρητικά, αν θέλουμε να εμπνεύσουμε σωστά και πραξιακά στα παιδιά το χρέος τους προς την πατρίδα. Ο  βασικός παράγοντας που θα συμβάλλει ουσιαστικά στην υλοποίηση αυτής της προσπάθειας είναι πρωτίστως η παιδεία: «Ταις μεν πόλεσι τα τείχη, ταις δε ψυχαίς ο εκ παιδείας νους κόσμον και ασφάλειαν παρέχει» έλεγε ο Σωκράτης. Ύπατο μέλημα της Ελληνικής πολιτείας πρέπει να είναι η παιδεία του ελληνικού λαού με ενισχυμένη προσπάθεια για αγωγή, που θα εμπνέει στα παιδιά το χρέος προς την πατρίδα, αν θέλουμε την περίσωση μακροπρόθεσμα του Ελληνισμού[9].

Ούτε στους αρχαίους είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί η σχέση πατρίδας – παιδείας και εθνικής συνείδησης ούτε στους νεότερους Έλληνες, οι οποίοι υπερμαχούν της ελληνικότητάς τους[10]. Από πλευράς ιστορικής προσέγγισης ορίζεται ότι: εθνική συνείδηση είναι η αίσθηση ή καλύτερα η βίωση της ενότητας και συνέχειας ενός λαού κατά τη θρησκεία, τη γλώσσα, την ιστορία, τη νοοτροπία και τις ψυχικές καταβολές, την παιδεία και τα έργα του πνεύματος, τα έθιμα και η πεποίθηση ότι τα στοιχεία αυτά οικοδομούν την έννοια του έθνους, του οποίου η επιβίωση εξαρτάται εκ του παραμόνιμου αυτών[11]». Επειδή η θρησκεία, η γλώσσα, η ιστορία και η πνευματική παραγωγή είναι αντικείμενα της παιδείας, είναι σαφές γιατί η παιδεία συντηρεί την εθνική συνείδηση αλλά και γιατί η εθνική συνείδηση επιβάλλει τη λειτουργία εθνικής παιδείας[12].

β΄ Στόχοι της αγωγής διαχρονικά

Η αρχή της αγωγής στην Ελλάδα παραμένει άγνωστη. Η ομηρική αγωγή (1100-800 π.Χ.) θεωρείται η πρώτη στην ευρωπαϊκή ιστορία και στόχευε στη δημιουργία του ήρωα, του ρήτορα, του προικισμένου με τις αρετές της μετριοφροσύνης, εγκράτειας, φιλοξενίας[13]: «Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων[14]».

Στην προετοιμασία γενναίων και φιλόνομων πολεμιστών για την προάσπιση της πατρίδας και με σεβασμό προς τους μεγαλύτερους απόβλεπε η Σπαρτιατική αγωγή[15]. Και η παλαιότερη αθηναϊκή αγωγή είχε στόχο τη σωματική, διανοητική και πνευματική καλλιέργεια μαζί με την καλλιτεχνική μόρφωση, για να επιτευχθεί η αρμονική ανάπτυξη, η καλοκαγαθία[16].

Οι Σοφιστές επεδίωξαν την πολύπλευρη αγωγή η οποία σε συνδυασμό με τη «ρητορική» οδηγούσε τους νέους στην κτήση της «πολιτικής αρετής[17]».

Ο Σωκράτης απευθυνόμενος προς τους νέους εισήγαγε το διάλογο για την κάθαρση και παιδαγωγία της ψυχής. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Πλάτωνας, προσπαθώντας να εγείρει την οπτική δύναμη της ψυχής, να την αποσπάσει από το χώρο του σκότους και να τη μεταφέρει στο χώρο του φωτός[18]. Στους Νόμους ορίζει ως έξης την παιδεία: «... παιδεία μεν εσθ’ η παίδων αλκή τε και αγωγή προς τον υπό του νόμου λόγον ορθόν ειρημένον, και τοις επιεικεστάτοις και πρεσβυτάτοις δι’ εμπειρίαν συνδεδογμένον, ως όντως ορθός εστίν ίν’ ουν η ψυχή του παιδός μη ενάντια χαίρειν και λυπείσθαι εθίζηται τω νόμω και τοις υπό του νόμου πεπεισμένοις, αλλά συνέπηται χαίρουσά τε και λυπουμένη τοις αυτοίς τούτοις οίσπερ γέρων...[19]». Με το χωρίο αυτό εκφράζεται η πεποίθηση ότι η παιδεία μεταδίδει ιδανικά τα οποία ο χρόνος επέβαλε ως νόμιμα και παραδεκτά και σύμφωνα με αυτά καταρτίζονται οι συνειδήσεις των νέων[20]. Ο Ισοκράτης στοχεύει στην αμφιλαφή παιδεία. Στον πρακτικο-πολιτικό και ηθικό βίο. Όποιος οικειοποιηθεί την παιδεία αυτή αποκτά συνείδηση ελληνική[21]: «Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας[22]». Η θέση αυτή του Ισοκράτη θα αποβεί αληθώς προφητική, γιατί θα προσδιορίσει αργότερα την πραγματικότητα του «Ελληνισμού» διά του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος υπερβαίνει τα γεωφυσικά όρια των Ελλήνων και σημαίνει ένα νέο κεφάλαιο για την Ιστορία[23].

Ο Πλούταρχος αναφέρεται εγκωμιαστικά στην εκπολιτιστική εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος εξελλήνισε τους βαρβάρους με τα Ιδανικά που θεραπεύει η παιδεία των Ελλήνων, με την αρετή, τη γνώση, τη σοφία. Η ελληνική παιδεία των χρόνων του Μ. Αλεξάνδρου καταδεικνύει την αξία της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, ως κορυφαίων κατορθωμάτων. Είναι τα αναπτύγματα των Ελλήνων που χαρακτηρίζουν την ελληνική ιδιοσυγκρασία, που αντιδιαστέλλει τον Έλληνα από το βάρβαρο[24].

Η παιδεία των Ελλήνων ανέκαθεν τροφοδοτούσε την αδούλωτη εθνική συνείδηση, γεγονός που διαφαίνεται περίτρανα από τα λόγια του Λάκωνα Δημάρατου ο οποίος συμπορευόταν με τον Ξέρξη, όταν ο τελευταίος πάτησε το 480 π.Χ. το έδαφος της Θράκης «τη Ελλάδι πενίη μεν αεί κοτε σύντροφος έστι, αρετή δε επακτός εστί, από τε σοφίας κατεργασμένη και νόμου ισχυρού τη διαχρεωμένη η Ελλάς την τε πενίην επαμύνεται και την δεσποσύνην…[25]».

Στα λόγια του Δημαράτου διακρίνεται η σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων. Εκείνου που δεν είναι ξένος προς το εθελόδουλο πνεύμα και δεν συνειδητοποιεί την ελευθερία ως στοιχείο του εθνικού προσδιορισμού του, όπως εκφράζεται από τον Ξέρξη, και του κόσμου εκείνου που σφυρηλατείται από διαφορετική παιδεία, που εκφράζει ανώτερες αρετές ως απόλυτους στόχους χάριν των οποίων και η θυσία επιβάλλεται όπως καταδεικνύεται από τις λαμπρές σελίδες της Ιστορίας των Ελλήνων[26]. Νέο ορόσημο στην ελληνική παιδεία θα αποτελέσει η εμφάνιση του χριστιανισμού, με τον οποίον ο ελληνισμός θα βρεθεί σε μακράν διάλογον. Παραλλήλως προς τη γλώσσα της παιδείας, ομιλείται τώρα και η γλώσσα της διανοίας, η ελληνική[27].

Το Βυζάντιο ήταν το μόνο ευρωπαϊκό κράτος που διατηρεί αδιάσπαστη παιδαγωγική παράδοση επί χιλιετία διατηρώντας ανόθευτη εθνική συνείδηση και δίνοντας έμφαση εκτός των άλλων γνώσεων και στη Βίβλο[28].

Παρά την κάμψη της εκπαίδευσης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, οι ταπεινοί ρασοφόροι στο «Κρυφό σχολειό», οι δάσκαλοι του Γένους στη συνέχεια, ιδρύοντας με την φλόγα τους πολλές εστίες γραμμάτων, τεχνούργησαν την εθνική συνείδηση στις ψυχές των παιδιών κι έτσι διατηρήθηκε ανόθευτη και αδαπάνητη η εύκλεια του Γένους των Ελλήνων[29]. Αξιόλογη και η προσπάθεια του Καποδίστρια για την ίδρυση σχολείων για το φωτισμό του Γένους[30].

γ΄ Βασικές προϋποθέσεις του διδάσκοντος

για την καλλιέργεια εθνικής συνείδησης

Μαρτύριο είναι η μνήμη αλλά και χάρισμα. Ο άνθρωπος αξιώθηκε να γνωρίσει την ηθική χαρά και την ηθική οδύνη, επειδή δεν λησμονεί[31]. Αντίθετα η λήθη λειτουργεί διαβρωτικά στη στρατηγική της ιστορίας[32]. Η μνήμη είναι το ισχυρότερο αμυντήριο που διαθέτει ο διδάσκων. Αυτό μας κράτησε στους αιώνες με την πληθυντική, τη διαχρονική ψυχή του, το «εμείς» του Μακρυγιάννη. Εδώ και είκοσι πέντε αιώνες ο Αισχύλος θέλησε να του γράψουν πάνω στον τάφο του επιτύμβιο, όχι πως στάθηκε ο δημιουργός της «Ορέστειας» αλλά πως πολέμησε στο Μαραθώνα.

Ο διδάσκων πρέπει να συνειδητοποιεί πόσο επικίνδυνο είναι να αποσύρεται κανείς από το προσκήνιο της Ιστορίας[33]. Δεν είναι ανάγκη να είναι μόνον Φιλόλογος ή Ιστορικός κανείς για να διδάσκει την ιδέα της πατρίδας και τη διάσταση της έννοιας του ηρωισμού και της ελληνικής ιδέας.

Όλα τα πατριωτικά τραγούδια που έχουν τραγουδηθεί στον κόσμο είναι η παραλλαγή και ανάπτυξη της διαθήκης του Τυρταίου[34]. Χρέος λοιπόν του Έλληνα εκπαιδευτικού είναι να διδάξει, πως οι βάρβαροι μπορεί κατά καιρούς να μπήκαν στην Ελλάδα αλλά δεν μπήκαν στην ψυχή του Γένους[35]. Πρόκειται για μια τρικυμία εθνικού ψυχισμού, που δεν θα μπορούσε να διαβεί κανένα εχθρικό καράβι[36].

Η νέα γενιά αναζητεί την πρόοδο που είναι δρόμος ζωής. Αισθάνεται όμως τους αγνούς πατριωτικούς παλμούς και τα γνήσια πατριωτικά ρίγη που της κληρονομούμε. Το πνεύμα της ελευθερίας. Τη δίψα της αλήθειας[37].

Το διάγραμμα της πανεθνικής μας ταυτότητας, όπως παρουσιάζεται αυτή τη στιγμή, με τις επιδόσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού μας, στις οποίες γίνονται τιμητικά ουρά και τα κάθε μορφής ενημερωτικά μέσα, μαρτυρεί ότι η ηθική μας αντίσταση έχει καταθέσει τα όπλα και ότι κινδυνεύομε να καταποντιστούμε μέσα στην ευρωπαϊκή χοάνη που αύριο θα αρχίσει να επεκτείνεται και προς τα εδώ. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ευρώπη που σφυρηλατούμε με γοργούς ρυθμούς έχει όνομα ελληνικό[38].

Γι’ αυτό το λόγο βασικές προϋποθέσεις για την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης του λαού μας είναι: α) η γνώση της Ιστορίας του, β) η γνώση του λαϊκού πολιτισμού μας όπου είναι αποθησαυρισμένη η εθνική μας παράδοση, γ) ο σεβασμός στη γλώσσα. Το βάρος αυτό της ευθύνης για τη διαφώτιση πέφτει στον εκπαιδευτικό[39]. Για να μπορέσει να πάρει τα παιδιά στα χέρια του και να τα μετουσιώσει σε παντοδύναμους ήρωες, που περιστρέφονται πάντα στην πατρίδα και που υπάρχουν για την πατρίδα[40].

δ΄ Η έννοια της ελευθερίας για τους Έλληνες

Η Ελλάδα κρύβει μια δυσανάλογη προς το γεωγραφικό της περίγραμμα υπαρξιακή διάσταση. Δεν είναι αυτό σωβινιστική διαπίστωση ή προγονοπληξία[41]. Φθάσαμε στο σημείο να θεωρούμε αναχρονισμό την αναφορά στην ιστορία μας.

Πρέπει να διδάξουμε τους νέους ότι ο ελληνικός λαός είναι πρωτότοκος της ελευθερίας[42]. Και η αναφορά μας στην ελευθερία κατά την διδασκαλία μας απαιτείται από την ιστορική επικαιρότητα[43]. Να ξέρουν οι μαθητές ότι ο Ελληνικός λαός υπήρξε πάντοτε λάτρης της ελευθερίας. Το μαρτυρεί και η ελληνική ποίηση από τον Σιμωνίδη και τον Αισχύλο έως τον Κάλβο και τον Σολωμό και άλλους ακόμη[44].

Είναι γεγονός ότι οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Αθηναίοι, μιλούσαν ακατάπαυστα για ελευθερία[45]. Σε κάθε σημείο των γραπτών κειμένων, η λέξη αυτή εφαρμόζεται σε όλη της την λάμψη[46]. Εφαρμόζεται στην εθνική ελευθερία των πόλεων, στην ελευθερία της καθημερινής ζωής, στην εσωτερική ελευθερία του σοφού, αλλά είναι πάντοτε ελευθερία[47]. Κι ακόμη περισσότερο οι Έλληνες ρίχτηκαν με πάθος στην πρακτική εμπειρία της ελευθερίας. Είναι διαποτισμένη η ελληνική παράδοση με νάμα λατρείας της ελευθερίας[48].

Σήμερα υπάρχει σημασιολογική σύγχυση γύρω από τη λέξη ελευθερία. Επιπολάζει η απλοϊκή έννοιά της σαν ευχέρεια για δράση αυθόρμητη σύμφωνα με την επιθυμία ή και την αδιάσκεπτη απόφαση της κάθε στιγμής. Η ελευθερία του Έλληνα είναι μια υπαρξιακή αρχή του διαφορετική από τα ζώα, κατευθυντική της ζωής του και μεταπλαστική των στοιχείων του κόσμου[49]. Λειτουργεί διπλά: ως πηγή αυτοκαθορισμένης συμπεριφοράς και ως πηγή δημιουργικότητας και ηθικότητας[50]. Η ελευθερία για τον Έλληνα ως πηγή αυτοκαθαρισμού ενέχει και δύναμη ορθοπραξίας, όπως απέδειξε η μακραίωνη ιστορία μας.

Οι Έλληνες ανέκαθεν, παρά τις ελάχιστες υλικές τους δυνατότητες, εκατονταπλασίαζαν την ψυχή τους για τη διατήρηση του αγαθού της ελευθερίας. Ξεπερνούσαν τον εαυτό τους και τις ανάγκες τους. Γνώριζαν το τέλος τους, αλλά συνέβη το θαυμαστό, να μην υπάρχει τέλος. Ως να είχαν να κάνουν με έναν αμφίδρομο περίπατο: Από τη ζωή στο θάνατο κι από το θάνατο στη ζωή[51]. Αν θέλομε να εμπνεύσουμε στα παιδιά τη γνήσια ελευθερία, ας τους επισημάνουμε τον κίνδυνο ότι ο άνθρωπος είναι όσο ποτέ άλλοτε υποχείριο της μεγαλουργίας του και υπόλογος τραγικά για την τερατογονία της παραχαραγμένης ελευθερίας του. Ή να τους υπογραμμίζουμε το γεγονός ότι η επικείμενη στιγμή του χρόνου, φορτισμένη από τις έκγονες της μεγαλουργίας αυτής και τερατογονίας δυνατότητες νεύει θελκτικά προς αυτά με σειρηνικές επαγγελίες ευδαιμονίας, αλλά και επισείει εικόνες εωσφορικού ολέθρου[52]. Η ελευθερία κατακτήθηκε με αίμα από τους Έλληνες στις μεγάλες ώρες της Ιστορίας τους με τις μοναδικές προς την ανθρωπότητα υπηρεσίες τους[53]. Σήμερα η ελευθερία ως πηγή πρόνοιας, πρέπει να λειτουργεί στην πατρίδα μας καίρια και ακέραια όσο ποτέ άλλοτε[54].

Χρειάζεται να εμφυσήσουμε ως εμψυχωτικά μηνύματα στις ψυχές των παιδιών τους στίχους της Ιλιάδας: «αλλά και ως μάρναντο αρήιοι υίες Αχαιών», «και τότε δη ρ’ υπέρ ήσαν Αχαιοί φέρτεροι ήσαν». Ο πρώτος στίχος, εκφραστικός της εμμονής στον αγώνα υπό τους δυσμενέστερους όρους, ο δεύτερος εκφραστικός της επιτυχίας του ηρωισμού να υπερνικήσει και τους ορισμούς του πεπρωμένου[55]. Είναι οι δύο υπαγορεύσεις της Ελευθερίας όπως υπάρχει ως ηθικό γέρας του βίου των Ελλήνων[56].

ε΄ Ελευθερία και γλώσσα

Η ελευθερία ως ιδέα συμπορεύεται με την ελληνική, την πνευματικότερη γλώσσα, η οποία υπήρξε παλλάδιο πολύτιμο για την επιβίωση του Ελληνισμού[57]. Η προσφάτως ανακηρυχθείσα επίτιμη διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Καλλιφόρνιας, Μαριάνα Μακντόναλντ, δήλωσε κατά την αναγόρευσή της τα εξής: «Αφιέρωσα τη ζωή μου στην ελληνική σκέψη που είναι αιώνια. Νομίζω πως η γνώση της ελληνικής γλώσσας, της ζωής και των τεχνών στις οποίες οι Έλληνες εξέφρασαν τις σκέψεις τους και τα αισθήματα τους είναι μοναδικά στοιχεία που ανήκουν σε όλο το δυτικό πολιτισμό. Η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι το πιο καταπληκτικό δημιούργημα και οφείλουμε να τη γνωρίσουμε σε όλους τους λαούς[58]».

Ας σημειωθεί ότι η κ. Μακντόναλντ έχει αφιερώσει 25 χρόνια από τη ζωή της σε έναν σημαντικό σκοπό: να κλείσει σε μια... δισκέττα 71 εκατομμύρια τύπους ελληνικών λέξεων από τον 6ο π,Χ. αιώνα μέχρι τους σύγχρονους νομπελίστες. Αν οι ξένοι θεωρούν χρέος να υπηρετήσουν με όλες τους τις δυνάμεις την Ελλάδα, οι Έλληνες εκπαιδευτικοί είναι χρεωμένοι πολύ περισσότερο, να εμπνεύσουν στα παιδιά το χρέος προς την πατρίδα. Διαφορετικά η φθορά της γλώσσας θα σημάνει φθορά του έθνους[59]. Γλώσσα και ελευθερία αποτελούν τις θεμελιακές βάσεις της ύπαρξης του έθνους μας που βασάνιζαν χωρίς διακοπή το νου του Διονυσίου Σολωμού[60].

Σήμερα βρισκόμαστε και πάλι σε μια ανάσχεση της φυσικής εξελικτικής γλωσσικής μας ιστορίας, που οφείλεται στην αμβλυμένη εθνική μας συνείδησή[61]. Το θέμα αυτό βρίσκεται σε συνάρτηση με άλλες εθνοκτόνες αμαρτίες μας[62].

Και στο γλωσσικό τομέα απαιτείται να συνειδητοποιήσομε ότι με την έξοχη αυτή «μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων», όπως έγραψε ο Gibbon, «χορήγησε το ελληνικό έθνος στις γλώσσες των λαών της Ευρώπης τις πρόσφορες λέξεις για την έκφραση των βασικών εννοιών και λειτουργιών του πνευματικού βίου[63]». Αυτή τη γλώσσα μέσα στην οποία «κτυπά η καρδιά του έθνους μας[64]» και αποτελεί «το μακρύτερο ύδωρ του κόσμου, που φτάνει ως εμάς κατηφορίζοντας πάνω από τα λευκά μαλλιά του Ομήρου» και που πρόκειται για μία γλωσσική κοίτη που κατέβασε πολλή ψυχή και πολύ φως[65]», να τη διδάξομε στους μαθητές ως μια άλλη συνιστώσα χρέους προς την πατρίδα.

Να εμπνεύσουμε στα παιδιά την αγάπη προς αυτή τη θεσπέσια γλώσσα, ως προς ιερό κειμήλιο και ζείδωρο νάμα του Ελληνισμού, που παραμελείται και φτωχαίνει σήμερα στον ίδιο τον ελλαδικό χώρο. Εάν αναστηλωθεί το γόητρο της ελληνικής γλώσσας μέσα στα σχολεία μας, χρειάζεται στη συνέχεια να επιδοθούμε στη μεγάλη εθνική προσπάθεια για τη διάδοσή της ανά την οικουμένη[66]. Αν την διδάξουμε σωστά στους ελληνόπαιδες, επιτελούμε ένα εθνικό χρέος. Έτσι στη συνέχεια θα μπορούμε να αξιώσουμε ιδιαίτερα να διδάσκεται η ελληνική γλώσσα στα σχολεία των χωρών του κόσμου, ως κοινός παρονομαστής της παιδείας όλων των ανθρώπων[67].

ζ΄ Ο εθνικός κίνδυνος «προ των πυλών»

Ο λεπτοδείκτης της ελληνικής ιστορίας δυστυχώς σηματοδοτεί το 12 παρά 5΄. Χωρίς διάθεση κινδυνολογίας κάνομε την θλιβερή διαπίστωση ότι κάποιοι φρόντισαν σταθερά και με συνεχόμενες προσπάθειες να γκρεμίσουν τον αδαπάνητο πλούτο της ελληνικής παράδοσης, της ορθοδοξίας και της πίστεως, στα άφθαρτα ιδανικά του Γένους[68]! Είναι κοινός τόπος ότι ο ελληνισμός σήμερα διέρχεται τη μεγαλύτερη κρίση του. Η διαπίστωση αλγεινή. Στις ερχόμενες δεκαετίες ο αγώνας για την επιβίωσή του θα είναι Εξαιρετικά δύσκολος γιατί θα διεξάγεται κάτω από δυσμενέστατους όρους[69]. Χρειάζεται Επαρκής ενημέρωση του διδάσκοντος και στη συνέχεια του μαθητή γύρω από τα εθνικά θέματα που μας απασχολούν. Το μουσουλμανικό τόξο, έστω και χωρίς χορδή[70], απειλεί την ορθοδοξία! Η Άγκυρα, όπως είναι γνωστό, προσπαθεί με μοχλό τη θρησκεία να προωθήσει την πολίτική της επιρροή τόσο στα Βαλκάνια, όσο και σε ορισμένες Ασιατικές πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες[71]. Η πρωθυπουργός της Τουρκίας Τανσούν Τσιλέρ, δήλωσε ότι «η χώρα της ζητά να μπει στην ΕΟΚ, για να πάψει η κοινότητα να είναι χριστιανική[72]».

Με φλόγα ψυχής οι διδάσκοντες και ένθεο ζήλο, οφείλουν να θωρακίσουν τις ψυχές, των παιδιών, υπογραμμίζοντας τους ότι σ’ αυτό το μουσουλμανικό τόξο μπορεί η Ορθοδοξία ενωμένη να αντιπαραθέσει την αιώνια δύναμή της[73]. Όχι άλλος επεκτατισμός των Τούρκων. Αξίζει να ενημερώσουμε τα παιδιά στο σημείο αυτό και για το δημογραφικό πρόβλημα που είναι συνάρτηση του εθνικού και απειλεί με όλεθρο και αφανισμό την εθνική μας υπόσταση.

Να θέσομε τα χέρια των παιδιών επί των τύπων των εθνικών μας ήλων. Να ενημερωθούμε σωστά και να ενημερώσουμε στη συνέχεια τα παιδιά γύρω από τα σοβαρά εθνικά προβλήματα, που αποτελούν πληγές για την πατρίδα μας. Προκειμένου να εμπνεύσουμε στα παιδιά το προς την πατρίδα χρέος μπορεί να συνειδητοποιήσουμε το δικό μας χρέος, σύμφωνα με τους στίχους ενός σαλπιγκτού του χρέους και του καθήκοντος, του Κωστή Παλαμά:

«Χρωστάμε σ’ όσους ήρθανε

θά ρθούνε, θα περάσουν

Κριτές θα μας δικάσουν

Οι αγέννητοι. Οι νεκροί».

Μπορούμε να παραθέσουμε τα εθνικά μας θέματα με αλφαβητική σειρά:

1) Βορειοηπειρωτικό ζήτημα

Αξίζει να επανατοποθετηθεί το βορειοηπειρωτικό, ως ζήτημα Βορειοηπειρωτικής Κοινότητας και όχι απλώς εθνικής ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία[74]. Απαιτείται η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου με βάση το πρωτόκολλο της Κέρκυρας του 1914[75].

2) Ο κίνδυνος από την Τουρκία καραδοκεί αμείλικτος. Όπως προαναφέρθηκε στο κράτος αυτό η θρησκευτικότητα υπερέχει του εθνισμού με όλες τις επικείμενες ολέθριες συνέπειες για την πατρίδα μας[76].

Σήμερα η Ελλάδα διαθέτει τον περισσότερο ομοιογενή πληθυσμό της Ευρώπης, αλλά οι ξένοι ανακαλύπτουν συνεχώς ανύπαρκτες μειονότητες στον ελληνικό χώρο, γιατί η Ελλάδα απουσιάζει λόγω αδιαφορίας από τα κέντρα λήψεως αποφάσεων[77].

3) Άλλο σημείο αιχμηρό είναι το θέμα των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων, αφού η Βουλγαρία είχε αποπειραθεί και στο παρελθόν να προσαρτήσει τη Δυτική Θράκη ή τουλάχιστον να επιτύχει την αυτονόμησή της, όπως συνέβη στη συνδιάσκεψη της Λωζάνης του 1922[78]. Θέμα Εθνικό σοβαρό αποτελεί η υπόθεση της Θράκης στην οποία εδραιώθηκαν οι Κεμαλιστές, και διείσδυσε η τουρκική προπαγάνδα με τη γνωστή πολιτική της Άγκυρας να αυτονομηθεί η Δυτική Θράκη[79].

4) Το δράμα της ελληνικότατης από τα βάθη των αιώνων Κύπρου, που πλήγωσε ο σιδηρόφρακτος Αττίλας[80]. Η Κύπρος φωνάζει βοήθεια. Ποιός την ακούει; Όταν 200.000 Έλληνες ζουν ως πρόσφυγες στη νότια Κύπρο, όταν 2.000 αγνοούμενοι δεν δίνουν κανένα σημείο ζωής, όταν το νησί κολύμπησε στο αίμα, στις φλόγες, στους καπνούς[81].

Ένας σπάνιος φιλέλλην, ο Μιροσλάβ Ροστροπόβιτς, μεγάλος τσελίστας, σε αντίθεση με ορισμένους Έλληνες, ατυχώς μισέλληνες, δήλωσε μεταξύ πολλών άλλων, αλλά αυτό συγκίνησε, ότι δεν πρόκειται να παίξει στην Τουρκία αν δεν φύγουν τα στρατεύματα κατοχής από την Κύπρο. Ο διάσημος Ρώσος καλλιτέχνης έχει δηλώσει λάτρης της Ελλάδας, στην οποία πέρασε τις διακοπές του με όλη του την οικογένεια, σε μια εποχή δύσκολη και ανάδελφη, που η Ελλάδα έχει ανάγκη από τέτοιους αφοσιωμένους φίλους[82].

Να γνωρίσουμε στα παιδιά σε όλη του τη διάσταση το Μακεδονικό. Να ξέρουν ότι η ελληνικότητα της Μακεδονίας μας είναι βεβαιωμένο γεγονός ήδη από τον 6 π.Χ. αιώνα. Ότι το Τρίγωνο Δίον-Πέλλα-Βεργίνα αποτελεί το Κέντρο της Μακεδονίας[83]. Και ότι στη Βυζαντινή περίοδο οι επιδρομές των Βουλγάρων και των Σλάβων είχαν μηδαμινή επίδραση στην εθνολογική σύσταση του Μακεδονικού χώρου[84].

5) Ένας άλλος καϋμός του Ελληνισμού είναι το θέμα των «Αλησμόνητων Πατρίδων», της Μικράς Ασίας μας, για την οποία όπως προσφυώς γράφτηκε, «η λαξευμένη στο βράχο Παναγιά είχε στα μάτια της «ψηφιδωτό τον καϋμό της Ρωμιοσύνης[85]». Η εγκατάσταση των Τούρκων στην ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας κατά τον 14ο και 15ο αιώνα καθώς και η μετέπειτα καταστροφή του ελληνικού στοιχείου το 1992, είχαν διαφορετική απήχηση στους ευρωπαίους διανοούμενους απ’ ότι στους πολιτικούς. Οι πρώτοι υπερασπίζονταν στο όνομα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας την κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού και την πολιτιστική κληρονομιά της, καθώς αυτή υποτασσόταν σε ένα λαό χωρίς κανένα πνευματικό υπόβαθρο[86].

Αντίθετα οι δεύτεροι, δηλαδή οι πολιτικοί, πάντοτε υπήρξαν αρνητικοί για τα ελληνικά δίκαια, λόγω διαπλοκής των μεγάλων δυνάμεων και των ειδικών σχέσεων που είχε κάθε μία από αυτές με την Τουρκία[87].

6) Μέγα πρόβλημα το Σκοπιανό. Η πολίτικη του κράτους των Σκοπιών απέναντι στην Ελλάδα, δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από τον ψευδεπίγραφο αλοτροπισμό, που αποτελεί δομικό στοιχείο και συνεκτικό ιστό του πολιτικού καθεστώτος αλλά και του συντάγματος της γειτονικής χώρας. Η ύπαρξη του Σκοπιανού κράτους με τις σημερινές δομές του και τον θνησιγενή χαρακτήρα του, αποτελεί αποσταθεροποιητικό παράγοντα για όλη την Βαλκανική[88].

Εκκρεμεί το θέμα της υφαλοκρηπίδας των νήσων του Αιγαίου, αφού η πολυετής επιδίωξη της Τουρκίας είναι να μετατρέψει τη διαφορά αυτή, που η ίδια εδημιούργησε, από νομική σε πολιτική, που σύμφωνα με την εκτίμησή της, θα πρέπει να επιλυθεί. όχι με τους ισχύοντες νομικούς κανόνες που προβλέπονται από το δίκαιο της θαλάσσης, άλλα με ασαφή και νεφελώδη πολιτικά κριτήρια[89].

Δεν είχε άδικο ο Γ. Σεφέρης που έκανε τη θλιβερή διαπίστωση:

«όπου κι αν βρεθώ η Ελλάδα με πληγώνει».

Ας μην αφήσομε τα παιδιά να καταληφθούν από πεσσιμιστική διάθεση αλλά ας τους τονίσουμε ότι στη σημερινή και μελλοντική πορεία του ελληνισμού πρωτεύοντα ρόλο θα διαδραματίσει η Ορθοδοξία για την προβολή των ελληνικών θέσεων στο διαμορφωμένο νέο κόσμο[90], αφού σ’ όλες τις δύσκολες φάσεις της ιστορίας μας η Ορθοδοξία λειτούργησε σαν έκφραση του ελληνισμού[91].

Ο διάσημος Βρετανός Βυζαντινολόγος σερ Στήβεν Ράνσιμαν, κατά την εκδήλωση που έγινε προς τιμήν του από το Δήμαρχο Αθηναίων, είπε μεταξύ άλλων τα εξής: «Θα ήθελα να πω στους Έλληνες ένα μήνυμα: Να θυμούνται ότι το παρελθόν τους πολλές φορές υπήρξε σκοτεινό, αλλά όταν το παρελθόν είναι σκοτεινότερο ακριβώς τότε είναι ηρωικότερο. Το ελληνικό πνεύμα υπήρξε σταθερό και αμετακίνητο, διότι κατάφερε να επιβιώσει μέσα από αιώνες σκλαβιάς χωρίς ποτέ να κατασταλεί ο ελληνισμός[92]». Και στο βιβλίο του «Η μεγάλη Εκκλησία» σημειώνει: «Η Ορθοδοξία διατήρησε τον ελληνισμό κατά τη διάρκεια των μαύρων αιώνων. Ο Ελληνισμός πρόσφερε ελπίδα πάνω στη γη[93]».

Αδικεί τον εαυτό του και το μαθητή του ο Έλληνας εκπαιδευτικός, αν αγνοεί ότι ο Ελληνισμός από τα χρόνια του πολιτιστικού άρθρου της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα στάθηκε η διηνεκής παρουσία που βοήθησε τους άλλους λαούς να βρουν το δρόμο τους[94].

η΄ Κατάρτιση του διδάσκοντος

Προκειμένου ο διδάσκων να σαλπίσει προς τους νέους το χρέος προς την πατρίδα, χρειάζεται ο ίδιος, με βαθειά συνείδηση της ελληνικής του ταυτότητας, να λειτουργεί συνεχώς στο εθνικό θυσιαστήριο καταφάσκοντας τη μαχόμενη Ορθοδοξία και μαθητεύοντας στο πνεύμα της Ελευθερίας[95]. Δεν πρέπει να είναι ο εκπαιδευτικός ο άνθρωπος μόνον του ενός βιβλίου που θα διδάξει, αλλά να μπαίνει στην τάξη φορώντας την πνευματική και διανοητική αρματωσιά του. Να είναι κάτοχος της βιβλιογραφίας, ιδιαίτερα της Ιστορίας και άλλων ανθρωπιστικών επιστημών, να διαθέτει τις ανάλογες γνώσεις στο έργο της εθνικής αγωγής που οφείλει να επιτελέσει. Η επιστημονική λοιπόν κατάρτιση του διδάσκοντος, η καλλιέργεια της προσφοράς του υλικού και πάνω απ’ όλα η πίστη στην αποστολή του σε συντονισμό με την προσωπική του ζωή και τα βιώματα του θα συμβάλλουν τα μέγιστα στην πραγμάτωση αυτών των στόχων του[96].

Τούτο το χρέος προς την πατρίδα είναι βαρύ και πολύμοχθο και απαιτεί θυσίες. Με πίστη βαθύβλυστη, ο διδάσκων, ότι είναι ταγμένος για την αυθεντική και με λόγο και πράξη ερμηνεία της ιστορίας του έθνους του, περασμένης και παροντικής, με παλλόμενη τυρταιϊκή φωνή και πολύμορφη ελληνολατρεία, συναισθάνεται την αποστολή του που όπως δηλώνει εμφαντικά ο παλαμικός στίχος: Αυτός κατέχει «και τη χρυσή τη βούλα μιας φυλής[97]». Με τούτη τη βούλα της φυλής θ’ αφήσει ανεξίτηλα αποτυπώματα ελληνολατρείας στις ψυχές των παιδιών που σεμνυνόμενα κι αυτά με τη σειρά τους θα φέρουν στα χείλη τα λόγια του πιο πάνω ραψωδού. «Μόνο φτάσαν και κρατήσαν οι αμαρτωλοί μου οι κόρφοι μαρτυρικό του γένους μου του τραγουδιού το γκόρφι[98]».

θ΄ Αποφθέγματα ελληνικού χρέους

Αξίζει οι διδάσκοντες να φιλοτεχνήσουν με το πύρωμα της καρδιάς τους και να αναρτήσουν στα σχολεία σαλπίσματα πατριωτικού χρέους, όπως τον όρκο που έδιναν οι έφηβοι στην αρχαία Αθήνα, δείγμα της αγάπης και των υποχρεώσεων του ελεύθερου πολίτη προς την πατρίδα του. Τούτο τον όρκο να αποστηθίσουν και οι νεοέλληνες έφηβοι και να απαγγέλλουν με παλλόμενη καρδιά και ριγηλή φωνή:

«Ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά, ουδ’ εγκαταλείψω τον παραστάτην, ότω αν στοιχήσω, αμυνώ δε και υπέρ ιερών και οσίων και μόνος και μετά πολλών˙ την δε πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω, πλείω δε και αρείω, όσης αν παραδέξωμαι. Και ευηκοήσω των αεί κρινόντων και τοις θεσμοίς τοις ιδρυμένοις πείσομαι και όσους αν άλλους το πλήθος ιδρύσεται ομοφώνως και αν τις αναιρεί τους θεσμούς ή μη πείθηται, ουκ επιτρέψω αμυνώ δε και μόνος και μετά πολλών και ιερά τα πάτρια τιμήσω».

Σπουδαίο ρόλο για τον εθνικό φρονηματισμό θα παίξουν τα πολυθρύλητα ρητά που θα κοσμούν αίθουσες και διαδρόμους του σχολείου, όπως:

«Ουδέν γλύκιον πατρίδος»

«Η πατρίς φίλτατον βροτοίς»

«Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης»

«Και μείζον όστις αντί της αυτού πάτρας φίλον νομίζει, τούτον ουδαμού λέγω».

Και τέλος πως να μην τοποθετηθεί σε θέση περίοπτη, ο λόγος που μπορεί να δονήσει ισχυρότερα από κάθε άλλον τις χορδές της καρδιάς των ελληνοπαίδων, που διά στόματος του Σωκράτη κατέλιπεν η Ελλάδα στον κόσμο; «Μητρός τε και πατρός τε και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσιν».

Παράλληλα με τα αποφθέγματα, είναι απαραίτητη η αξιοποίηση των εποπτικών μέσων στη διδασκαλία για την παγίωση της ιστορικής αλήθειας. Διαφάνειες, εικόνες, ιστορικοί χάρτες, βιντεοκασέττες, και ό,τι έχει σχέση με την πολιτισμική μας κληρονομιά[99]. Και μόνο τη χάρτα τον Ρήγα να αναρτήσουμε για να δουν τα παιδιά η Ελλάδα «τι έχασε, τι έχει τι της πρέπει», φθάνει για να δοθή ισχυρότερο ερέθισμα για εθνικό ανέβασμα και ποιότητα ζωής.

Η ελληνική φιλοσοφία, επιστήμη, ποίηση, ρητορική, αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική, υπήρξαν πάντοτε ταπεινές θεραπαινίδες των ελληνικών ιδεών και κληροδότησαν στον κόσμο αθάνατα μνημεία[100]. Τούτα τα μνημεία ας γνωρίσουμε στα παιδιά, είτε με επιτόπιες επισκέψεις είτε με προβολή και ερμηνεία τους μέσα στην τάξη. Να μάθουν για τους υπέροχους ναούς που ανηγέρθησαν για τη λατρεία της Νίκης και της Ελευθερίας και αγάλματα που τη συμβολίζουν, όπως η άπτερος Νίκη των Αθηνών, η Νίκη της Δήλου, η Νίκη της Σαμοθράκης, η Νίκη του Παιωνίου που κοσμεί το μουσείο της Ολυμπίας κ.ά.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, κατά τον Εορτασμό της Εξόδου του Μεσολογγίου στις 17 Απριλίου 1989, είχε υπογραμμίσει την ανάγκη να βρίσκεται συγκεντρωμένο έχει έστω νοερά όλο το έθνος[101]. Επίσης τόνισε την ανάγκη να κάνουν το ίδιο τα παιδιά των σχολείων όλης της χώρας, διδαγμένα από μια καλή παιδεία, για μια ολιγόλεπτη σιωπή και περισυλλογή, μια που το πιο κοντινό μας μνημείο μετά τον Παρθενώνα και την Αγία Σοφία είναι το Ιδεατό μνημείο του Μεσολογγίου[102]. Και να πούμε στα παιδιά ότι οι πρόγονοί μας υπήρξαν αυτό που γνωρίζουμε ότι υπήρξαν, αλλά ότι εμάς δεν θα μας εξαγιάσει η καταγωγή μας αν δεν μας εξαγιάσουν τα έργα μας[103]. Να τους υπογραμμίσουμε ότι εκείνο που θα επιθυμούσαν οι νεκροί θα ήταν να πηγαίνουμε στον τόπο της θυσίας τους και να τους εξιστορούμε τα πεπραγμένα μας. Να τους λέμε τι την κάναμε την ελευθερία που μας έδωσαν. Αν διατηρήσαμε την ηθική συγγένεια μαζί τους  κι αν έχομε το δικαίωμα να συνδιαλεγόμαστε μόνον με κούφια λόγια μαζί τους και να τους λέμε «πατέρες»[104]. Γιατί πρώτος δάσκαλος στην ιεραρχία έρχεται η πράξη και δεύτερος ο λόγος[105].

Πολλά έθνη αποσύρθηκαν από το προσκήνιο της ιστορίας. Πολλές γλώσσες έπαψαν να ομιλούνται και η ανθρωπότητα βέβαια μπορεί να υπάρξει χωρίς την Ελλάδα, άλλο, η ηθική δεοντολογία μας λέει πως δεν επιτρέπεται να υπάρξει δίχως αυτήν. Η Ελλάδα δεν χωρεί σε κανένα ξένο μουσείο, όπως χώρεσε η Νίκη της Σαμοθράκης στο Λούβρο του Παρισιού[106]. Να μάθομε στα παιδιά μας πως να τη διακρίνουν από τα άλλα έθνη[107].

Να μάθουν επίσης ότι η φωνή που εξέπεμψε το Μεσολόγγι, η αχυροποίητη αυτή Ακρόπολη του Ελληνισμού, ήταν ένα ηχηρό παρόν προς όλον τον κόσμο, σε πείσμα των ανίερων «Ιερών Συμμαχιών» που η γνώμη τους για τους Έλληνες εκφράστηκε από το στόμα του ίδιου του Μέτερνιχ: «Πρόκειται» είπε, «για μια τριακοσαριά χιλιάδες άτομα που θα πρέπει να κρεμαστούν, να στραγγαλισθούν, να παλουκωθούν». Για να προσθέσει: «Αυτό άλλωστε θα είναι ένα ασήμαντο γεγονός για την Ευρώπη». Ασήμαντο γεγονός η εξόντωση ενός λαού που ανέδειξε το ίδιο το ανθρώπινο γένος και εκόσμησε την ιστορία του[108].

Αξίζει να χαλκέψουμε τη θέλησή τους για το προς την πατρίδα χρέος τους, αναφερόμενοι σε στιγμές αποφασιστικές για την ιστορία μας.

Όταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης και ο Ανδρέας Μεταξάς έφθασαν στη Βερόνα το 1822, για ένα συνέδριο στο οποίο έπαιρναν μέρος όλοι οι κραταιοί της Ευρώπης, όλοι δηλαδή οι επίτροποι των καταπιεσμένων λαών τους και φανατικοί εχθροί του δικού μας λαού, οι σύνεδροι χαρακτήρισαν αυθάδη την τόλμη των Ελλήνων να συμμετάσχουν σ’ αυτό και ζήτησαν από τον Πάπα να τους απελάσει και καταδίκασαν για μια ακόμα φορά την Ελληνική Επανάσταση. Τότε ο Ανδρέας Μεταξάς, έγραψε: «Οι ηγεμόνες μας εγκαταλείπουν και εις ημάς μόνον έχομεν να ελπίζομεν[109]».

Ο επιλήσμων κόσμος της Ευρώπης είχε διαγράψει από το λεξιλόγιό του τη λέξη Δικαιοσύνη και Αρετή[110].

Κάτι ανάλογο με αυτό που είπε ο Ανδρέας Μεταξάς, είχε πει και ο βυζαντινός βασιλιάς Θεόδωρος Λάσκαρης (1254-1258), όταν και εκείνος αντιμετώπιζε από παντού τους εχθρούς: «… κινείται η έχθρα τω πλήθει και τα έθνη μάχεται καθ’ ημών και τις ο βοηθήσων ημίν; Πέρσης (δηλ. Τούρκος) πώς βοηθήσει τοις Έλλησιν; Ιταλός και μάλιστα μαίνεται, Βούλγαρος προφανέστατα, Σέρβος τη βία βιαζόμενος και συστέλλεται… μόνον δε το Ελληνικόν αυτό βοηθεί εαυτώ οίκοθεν λαμβάνον τας αφορμάς…[111]».

Και αυτό το «οικόθεν» που μαρτυρεί την αμετάβλητη εθνική συνείδηση στη ροή του χρόνου, δεν αναφέρεται μόνο στην υλική ισχύ αλλά σε κάθε δύναμη που αντλείται από την ελληνική και παιδευτική παράδοση[112].

Να επανέλθουν οι εθνικές και θρησκευτικές γιορτές στα σχολεία μας με καλή οργάνωση, με θέματα επιλεγμένα από την πλούσια ιστορία, τη λογοτεχνία μας και με την παρουσία κωμωδίας[113].

Ο ρόλος των σχολικών εορτών και η παρουσίαση δραμάτων από την κλασική αρχαιότητα η από τη νεότερη ελληνική δραματουργία πυροδοτούν τους νέους μας για το χρέος προς την πατρίδα. Ο ρόλος του σχολείου και στον τομέα αυτό υπήρξε πάντοτε πολύτιμος.

Αξίζει να θυμηθούμε, ότι πριν αποβιβασθεί στη Μάνη ο Κολοκοτρώνης, εκάθισε στα θρανία της σχολής του Μαρτελάου στη Ζάκυνθο και πριν ο Παπαφλέσσας πυρπολήσει την Πελοπόννησο με τη φλόγα του ενθουσιασμού του, είχε γίνει μαθητής του Αινιάνος, ο οποίος άνοιξε στα έκθαμβα μάτια του τους θησαυρούς της μεγάλης εθνικής μας παράδοσης. Πριν ο Γεώργιος Λασσάνης, ο υπασπιστής του Ιερού Λόχου, σύρει το σπαθί, θα δώσει στο θέατρο της Οδησσού ένα από τα πρώτα νεοελληνικά δράματα, τον «Αρμόδιο και Αριστογείτονα» που δεν είναι παρά σάλπισμα επαναστατικό. Οι μορφωμένοι νέοι που γεμίζουν την αίθουσα τον υποδέχονται με ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Είναι όλοι αυτοί, που το Φεβρουάριο του 1821, με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στη Βλαχία θ’ ανοίξουν την αυλαία στο άλλο, το μεγάλο και αληθινό δράμα του πολέμου για την ελευθερία. Είναι αυτοί που με τη μαύρη στολή των Ιερολοχιτών και τα λευκά λοφία θα προχωρήσουν, νυμφίοι της δόξας, στην πρώτη μάχη με τους Τούρκους στο Δραγατσάνι, ψάλλοντας τον ύμνο του Σώματος:

«Φίλοι μου συμπατριώται

Δούλοι νάμαστε ως πότε;»

Έργα όπως η «Αντιγόνη», οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη» κ.ά., όπου το ηθικό χρέος προεξάρχει, θα χαλυβδώσουν την εθνική συνείδηση των παιδιών.

Επισκέψεις σε Μουσεία, Πινακοθήκες εκθέσεις Ιστορικές, διεγείρουν τα πατριωτικά συναισθήματά τους. Αξίζει να επισκεφθούμε με τα σχολεία τα διάφορα αρχεία και το «Τμήμα Χειρογράφων» της Εθνικής μας Βιβλιοθήκης. Υπάρχουν εκεί εικοσιπέντε χιλιάδες ατομικοί φάκελλοι Αγωνιστών του 1821. Οστεοφυλάκια μοιάζουν οι θήκες εκείνες. Και κάθε φάκελλος επισημειωμένος με ένα όνομα μοιάζει σαν επιτάφια πέτρα που περικλείει μόνο τα διασωθέντα λείψανα του αφανούς εκείνου ήρωα. Ιερή κειμηλιοθήκη! Οι φάκελλοι εκείνοι των παλαιών αγωνιστών περιέχουν κυρίως αναφορές των ίδιων ή των απογόνων τους «προς την αρτιγέννητη Ελληνική Πολιτεία». Αναφέρονται με πειθαρχημένη ευλάβεια προς την «Σεβαστήν Διοίκησιν», προς «το Σεβαστόν Εκτελεστικόν Σώμα», προς την «επί των Θυσιών και Αγώνων Επιτροπήν» κ.λπ.

Θα μπορούσαν επίσης οι εκπαιδευτικοί να αξιοποιήσουν τα καλλιτεχνικά τάλαντα των παιδιών παροτρύνοντας τα να προχωρήσουν σε ζωγραφικές κατασκευές π.χ. εκκλησιών από χαρτόνι, αρχαίων τριήρων, σχεδιαγράμματα μαχών, αναπαραστάσεις ιστορικών στιγμών[114]. Μια άλλη παράμετρος που θα ευαισθητοποιήσει τις πατριωτικές χορδές των παιδιών είναι η ποίηση. Η επιλογή για διδασκαλία των κατάλληλων ποιημάτων που κεντρίζουν και τον πατριωτισμό και ενισχύουν την εθνική υπερηφάνεια των παιδιών. Ποιο παιδί δεν θα ενθουσιαστεί κατά τη διδασκαλία των «Ελεύθερων πολιορκημένων», όταν μάλιστα αυτή συνοδεύεται και από την ανάλογη μουσική που σου δημιουργεί την ακουστική εντύπωση ότι βρίσκεσαι στον καπνό της μάχης, ανάμεσα στους ήρωες; Ποια μαθητική καρδιά δε θα αλλοιωθεί ακούγοντας το Θούριο του Ρήγα ή τις Ωδές του Ανδρέα Κάλβου, τον «Φωτεινό» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, τον «Παύλο Μελά», του Κωστή Παλαμά, που τρικυμίζει τις θάλασσες των ματιών[115].

Τι θύελλα ενθουσιασμού δημιουργεί το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Οδυσσέα Ελύτη; Τι συναγερμός καρδιάς ακούγοντας τη φράση από τον «Εθνικό ύμνο» του Φρειδερίκου Μιστράλ «Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είν’ η δάφνη, μια φορά κανείς πεθαίνει[116]».

Ο δάσκαλος π.χ. όταν διδάσκει τον Λουκή Λάρα του Δ. Βικέλα για την καταστροφή της Χίου, εκτός από την παρουσίαση του περίφημου πίνακα του Ντελακρουά και την αναφορά στην ευαισθητοποίηση των Φιλελλήνων για τον Ελληνικό Αγώνα, μπορεί με ριγηλή φωνή και παλμό καρδιάς να απαγγείλει το «Ελληνόπουλο[117]» του Βίκτωρος Ουγκώ, που κάθε φορά που ακούγεται δημιουργεί μια εθνική μυσταγωγία.

Ο εκπαιδευτικός οφείλει να διανθίζει τα μαθήματα του με ιστορικά στιγμιότυπα η αποσπάσματα από τους κλασικούς, από την βυζαντινή ιστοριογραφία και τη νεότερη και από τα Απομνημονεύματα των Αγωνιστών. Η εντρύφησή του στα βιβλία θα του αποφέρει πλούσια συγκομιδή, πρόχειρη για την κάθε εκπαιδευτική στιγμή.

Αν θέλει να τους διδάξει πραξιακά το προς την πατρίδα χρέος, δεν θα ήταν άστοχη και η αναφορά στον Αριστείδη.

Γι’ αυτόν που ενώ πολέμησε στο Μαραθώνα τη μάχη την κέρδισε ο Μιλτιάδης, που ενώ συνέβαλε τα μέγιστα στη νίκη της Σαλαμίνας, τη ναυμαχία την κέρδισε ο Θεμιστοκλής. Και στη μάχη των Πλαταιών αν και ήταν ο στρατηγός οχτώ χιλιάδων Αθηναίων την κέρδισε ο Παυσανίας. Γιατί λοιπόν η Ιστορία εδώ και δυόμισι περίπου χιλιάδες χρόνια, δεν μπορεί να ξεχάσει το όνομά του; Γιατί ένας σύγχρονος μελετητής των Ελλήνων του καιρού του Αριστείδη, ο H.D.F, Kitto λέει γι’ αυτόν, «ο μέγας Αριστείδης»; Γιατί ήξερε να εκτελεί το προς την πατρίδα χρέος του και με τα όπλα και με τη δικαιοσύνη και με την αρετή και το ήθος του. Γιατί μας δίδαξε την υποδειγματική μεγαλοφροσύνη στην πολιτική ζωή των αντιπάλων του[118].

Όταν ο εχθρικός στόλος είχε πια αποκλείσει όλες τις θαλάσσιες θύρες που οδηγούσαν προς τον κόλπο της Ελευσίνας, αψηφώντας τον κίνδυνο, έφτασε νύχτα από την Αίγινα στην πόλη της Σαλαμίνας, έσπευσε να βρει το Θεμιστοκλή, τον «εχθρόν του τα μάλιστα», ο οποίος συνεδρίαζε με τους στρατηγούς όλων των συμμάχων. Και του είπε τα περίφημα λόγια: «Ημέας στασιάζειν χρεόν έστι (ει) εν (τε) τεώ άλλω καιρώ και δη και εν τώδε περί του οκότερος ημέων πλέω αγαθά την πατρίδα εργάσεται» (Χρέος μας είναι και σ’ όποια άλλη περίσταση, αλλά ιδιαίτερα σ’ αυτήν εδώ, να ρθούμε σε αντα- γωνισμό ποιος από τους δύο θα κάμει μεγαλύτερο καλό στην πατρίδα[119]».

Να διδάξουμε στα παιδιά ότι ό,τι κάνουν για την πατρίδα πρέπει να γίνεται ανιδιοτελώς, γνήσια, χωρίς επιδίωξη αναγνώρισης. Άλλωστε η ιστορία είναι ένα περίεργο παιχνίδι που παίζει η λήθη με τη μνήμη. Δεν είναι πάντοτε δίκαιη ούτε αληθινή. Άλλοτε θυμάται ό,τι θα άξιζε να λησμονηθεί και άλλοτε ξεχνάει ό,τι θα άξιζε να μνημονευθεί[120]. Η ιστορική συνέπεια για τον αφανή ήρωα τονίζεται στον επιτάφιο του Περικλεούς: «Μία δε κλίνη φέρεται κενή εστρωμένη των αφανών» (Θουκ. β΄ 34). Και οι αφανείς δικαιούνται το παν, γιατί αρκούνται στο τίποτα.

Να μιλήσουμε στα παιδιά για τη δόξα που λέγεται Βυζάντιο και ότι από τις 29 Μαΐου, ημέρα Τρίτη, στα 1453 αλλάζει η τροχιά του κόσμου όταν ακούστηκαν οι θρήνοι «Πάρθεν, πάρθεν η Πόλις, πάρθεν[121]» ύστερα από τα τελευταία λόγια του αυτοκράτορα Κ. Παλαιολόγου: «Η Πόλις αλίσκεται καμοί ζην έτι περίεστιν;».

Λόγια του πρώτου νεομάρτυρα του έθνους, που περιμένει ακόμη μαρμαρωμένος να αναστηθεί από την ορθοδοξία[122].

Στο πατριαρχείο της Κων/λεως ο μεγαλωστί μεγάλος Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ συναντάται με παπικόν Καρδινάλιον.

Ο Καρδινάλιος ντυμένος στα λευκά αντικρύζει τον Πατριάρχη βυθισμένο στα μαύρα, έκπληκτος.

Και ο Πατριάρχης με βαθειά συναίσθηση της αποστολής του, τον καθηλώνει: «Τι με κοιτάς; Φέρω το πένθος του Γένους μου».

Άραγε δεν πρέπει να επισημάνουμε στα παιδιά το βαρύ χρέος τους απέναντι στη βαριά κληρονομιά που μας κληροδότησε η χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία τη στιγμή κατά την οποία το Πανεπιστήμιο της Ευρώπης ύστερα από πρόταση του Δημήτρη Obolensky, σε στενή συνεργασία με τα αγγλικά Πανεπιστήμια, ανέλαβε τη μελέτη του ορθόδοξου πολιτισμού[123];

Δεν έχουν χρέος η καλύτερα δεν έχουμε όλοι μας χρέος να μελετήσουμε τη βυζαντινή ιστορία και τον πολιτισμό, όταν όλος ο πολιτισμένος κόσμος διακατέχεται από διακαή επιθυμία να οικειοποιηθεί τα επιτεύγματα του Βυζαντίου; Παράδειγμα οι βόρειοι γείτονές μας που μιλούν ανιστόρητα για σλαβική καταγωγή των αποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Και ας μην παραλειφθή να αναφερθεί το γεγονός ότι ο πάπας ανέδειξε προστάτες της Ευρώπης τους Μακεδόνες αποστόλους, τους Κωνσταντινουπολίτες εργάτες της ορθόδοξης φωτιακής πνευματικής αναγέννησης[124]. Και ακόμα ας διδάξουμε ότι και από τις σκοτεινές στιγμές της Ιστορίας μας αναπήδησαν πολιτιστικές αστραπές.

Οι Κύριλλος και Μεθόδιος υπακούοντας στην αυτοκρατορική βούληση του πιο παρεξηγημένου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, του Μιχαήλ Γ΄ του λεγόμενου μέθυσου, έφεραν την Κωνσταντινουπολίτικη ακτινοβολία ως την κεντρική Ευρώπη, δηλαδή τη Μοραβία, ως τα βάθη του Πόντου (αναφερόμαστε στο έργο του Κυρίλλου προς τους Χαζάρους για τον πρώτο εκχριστιανισμό των Ρώσσων).

Είθε να μπορέσουμε διδάσκοντας Βυζαντινή ιστορία στα παιδιά να αναμετρήσουμε την επικαιρότητα του Βυζαντίου, όχι μόνο σε μνήμες τραγωδίας, αλλά «να μας δοθή το χάρισμα» να ξαναζήσουμε τα υψηλά και μεγάλα, σαν τότε που «η Παρθένα κράταγε από την άβυσσο την Πόλη» και όπως όταν το μεγάλο πουλί της Ελληνικής ψυχής «Το γκρεμό χωρίς να γκρεμιστεί μπορούσε να διαβαίνει[125]».

Όλος ο κόσμος μελετά το Βυζάντιο σήμερα. Από το Βόρειο Πόλο ως το Νότιο. Και το θαυμάζει. Και πλουτίζει με τον πολιτισμό του.

Το Σεπτέμβριο που μας πέρασε έγιναν τρανές γιορτές και εκθέσεις στη Βενετία με θέμα: «Βενετία ένα άλλο Βυζάντιο». Έτσι μπορεί η πιο μεγάλη κηλίδα της Ιστορίας που δηλώθηκε στις 29 Μαΐου του 1453 στην Πόλη του Κων/νου, να έκανε να σιγήσουν τα «Τετρακόσια σήμαντρα και οι εξηνταδυό καμπάνες» που για χίλια χρόνια δοξολογούσαν καθημερινά την ίδρυσή της[126]. Όμως η επιτάφια σιγή της πόλης δεν ξαναπήρε στο χαμό της την αειθαλή οθόνη, την οποία επί μάκρους αιώνες ύφαιναν αυτοκράτορες, Πατέρες και λόγιοι για να αποτυπώσουν σ’ αυτήν τις ανεξίτηλες διαστάσεις της Ελληνικής διαχρονικότητας. Κι όπως διαλαλούσε τότε το πένθιμο άγγελμα, «Η Ρωμανία κι αν πέρασαν ανθεί και φέρει κι άλλο[127]».

Πρέπει να πούμε στα παιδιά ότι στη Βενετία, τη Γαληνότατη Άνασσα της Αδριατικής, γιορτάστηκε το Βυζάντιο και ο πολιτισμός του. Κι έχει εκδοθεί τρανό βιβλίο με αριστοτεχνικές εικόνες και τίτλο: «Από το Χάνδακα στη Βενετία, Βενετία ένα άλλο Βυζάντιο». Κυκλοφόρησε προσφάτως. Γιατί στη Βενετία, με τους ολάνοιχτους βυζαντινούς ορίζοντες, το μέγα συμβάν της Αλώσεως βρήκε τον άξιο αντίλαλό του και η κληρονομιά του Βυζαντίου έσπειρε νέες καταβολές χάρη στις οποίες ήρθε η ώρα της ενσυνείδητης κατάφασης στη ζωή που έδωσε ο άνθρωπος στο κάλεσμα της αναγέννησής του.

Η έκθεση «Βενετία και Βυζάντιο» είχε ξαναγίνει στη Βενετία το 1974, στο περίφημο Palazzo Ducale (= Παλάτι των Δόγηδων).

Τέτοιες ειδήσεις πρέπει να μεταφέρονται στους ελληνόπαιδες. Σε πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε η διάσημη Ελληνίδα Βυζαντινολόγος κ. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Πρύτανις του Πανεπιστημίου της Γαλλίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού για το Βυζάντιο, όταν ερωτήθηκε σχετικά με την τάση επιστροφής στην Ορθοδοξία είπε: «Ναι, πράγματι συμβαίνει κάτι τέτοιο, μόνο που κατά τη γνώμη μου αυτό σημαίνει επιστροφή σε μια οργανική, διαχρονική συνέχεια της Ελληνικής Ιστορίας. Και τι είναι Βυζάντιο; Βυζάντιο είναι ακριβώς: Ορθοδοξία και γλώσσα ελληνική, όπως αυτή εξελίχτηκε στο χρόνο, Βυζάντιο είναι το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ» που ακούμε και σήμερα με κατάνυξη[128]». Κι ότι ο Χριστιανισμός αρχίζει με την ηθική των Πατέρων. Ο αυτοκράτορας αντιπροσωπεύει την Αυτοκρατορία που πρώτη πίστεψε στο Δεσπότη Χριστό και γι’ αυτό «ούκ ηττηθήσεται εις τους αιώνας». Το Βυζάντιο είναι μια αξιοκρατική κοινωνία, όπου ο καθένας μπορεί να περάσει από τη μια τάξη στην άλλη. Γι’ αυτό δεν υπάρχουν τάξεις ευγενείας...[129]». Η ίδια πρόσθεσε ότι η μόνη ντροπή είναι να μην ξέρουμε το Βυζάντιο[130].

Η γνώση της ιστορίας από τα παιδιά πρέπει να συμπορεύεται με τη γνώση της Εθνικής μας Παράδοσης από την σκοπιά του λαϊκού μας πολιτισμού και των προγονικών μας αρετών που τη συνθέτουν[131]. Τούτη την ελληνική παράδοση που δημιούργησε την ταυτότητα του λαού μας στα διάφορα στάδια της ιστορίας του[132] που εκτός από το πολύδοξο κλασικό ιδανικό περιέχει στη μνήμη και τις κληρονομικότητες της, το θρύλο του Μεγαλεξάνδρου, το απέραντο άνθισμα του ελληνιστικού κόσμου, την Ορθόδοξη Εκκλησία, τα χίλια χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και τη μεγάλη της τέχνη, τον κοινοτικό μας πολιτισμό της Τουρκοκρατίας, τις περιπέτειες της Διασποράς, την Κλεφτουριά, τη δημοτική ποίηση, το Εικοσιένα, το καινούριο κράτος με τους αγώνες του και τα παθήματά του, όλα αυτά δεμένα το ένα με το άλλο σε ενότητα οργανική[133]. Να μην αφήσομε να ξεθωριάσει η ελληνική παράδοση στις ψυχές των παιδιών, αφού οι αρχές της είναι δοκιμασμένες στο αμόνι του χρόνου και κληροδοτούν στη φυλή την αιωνιότητα από γενιά σε γενιά[134].

Κάθε παρέκκλιση από την παράδοση μοιάζει σαν την αποκοπή του δέντρου από τις ρίζες του. Γιατί ο καθένας μας δεν είναι μόνο ο εαυτός του, αλλά ένας ολόκληρος κόσμος μέσα στον οποίο βρίσκεται συνυφασμένος ψυχικά: Γλώσσα, πίστη, ιδέες, ήθη ό,τι τέλος πάντων αποτελεί το πνευματικό σύμπαν μιας κοινότητας[135]. Στην περίπτωση αυτή μας διδάσκουν οι απόδημοι Έλληνες. Εξωτερικό, προσαρμόζονται στον τόπο που διάλεξαν. Εσωτερικά όμως ανήκουν στο δικό τους: συνδέονται με τους ομοεθνείς, γιορτάζουν μαζί τους, χτίζουν εκκλησίες για να θρησκεύουν στην πίστη τους, ανοίγουν σχολεία για να διδάξουν στα παιδιά τη γλώσσα των πατέρων τους, τηρούν με ευλάβεια τα οικογενειακά τους έθιμα. Φόβος τους είναι ότι αν έστω και νοερά αποκοπούν από τις ρίζες τους θα αφανιστούν[136].

Η επίσκεψη σε λαογραφικά μουσεία, η διδασκαλία δημοτικών, ακριτικών, κλέφτικων τραγουδιών και θρύλων, οι γιορτές με παραδοσιακές ενδυμασίες, οι επισκέψεις σε παραδοσιακούς οικισμούς, τα εποπτικά μέσα, θα πυροδοτήσουν την αγάπη των παιδιών για την ελληνική παράδοση.

Στα πλαίσια της παράδοσης ας φοριέται σε εθνικές γιορτές και η παραδοσιακή ευζωνική φουστανέλλα με τις τετρακόσιες δίπλες, όσα και τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, για να θυμίζει την αθάνατη ελληνική λεβεντιά. Και κάτι που σήμερα ξεχνιέται. Ας μάθουμε στα παιδιά να στέκονται ως γνήσιοι Έλληνες κατά την έπαρση και υποστολή της Σημαίας και όταν παιανίζεται ο Εθνικός μας Ύμνος.

Σήμερα πολλοί επιτήδειοι μάχονται να αποπροσανατολίσουν εθνικώς τους νέους μας, ποικιλοτρόπως. Να αντιστρατευθούμε. Το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο όπου είναι αποθησαυρισμένα Αρχεία και βιβλία Ιστορικά, εξέδωσε προσφάτως δύο θαυμάσια ιστορικά εκπαιδευτικά φυλλάδια με πολύτιμο ιστορικό, αρχειακό κυρίως υλικό για τους μαθητές των σχολείων.

Ας σπεύσουμε να τα προμηθευτούμε. Μόνον έτσι φρονηματίζονται εθνικά οι ψυχές των παιδιών.

Μπορούμε να αναφέρουμε στα παιδιά μια διήγηση του Φωριέλ, του πρώτου συλλέκτη των δημοτικών μας τραγουδούν. Γράφει λοιπόν: Ένας φίλος μου ταξίδευε τότε στη Μακεδονία, συντροφιά μ’ έναν καλόγερο. Τη νύχτα κόνεψαν σ’ ένα φούρνο, που ήταν μαζί και πανδοχείο. Ένα νεαρό ηπειρωτόπουλο τράβηξε απ’ την αρχή την προσοχή τους. Είχε ωραία μαλλιά και περήφανο ανάστημα. Κοίταξε τους δύο ταξιδιώτες, τους μελέτησε νοερά, κι ύστερα με εμπιστοσύνη στράφηκε στον ένα:

- Ξέρεις να διαβάζεις; ρώτησε. Εκείνος συγκατένευσε. Και τότε το ηπειρωτόπουλο τον παρέσυρε έξω στο γειτονικό κήπο. Κάθισαν σ’ ένα σωρό από πέτρες. Το παιδί Έχωσε το χέρι του στον κόρφο του και τράβηξε κάτι, δεμένο με σπόγγο, που τον είχε περασμένο στο λαιμό του. Ήταν τα θούρια του Ρήγα. Δίνει στον ξένο να διαβάσει. Όταν σε κάποια στιγμή, εκεί που διάβαζε ο ταξιδιώτης, έτυχε να ρίξει το βλέμμα του στο παιδί, είδε ένα ηπειρωτόπουλο αλλοιώτικο. Τα μάγουλά του έκαιγαν φουσκωμένα.

- Είναι η πρώτη φορά που τ’ ακούς;

- Α όχι, όχι, λέει το παιδί σφουγγίζοντας με τις παλάμες τα μάτια του. Το έχω ακούσει τόσες φορές… Εγώ δεν ξέρω γράμματα. Και παρακαλώ τους ταξιδιώτες που ξεπέφτουν εδώ, να μου τα διαβάζουν…

Μπορούμε να ενθουσιάζουμε τους νέους και με άλλους ανάλογους κραδασμούς. Αναφέροντάς τους πρόσφατα ζωντανά παραδείγματα: Τρία μιλιά βόρεια του Καστελλόριζου σ’ ένα νησάκι τόσο μεγάλο όσο και τ’ όνομά του, που μοιάζει με κατάξερο ελληνικό βράχο, έζησε κατάμονη τριάντα τέσσερα από τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής της η Ελληνίδα Δέσποινα Αχλαδιώτου, πάνω στο νησί, με μοναδική αποστολή της να υψώνει τη γαλανόλευκη στο νησί, δηλώνοντας πως ο τόπος τούτος είναι ελληνικός.

Για να μην τον πατήσουν οι Τούρκοι, όπως το έκαναν το 1929[137].

Η άξια αυτή Ελληνίδα, «η κυρά της Ρω», πέθανε το Μάιο του 1982 και κηδεύτηκε με τιμές εθνικής ηρωίδας. Το νησί έμεινε αφύλαχτο μέχρι το Μάρτιο του 1993, οπότε έφθασε στο νησί ο Κλήμης Μαυρίδης, «ο κύρης της Ρω», για να φυλάει το νησί και να ανεβάζει την ελληνική σημαία κάθε μέρα δίπλα στον τάφο της «κυράς της Ρω[138]». Όλη η ελληνική ιστορία είναι κατάμεστη από ηρωικές στιγμές κατά τις οποίες πρυτανεύει η απόφαση «Ελευθερία ή θάνατος». Ό,τι σπουδαιότερο μπορεί να κληροδοτηθεί στα παιδιά μας. Το 1821 ο Ελληνισμός παλλόταν από το πάθος της Ελευθερίας[139]. Το 1940 κόχλαζε από οργή που μεταβλήθηκε σε ενθουσιασμό τόσο γνήσιο και πηγαίο, ώστε ήταν χαρούμενοι όσοι έφευγαν να αντιμετωπίσουν έναν πολύ πιθανό θάνατο και όσοι έμεναν πίσω ήταν θλιμμένοι που δεν θα τον αντιμετώπιζαν[140]. Ο ελληνικός στρατός προχωρούσε από νίκη σε νίκη κι όλη η Ελλάδα ζούσε μέσα σ’ ένα παραλήρημα ενθουσιασμού. Τη δόξα της νίκης συνόδευε μια αρετή. Η Σεμνότης. Τα ανακοινωθέντα του Γεν. Επιτελείου, κι όταν ακόμη ανήγγειλαν στο Έθνος περίλαμπρες νίκες, δεν θριαμβολογούσαν ποτέ. Το ύφος τους λακωνικό και το ήθος τους δωρικό[141].

Σπάνια, σπανιότατα, ένα ολόκληρο έθνος δέχθηκε με τέτοιο ενθουσιασμό, τέτοια ψυχική ρώμη το άγγελμα πως έφθασε μια φοβερή δοκιμασία[142]. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, μια θέληση και μια φωνή[143]. Έτσι ο κόσμος κατάλαβε πως πρέπει να αγωνίζεται ένα έθνος ολόκληρο. Η κατάπληξη ήταν παγκόσμια και η εφημερίδα Κρίστιαν Σάινς Μόνιτορ, έγραφε προφητικά: «Ίσως εκεί επάνω, στα βουνά της Ηπείρου, κρίνεται η όλη τύχη του πολέμου[144]».

Κατά την πρώτη επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1941 ο Άγγλος Υπουργός Αμύνης Αίμερυ έλεγε: «Οι νεκροί της Ελλάδας δεν έπεσαν επί ματαίω, η θυσία τους έσωσε το Ιράκ, τη Συρία, την Περσία, τη Μόσχα[145]».

Κι όμως τα παιδιά μας όταν θα ανοίγουν τις μεταπολεμικές Εγκυκλοπαίδειες ή τις Ιστορίες του Β΄ παγκοσμίου πολέμου θα διαπιστώνουν ότι για την αποφασιστική αυτή καμπή του πολέμου αφιερώνονται ελάχιστες και διαλειπτικές φράσεις όπως: «1940 28.10 Απόρριψις υπό της Ελλάδος του τελεσιγράφου του Μουσολίνι» ή «1940, Οκτώβριος, Ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδος. Μάιος 1941». «Μάχη της Κρήτης» κ.λπ.[146] Έχομε ευθύνη να δραστηριοποιηθούμε για την συγγραφή σωστών ιστορικών βιβλίων.

Κι όμως και σ’ αυτόν τον πόλεμο οι Έλληνες πρωταγωνίστησαν όχι μόνο με την ανδρεία, αλλά και τη μεγαλοκαρδία, την ευγένεια, την αξιοπρέπεια, το ήθος. Αναρίθμητα τα περιστατικά που το επιβεβαιώνουν. Ενδεικτικά αναφέρουμε ένα: Είχε οργανωθεί από τον Ερυθρό Σταυρό της Ελλάδος «Υπηρεσία Μεταγγίσεως αίματος». Ουρές από νέους, κοπέλλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά, περίμεναν τη σειρά τους. Μια μέρα ο επί της αιμοδοσίας γιατρός είδε μέσα στην ουρά των αιμοδοτών ένα γεροντάκι.

- Εσύ παππούλη, του είπε ενοχλημένος, τι θέλεις εδώ; Ο γέρος απάντησε δειλά[147].

- Ήρθα και εγώ για να δώσω αίμα. Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιο ζωηρή.

- Μη με βλέπεις έτσι γιατρέ μου. Είμαι γερός, το αίμα μου είναι καθαρό, και ακόμα ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιούς: Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω. Χαλάλι της πατρίδας. Όμως μου είπαν πως οι δύο πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θα είναι κι άλλοι πατεράδες που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους γιατί δε θα ’χουν οι γιατροί αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω και γω το δικό μου, «Άιντε πήγαινε, γέρο μου» μου είπε «κι ας είναι για την ψυχή των παιδιών μας». Κι εγώ σηκώθηκα και ήρθα[148]».

Τέτοια περιστατικά ανδρείας και ήθους έπρεπε να διανθίζουν τα βιβλία των παιδιών μας. Τέτοιες πράξεις ποιότητας ζωής έπρεπε να προβάλλονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Καμιά ιστορία του κόσμου, ούτε η αρχαία ελληνική, δεν αναφέρει ένα παράδειγμα σαν αυτό που προαναφέρθηκε. Το νέο στοιχείο που προσθέτει τούτη τη διήγηση είναι το στοιχείο του χριστιανικού αλτρουισμού με τον όποιο η θρησκεία του Ιησού συμπλήρωσε τον κανόνα της αρετής που μας παρέδωσε η αρχαία Ελλάδα[149].

Καιρός να αποκτήσουμε εθνική συνείδηση και να ανασυνθέσομε την εθνική μας μεγαλογραφία. Ο ελληνισμός γοητεύει και σήμερα όλο τον κόσμο, γιατί έδωσε στην ανθρωπότητα αίμα και πνεύμα.

Οι φωνές των φιλελλήνων θεαματικά πυκνώνουν. Οι μαρτυρίες τους συγκλονιστικές. Η υπεύθυνος Μορφωτικών θεμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης κ. Claude Parvé, σπούδασε Ελληνική Φιλολογία, γνωρίζει από στήθους 3.000 ελληνικούς στίχους και το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον. Εδώ και λίγα χρόνια ιδρύθηκε η εταιρεία Ευρωκλασικών Σπουδών στην Ευρώπη για την καλλιέργεια των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών. Ήδη τον προσεχή Σεπτέμβριο θα λειτουργήσει σχολείο κοντά στο Σούνιο με παιδιά απ’ όλη την Ευρώπη για την εκμάθηση των Αρχαίων Ελληνικών.

Ο περίφημος Ελληνιστής Philip Sherrard, καθηγητής στην έδρα Νεοελληνικής Φιλολογίας στην Οξφόρδη και στο King’s College του Λονδίνου θαυμαστής της Ελλάδας και της ορθοδοξίας, εγκαταστάθηκε μονίμως στην Ελλάδα, στα Καντούνια της Εύβοιας[150]. Ο ίδιος συγκλονισμένος ομολογεί: «Σπούδασα και Βυζαντινολογία. Ανακάλυψα μία άλλη πηγή, μία διαφορετική παράδοση. Ήταν το Βυζάντιο και η Ορθοδοξία».

Και μία είδηση των τελευταίων ημερών. Παρασημοφορήθηκαν στο Λονδίνο, από τον εκεί Έλληνα πρεσβευτή μας, δύο Φιλέλληνες ιστορικοί[151]. Ο κ. Μονταγκί Γουντχάουζ για το πλούσιο συγγραφικό του έργο και την πλούσια πολεμική του δράση στην Ελλάδα κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής και ο μεγαλύτερος Βυζαντινολόγος του κόσμου, Σερ Στήβεν Ράνσιμαν. Ο ηλικίας 91 ετών Σερ Στήβεν Ράνσιμαν[152] ομίλησεν εις την Ελληνικήν εκπομπήν του BBC στις 13 Ιανουάριου τρέχοντος έτους και τόνισε μεταξύ άλλων τα εξής: «Κατά τον επόμενο αιώνα η Ορθοδοξία θα επικρατήσει μεταξύ όλων των θρησκειών, ενώ το μέλλον του Καθολικισμού και του Προτεσταντισμού είναι αβέβαιον. Η Ορθοδοξία διατηρεί τα στοιχεία της πίστεως, ενώ αι άλλαι χριστιανικαί ομολογίαι κατέπεσαν εις ξηρόν ορθολογισμόν. Μέγα σφάλμα διέπραξαν οι Δυτικοί ιστορικοί και ο Κοραής, οι οποίοι υπετίμησαν την Βυζαντινήν Αυτοκρατορίαν επιχειρούντες να συνδέσουν κατ’ ευθείαν τον Νέον Ελληνισμόν με την Αρχαιότητα. Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον δύναται να διαδραματίσει ηγετικόν ρόλον μεταξύ των Ορθοδόξων της Βαλκανικής και της Ανατολικής Ευρώπης, αρκεί να μην απομακρυνθεί η έδρα του από την Κωνσταντινούπολιν». Τα σχόλια περιττεύουν.

Κύριοι σύνεδροι, εθνικοί λόγοι, ανθρώπινοι λόγοι, θείοι λόγοι επιβάλλουν να μην επιτρέψουμε να διαγράφει από την διαρκώς συρρικνούμενη γλώσσα μας η λέξη «χρέος», με την ηθική της έννοια, ούτε από τις καρδιές των μαθητών μας. Χρέος προς την Πατρίδα. Γιατί τούτη η Πατρίδα Ελλάς σημαίνει φως. Το μοναδικόν φως. Ας μη σπεύδαμε στην Εσπερία να μας αλλάξουν τα φώτα. Η Ελλάδα είναι η μοναδική κοιτίδα του Φωτός.

Στη Βενετία, στον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων, βρίσκεται το μεγαλύτερο Ελληνικό ερευνητικό κέντρο του κόσμου «Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών». Σύμβολό του μία Λυχνία με τη ρήση: «ΦΩΣ ΑΝΕΣΠΕΡΟΝ»!

Οι γνήσιοι Έλληνες εκπαιδευτικοί, που τάχθηκαν να φυλάγουν Θερμοπύλες, στην πρώτη γραμμή ευθύνης, θα σαλπίσουν θεωρητικά και πραξιακά τα μηνύματά τους για το προς την Πατρίδα Χρέος στις καρδιές των νέων μας, ώστε η Ελλάδα που είναι Φως, να μείνει στους αιώνες «Φως ανέσπερον»!

 

 

[1] Σπύρος Μαρινάτος, Επέτειοι διδάσκουσαι το έθνος και τα έθνη, Το Εικοσιένα, Πανηγυρικοί λόγοι Ακαδημαϊκών, Αθήναι 1977, σ. 772.

[2] Νικόλαος Π. Βασιλειάδης, Για την ελευθερία, Αθήνα 1982, σ. 3.

[3] ό.π.

[4] ό.π.

[5] Νικηφόρος Βρεττάκος, Λόγος για το Μεσολόγγι, Αθήνα 1989, σ. 16.

[6] Φ.Ε.Κ., Αθήνα 30 Σεπτεμβρίου 1985, αριθ. φύλλου 167, Άρθρο 1, σ. 1.

[7] Γ. Αθανασιάδης-Νόβας, Ο πατριωτισμός των Ελλήνων, Το Εικοσιένα, ό.π., σ. 735-736.

[8] ό.π.

[9] Βλ. σχετικά Κων/νο Δεσποτόπουλο, Πανηγυρική Συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών της 24ης-3-1993, σ. 15.

[10] Σταύρος Κουρούσης, Η εθνική συνείδηση εις την ροήν του χρόνου εξ απόψεως παιδευτικής, Παιδαγωγικαί ομιλίαι, Τεύχος 23ον, Εισηγήσεις και πορίσματα του ΛΒ΄ και ΛΓ΄ Εκπαιδευτικού Συνεδρίου του Συλλόγου «Ο Μέγας Βασίλειος» Αθήναι 1993, σ. 71.

[11] Βλ. ό.π., σ. 72.

[12] ό.π.

[13] Βλ. Α. Β. Γιαννακόπουλο, Ελλάδα, Παιδεία στην Ελλάδα, Παιδαγωγική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 3 Αθήνα 1989, σ. 1782-1783.

[14] Ιλιάδος Ζ΄ 208, Λ 784.

[15] ό.π.

[16] Α. Β. Γιαννακόπουλος, ό.π., σ. 1783.

[17] Βλ. Σταύρο Κουρούση, ό.π., σ. 73.

[18] Πλάτωνος Πολιτεία, 514α-519d.

[19] Πλάτωνος Νόμοι, 659d.

[20] Σταύρος Κουρούσης, ό.π., σ. 74.

[21] Ισοκράτης, «Πανηγυρικός», σ. 50.

[22] ό.π.

[23] Σταύρος Κουρούσης, ό.π., σ. 74.

[24] ό.π., σ. 74, 75, 76.

[25] Ηροδότου Ιστοριών Η΄, 102, 1.

[26] Σταύρος Κουρούσης, ό.π., σ. 76-77.

[27] ό.π., σ. 77-78.

[28] Στήβεν Ράνσιμαν, Βυζαντινός Πολιτισμός, Μετάφραση Δέσποινα Δετζώρτζη, Αθήνα 1983, σ. 251.

[29] Μαρία Γ. Γιατράκου, Ο διδάσκων και η διδασκαλία, Παιδαγωγικαί ομιλίαι, τεύχος 23ον, Εισηγήσεις και πορίσματα του ΛΒ΄ και ΛΓ΄. Εκπαιδευτικού συνεδρίου του Συλλόγου «Ο Μ. Βασίλειος», Αθήναι 1993, σ. 24 (ανάτυπον).

[30] Σ. Μπουζάκης, Παιδαγωγική Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια, ό.π., σ. 1785.

[31] Ε. Π. Παπανούτσος, «Πρακτική φιλοσοφία», Αθήνα 1980, σ. 282.

[32] Τάσος Λιγνάδης, Καταρρέω, Αθήνα 1989, σ. 192.

[33] Νικηφόρος Βρεττάκος, Λόγος για το Μεσολόγγι, Αθήνα 1989, σ. 16.

[34] Γ. Αθανασιάδης-Νόβας, ό.π., σ. 746.

[35] ό.π., σ. 748.

[36] Νικηφόρος Βρεττάκος, Ποιητικός λόγος και εθνική αλήθεια, Αθήναι 1988, σ. 13.

[37] Γ. Αθανασιάδης-Νόβας, ό.π., σ. 752-753.

[38] Βλ. «Τήλεφο», «Γιατί η Ελλάδα», Ένα αποκαλυπτικό βιβλίο για την αρχαία κληρονομιά, Εφημερίδα «Καθημερινή», 1-1-94.

[39] Χριστόδουλος Βασιλόπουλος, Καλλιέργεια της Εθνικής συνειδήσεως, Παιδαγωγικαί ομιλίαι, τεύχος 23ον, ό.π., σ. 122.

[40] Βαγγέλη Σκουβαρά, Άνθιμος Ολυμπιώτης, Αθήνα 1981, σ. 10.

[41] Βλ. Νικηφόρος Βρεττάκος, Λόγος για το Μεσολόγγι, Αθήνα 1989, σ. 7.

[42] Κων/νος Δεσποτόπουλος, Η έννοια της ελευθερίας και η σύγχρονή μας κοινωνία, Πανηγυρική συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών, της 30ης Δεκεμβρίου 1993, σ. 1.

[43] Βλ. ό.π.

[44] ό.π.

[45] Jacquelline de Romilly, Η αρχαία Ελλάδα σε αναζήτηση της ελευθερίας, Αθήνα 1992, σ. 18.

[46] ό.π., σ. 18.

[47] ό.π.

[48] Κων/νος Δεσποτόπουλος, ό.π.

[49] ό.π.

[50] ό.π.

[51] Νικηφόρος Βρεττάκος, Λόγος για το Μεσολόγγι, Αθήνα 1989, σ. 15.

[52] Κων/νος Δεσποτόπουλος, Πανηγυρική Συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών της 30ης-12-1993, σ. 5.

[53] Βλ. Κων/νος Δεσποτόπουλος, Συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών της 24ης-3-1993, σ. 17.

[54] Κων/νος Δεσποτόπουλος, Συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών της 30ης-3-1993, ό.π.

[55] Κων/νος Δεσποτόπουλος, Συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών της 24ης-3-1993, ό.π. σ. 17.

[56] ό.π.

[57] Κων/νος Δεσποτόπουλος, Η έννοια της ελευθερίας και η σύγχρονη κοινωνία, Πανηγυρική Συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών της 30ής-12-1993, σ. 16.

[58] Μαριάνα Μακτόναλντ, Αφιέρωσα τη ζωή μου στην Ελλάδα, Εφημερίδα «Απογευματινή», 14-1-94.

[59] Νικηφόρος Βρεττάκος, Η φθορά της γλώσσας φθορά του έθνους, Αθήνα 1990, σ. 5.

[60] ό.π.

[61] ό.π., σ. 6.

[62] ό.π., σ. 13.

[63] Κων/νος Δεσποτόπουλος, ό.π., σ. 16.

[64] Νικηφόρος Βρεττάκος, Η φθορά της γλώσσας, φθορά του έθνους, ό.π., σ. 13.

[65] ό.π., σ. 13 και 8.

[66] Κων/νος Δεσποτόπουλος ό.π.

[67] Βλ. ό.π.

[68] Παναγιώτης Σκουτέλης, Πρόλογος στο τεύχος με τίτλο: Η ευθύνη του σήμερα απέναντι στο αύριο του ελληνισμού, Αθήνα 1993, σ. 6.

[69] Βλ. Κ. Δεσποτόπουλος, Δελτίον τύπου Συντονισμού Κέντρου Ελληνισμού, σ. 1.

[70] Γ. Δασκαλόπουλος, Ισλαμικό τόξο χωρίς χορδή, «Καθημερινή», 11-7-1993, σ. 5.

[71] Μάριος Ρούσσος, Η Ορθοδοξία μπορεί να συντρίψει το μουσουλμανικό τόξο, «Απογευματινή», 11-7-1993, σ. 13.

[72] ό.π.

[73] Συντονιστικό Κέντρο Ελληνισμού, Δελτίο τύπου, σ. 2.

[74] Συντονιστικό Κέντρο Ελληνισμού, Δελτίο τύπου, σ. 2.

[75] ό.π., σ. 1,

[76] ό.π., σ. 2.

[77] Α. Λαζάρου, Συντονιστικό Κέντρο Ελληνισμού, Δελτίον τύπου, σ. 3.

[78] Μιρ. Παξινού-Παξιμαδοπούλου, ό.π., σ. 3.

[79] Κ. Βακαλόπουλος, Θράκη, ό.π., σ. 3.

[80] Βλ. Νικόλαος Βασιλειάδης, ό.π,, σ. 206-207.

[81] ό.π., σ. 207.

[82] Βλ. χ.δ. «Βλέπουμε, ακούμε, διαβάζουμε», Περιοδικό «Νεανικοί Προβληματισμοί» Τεύχος 11ο, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1993, σ. 14.

[83] Βλ. Δ. Παντερμαλής, Αρχαία Μακεδονία και Ι. Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινή Μακεδονία, Συντονιστικό Κέντρο Ελληνισμού, ό.π., σ. 4.

[84] ό.π.

[85] Βλ. Το χρονικό μιας εκστρατείας, Μικρασία 1919-1922, Έκθεση φωτογραφίας από το Αρχείο της ΕΡΤ στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα 1992, σ. 61.

[86] Π. Ενεπεκίδης, ό.π., σ. 4.

[87] ό.π.

[88] Θ. Τζώνος, Σκοπιανό πρόβλημα, ό.π., σ. 5.

[89] Κ. Οικονομίδης, Υφαλοκρηπίδα νησιών, ό.π.

[90] Π. Θ. Ζήσης, Ορθοδοξία, ό.π.

[91] Π. Γ. Μεταλληνός, Τουρκοκρατία και Ελληνισμός, ό.π.

[92] Π. Κηπουρός, Το σκοτεινό παρελθόν, το ηρωικότερο, και οι μνήμες ενός Βυζαντινολόγου, Εφημερίς «Μεσημβρινή» 12 Οκτωβρίου 1991, σ. 14.

[93] ό.π.

[94] Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Η ηθική του συμφέροντος, Αθήνα 1989, σ. 251.

[95] Βλ. Τάσος Λιγνάδης, Το άξιον εστί του Ελύτη, Ζ΄ έκδοση, Αθήνα 1971, σ. 104.

[96] Χριστόδουλος Βασιλόπουλος, ό.π., σ. 123.

[97] Κων/νος Δεσποτόπουλος, Λόγος για τον ποιητή Κωστή Παλαμά χ.η., σ. 3. (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών).

[98] Βλ. ό.π.

[99] Βλ. ό.π., σ. 123.

[100] Βλ. Νικόλαος Εξαρχόπουλος, Η Ελλάς και ο πολιτισμός. Το Εικοσιένα, Πανηγυρικοί λόγοι Ακαδημαϊκών, Αθήνα 1977, σ. 227.

[101] Νικηφόρος Βρεττάκος, Λόγος για το Μεσολόγγι, Αθήνα 1989, σ. 6.

[102] ό.π.

[103] ό.π., σ. 7.

[104] Βλ. ό.π., σ. 7.

[105] Βλ. ό.π., σ. 7.

[106] ό.π.

[107] ό.π., σ. 8.

[108] ό.π., σ. 9.

[109] Βλ. ό.π., σ. 9-10.

[110] ό.π., σ. 10.

[111] Βλ. Θεοδώρου Β. Λασκάρεως, Επιστολή μδ΄ προς Νικηφόρον Βλεμμύδην, σ. 58, 79-84.

[112] Βλ. Σταύρος Κουρούσης, ό.π., σ. 88.

[113] Βλ. σχετικά και Χριστόδουλος Βασιλόπουλος, ό.π., σ. 125-126.

[114] Βλ. Χριστόδουλος Βασιλόπουλος, ό.π., σ. 123.

[115] Βλ. ό.π., σ. 124.

[116] ό.π.

[117] Βλ. Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Α΄ Γυμνασίου, Ο.Ε.Δ.Β. έκδοση κ΄, Αθήνα 1991, σ. 183-184.

[118] Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Επιστολές στους προγόνους μου, Αθήνα 1990, σ. 41, 58-59.

[119] Βλ. ό.π., σ. 59.

[120] ό.π., σ. 42.

[121] Ελένη Ahrweiler-Γλύκατζη, Παγκοσμιότητα και επικαιρότητα του Βυζαντίου, Έκτακτος Συνεδρία Ακαδημίας Αθηνών, 25-5-1992, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, σ. 435.

[122] ό.π.

[123] ό.π., σ. 459.

[124] ό.π.

[125] Βλ. Ελένη Ahrweiler-Γλύκατζη, ό.π., σ. 462.

[126] Ιωάννης Γεωργάκης, Πρόλογος του βιβλίου «Από το Χάνδακα στη Βενετία», Αθήνα 1993, σ. 11.

[127] ό.π.

[128] Φωτεινή Πιπιλή, Βυζάντιο (Συνέντευξη με τα ην κ. Ελένη Γλυκατζή-Αρβρελέρ, περιοδικόν «XIOSBANK», τεύχος 3, Ιούνιος 1993, σ. 20.

[129] ό.π., σ. 21.

[130] ό.π., σ. 20.

[131] Βλ. Χριστόδουλος Βασιλόπουλος, ό.π., σ. 127.

[132] Βλ. Νίκος Σβορώνος, Παράδοση και ελληνική ταυτότητα, Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Γ΄ Λυκείου, Αθήνα 1988, σ. 219.

[133] Γιώργος Θεοτοκάς, Παράδοση και Ελληνικότητα, Νεοελληνικά κείμενα Γ΄ Λυκείου, ό.π., σ. 214-215.

[134] Χριστόδουλος Βασιλόπουλος, ό.π., σ. 127.

[135] Ευάγ. Παανούτσος, Πρακτική Φιλοσοφία, Αθήνα 1980, σ. 233.

[136] ό.π., σ. 234.

[137] Νικόλαος Βασιλειάδης, ό.π., σ. 238-239.

[138] Πέτρος Κασιμάτης, «Ο κύρης της Ρω», «Ελεύθερος τύπος», 1 Ιαν. 1994, σ. 28.

[139] Άγγελος Βλάχος, Μεγέθη και διαστάσεις. Για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940. Πανηγυρική Συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών της 27ης Οκτωβρίου 1986, σ. 1.

[140] ό.π., σ. 1-2.

[141] ό.π., σ. 9.

[142] ό.π., σ. 10.

[143] ό.π., σ. 11.

[144] ό.π., σ. 12.

[145] ό.π., σ. 13.

[146] ό.π., σ. 14-15.

[147] Στρατής Μυριβήλης, Η υψηλότατη κορυφή, (21-10-1960). Η 28η Οκτωβρίου 1940, Πανηγυρικοί λόγοι Ακαδημαϊκών, Αθήνα 1978, σ. 321-322.

[148] ό.π., σ. 322.

[149] ό.π., σ. 322-323.

[150] Βλ. Αγάθα Ζαρακοβίτου, «Πήρατε τη ζωή σας λάθος», Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 15-11-1993, σ. 16-17.

[151] Βλ. Εφημερίδα «Απογευματινή», παράσημα σε δύο Φιλέλληνες Ιστορικούς, 21-1-94, σ. 17.

[152] Βλ. ό.π. Βλ. «Ορθόδοξος Τύπος», Στήβεν Ράνσιμαν «Η Ορθοδοξία θα επικρατήσει κατά τον 21ον αιώνα», 21-1-94, σ. 1.

Άλλες απόψεις: της Μαρίας - Ελευθερίας Γ. Γιατράκου