1922-2022: Εκατό χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή

Σάβ, 22/01/2022 - 14:37

Μετά τους περσινούς εορτασμούς για τη συμπλήρωση διακοσίων (200) ετών από την έναρξη του Ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα το 1821, η φετινή χρονιά, που συμπίπτει με τη συμπλήρωση εκατό (100) χρόνων από τη Μικρασιατική καταστροφή, μας επιβάλει “να θυμηθούμε, να τιμήσουμε αλλά και να διδαχθούμε”.

Να θυμηθούμε οι παλιοί κυρίως όμως να γνωρίσουν οι νέοι μας τί συνέβη τότε (1922), να τιμήσουμε “χαμένες” (όχι όμως, αλησμόνητες) Πατρίδες, καθώς και τη μνήμη νεκρών και αθώων θυμάτων βίαια ξεριζωμένων από τις εστίες τους, αλλά και να διδαχθούμε από “τα πάθη και τα λάθη” που οδήγησαν σ' αυτήν την Εθνική καταστροφή.

 Ήταν όντως τεράστιας σημασίας για την Ελλάδα η Μικρασιατική καταστροφή. Όμως, επειδή, κατά την αρχαία ρήση, “ουδέν κακόν αμιγές καλού”, νομίζω ότι, μαζί με τη “θρηνωδία” για ό,τι και όσα χάσαμε ως Έθνος, θα είναι πρέπον και σκόπιμο να ερευνηθεί και να αναδειχθεί επαρκώς το “κέρδος” που προέκυψε από την καταστροφή, “κέρδος” που, ακόμη και σήμερα, καρπούται η Χώρα μας.

Υπάρχει η εκτίμηση (ορθή κατ' εμέ) ότι, το 1922, ο εθνικός κορμός που “έπασχε πολλαπλά”, με την εγκατάσταση στην Ελλάδα των μικρασιατών προσφύγων, δέχθηκε μια, άκρως αναζωογονητική, ποσοτική, κυρίως όμως ποιοτική πληθυσμιακή “αιμοδοσία”. Η στατιστική απογραφή του 1920 είχε καταγράψει τότε στην Ελλάδα, πέντε (5) εκατομμύρια κατοίκους, με το μισό περίπου εκατομμύριο να είναι Μουσουλμάνοι, κάτοικοι πολλών περιοχών της Χώρας μας.

Οι προσφυγικοί Ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί που εκδιώχθηκαν βίαια από τη Μικρασία και, σταδιακά, εγκαταστάθηκαν και ρίζωσαν σε πολλά Ελληνικά μέρη, (κυρίως στη Μακεδονία, τη Θράκη, το Βόλο, την Αττική, τη Χίο κλπ), αριθμούσαν περί το ένα εκατομμύριο. Αν όμως αυτή ήταν “ποσοτική αιμοδοσία”, πολύ πιο σημαντική ήταν (και αποδείχθηκε) η αντίστοιχη “ποιοτική”.

Τούτο διότι, ο ερχομός στην Ελλάδα των Μικρασιατών, “μπόλιασε” θετικά τον Εθνικό κορμό με τον κοσμοπολιτισμό και την κουλτούρα που διέκρινε ανέκαθεν αυτούς τους Έλληνες, με την έφεση στα γράμματα και τις τέχνες που τους χαρακτήριζε και με τα ξεχωριστά ήθη και έθιμα που μετέφεραν αυτούσια στη “Μητέρα Πατρίδα” όπως μετέφεραν και τα τραγούδια και τους χορούς τους, τα φαγητά και τα γλυκά τους, γενικά δε, μεταφύτευσαν εδώ έναν ιδιαίτερο, άκρως εκλεπτυσμένο τρόπο ζωής, διαποτισμένο με εργατικότητα και προοδευτικό πνεύμα (στη Χίο έχουμε ιδίαν αντίληψη περί αυτού).

Αν τα παραπάνω λογισθούν ως “εθνικό κέρδος” που προέκυψε από μια “Εθνική καταστροφή” ως πρόσθετο “κέρδος” μπορεί (και πρέπει) να θεωρηθεί η “συμφωνία της Λωζάνης” που υπέγραψαν το Γενάρη του 1923, (λίγους δηλαδή μήνες μετά την “καταστροφή”), εκ μέρους της Κεμαλικής πιά Τουρκίας ο Πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού και ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκ μέρους της Ελλάδας, κληθείς προς τούτο (ο Βενιζέλος), από τον Πρωθυπουργό της στρατιωτικής Επανάστασης του Σεπτεμβρίου του 1922, συνταγματάρχη Στυλιανό Γονατά. Ο τελευταίος, με τους επίσης στρατιωτικούς Νικόλαο Πλαστήρα και Αλέξανδρο Οθωναίο καθώς και τον Γεώργιο Παπανδρέου, μετά την ήττα και την άτακτη οπισθοχώρηση του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος στη Μικρασία, κήρυξαν εδώ, στη Χίο, επανάσταση κατά του Βασιλιά Κων/νου και της τότε Κυβέρνησης που τους θεώρησαν υπεύθυνους της Μικρασιατικής καταστροφής.

Βάσει αυτής της “συμφωνίας της Λωζάνης”, η Τουρκία δέχθηκε να πάρει στα εδάφη της τους Μουσουλμάνους κατοίκους της Ελλάδας (κάτι λιγότερους των 500.000) πλην αυτών της Δυτικής Θράκης, έναντι του ενός και πλέον εκατομμυρίου Ελληνορθοδόξων που ήλθαν κυνηγημένοι στην Ελλάδα ως πρόσφυγες. Κάπως έτσι, επιτεύχθηκε μια θαυμαστή εθνικοθρησκευτική ομοιογένεια στην κυρίως Ελλάδα η οποία, τα επόμενα χρόνια ενισχύθηκε σημαντικά.

Η ενίσχυση της Εθνικής ομοιογένειας και η συνακόλουθη αύξηση του γηγενούς πληθυσμού προήλθε είτε από νέους “ξεριζωμούς” βίαιους και μη, (Ποντιακός Ελληνισμός, Αιγυπτιακός, Κων/πολίτες, παλιννοστήσαντες Έλληνες από πρώην Κομμουνιστικές Χώρες), είτε από επιστροφή στην Πατρίδα ομογενών από ΗΠΑ, Καναδά, Ευρωπαϊκές Χώρες, Αυστραλία κ.λπ.

Αν συνυπολογισθεί και η ενσωμάτωση το 1947 των, έως τότε, υπό Ιταλική κατοχή τελούντων Δωδεκανήσων, μπορούμε να εξηγήσουμε και να αντιληφθούμε το πώς η Πατρίδα μας έφθασε, το 2010, να αριθμεί 10.900.000 κατοίκους και,με κατά κεφαλήν εισόδημα 21.800 δολάρια ΗΠΑ, να κατέχει την 30η θέση στη σχετική παγκόσμια κατάταξη. Είναι άξιο μνείας ότι ακόμη και τώρα, μετά τη δραματική δεκαετή οικονομική κρίση και τις επιπτώσεις της πανδημίας, η Πατρίδα μας, με μειωμένο κάπως τον πληθυσμό της, κατέχει την 40η θέση διεθνώς, με κατά κεφαλήν εισόδημα 17.940 δολάρια ΗΠΑ, όταν, η Τουρκία (νικήτρια το 1922 στο Μικρασιατικό μέτωπο αλλά και το 1974 στην Κύπρο), με πληθυσμό 80.000.000, βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση, με μόλις 8.530 δολ. κατά κεφαλήν εισόδημα.

Με όσα προαναφέρθηκαν, πιθανά να νομισθεί ότι “ευρίσκομαι εκτός θέματος”. Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Σκόπιμα “άπλωσα” το θέμα για να τεκμηριώσω την άποψη ότι, και στην περίπτωση της Μικρασιατικής καταστροφής, ισχύει η ρήση “ουδέν κακόν αμιγές καλού”. Χωρίς την “αιμοδοσία” του 1922 (ποσοτική και ποιοτική), κανείς δεν μπορεί να φαντασθεί ποια θα ήταν η μετέπειτα πορεία της Πατρίδας μας, ενώ, όλοι μπορούμε να μαντέψουμε ποια θα ήταν η μοίρα των αδελφών Μικρασιατών εντός του Νεοτουρκικού Κράτους που, από τότε (1922) έδειχνε ότι, την επιβίωσή του θα τη στήριζε (και τη στηρίζει) σε απροκάλυπτες ή συγκαλυμμένες Εθνοκαθάρσεις.

Ελπίζω, αυτά και πολλά άλλα, να αναδείξουν οι οφειλόμενες φετινές εκδηλώσεις που είναι φυσικό να διοργανωθούν από Φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, από Σχολεία, κυρίως όμως από τα, ανά την Ελλάδα, Μικρασιατικά Σωματεία, τα πάντα “ζωντανά” και δραστήρια, όπως π.χ. είναι τα Χιώτικα, ήτοι αυτά του Βαρβασίου (ΦΑΡΟΣ) και της Αγίας Παρασκευής Καστέλου, που, μεταξύ άλλων, θα είναι σκόπιμο και χρήσιμο να μας παρουσιάσουν τον (μακρύ) κατάλογο εξεχόντων Μικρασιατών που, κατά τον 20ο αιώνα, διακρίθηκαν (δοξάζοντας την Ελλάδα), σε όλους τους τομείς (πνευματικό, καλλιτεχνικό και επιχειρηματικό).

Ο λόγος λοιπόν σ΄ όλους αυτούς τους Φορείς.

Άλλες απόψεις: του Αριστείδη Ζαννίκου