Αδελφοί Σισμάνογλου – Δεν είναι μόνο οι Χιώτες Ευεργέτες

Παρ, 25/09/2026 - 15:32

Έχω ξαναγράψει για το άσχημο καλοκαίρι που πέρασα φέτος, καθώς πηγαίνοντας στην πατρίδα μου τη Χίο για τις συνήθεις καλοκαιρινές διακοπές, αντί να βρεθούμε στην ωραία θάλασσα που έχομε πλησίον του σπιτιού μας στον Βροντάδο της Χίου, βρεθήκαμε στο θαυμάσιο «Σκυλίτσειο» Νοσοκομείο του τόπου μας κι από εκεί στο «Σισμανόγλειο» Νοσοκομείο Αθηνών, με αδιάγνωστο νόσημα. Και για να είμαι περισσότερο σαφής: ξαφνικά η σύζυγός μου η Μαίρη παρουσίασε μια εξάντληση, μια κατατονία, τόση που δεν μπορούσε να σύρει τα πόδια της!... Βέβαια είναι διαβητική, με επιπλέον ρευματοειδή αρθρίτιδα, αλλά επί 60+ χρόνια γιατρός τέτοια συμπτώματα δεν τα είχα ξαναδεί!...

Η εισαγωγή της στο Νοσοκομείο Χίου δεν κατέληξε σε διάγνωση κι έτσι τη μετέφερα επειγόντως στο «Σισμανόγλειο» Νοσοκομείο Αθηνών, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση λιγότερη των 2 χιλιομέτρων από το σπίτι μου.

Αλλά για να μη σας κουράζω, τελικά η διάγνωση που ετέθη ήταν «παρενέργειες φαρμάκων» και ειδικά της κορτιζόνης την οποία έπαιρνε τόσο καιρό, λόγω της ρευματοειδούς αρθρίτιδας από την οποία έπασχε (πάσχει)!...

Και έρχομαι στο θέμα μας που είναι «οι εθνικοί μας ευεργέτες»! Ένας από αυτούς είναι και ο Κωνσταντίνος Σισμάνογλου, του οποίου τη βιογραφία κρατώ στα χέρια μου. Πρόκειται για ένα βιβλίο 78 σελίδων, γραμμένο από την κ. Βαρβάρα Θεοδωροπούλου-Λιβαδά το 1946 (τον Σεπτέμβρη, όπως γράφει), και αφιερωμένο «στις ευγενικές ψυχές των Ευεργετών», όπως σημειώνεται στο εν λόγω βιβλίο!...

Πάμε λοιπόν να… πάρομε μια γεύση από την οικογένεια των Σισμάνογλου, ξεκινώντας από τον Ιωάννη[1], ο οποίος όπως διαβάζομε το 1820-1821 ήταν 14 χρονών και ο οποίος αιφνιδίως απεφάσισε να ξενιτευτεί (ήταν πεντάρφανος) και να φύγει από την προστασία της αδελφής του, η οποία έστελνε και τα τρία αδέλφια της να δουλεύουν στα χωράφια του πεθερού της (σ.σ.: τι άλλο να έκανε η καημένη;)!

Έτσι, μια μέρα, ο Ιωάννης ανακοινώνει ξαφνικά στην αδελφή του τη Σεμέλη (αντιγράφω): «Πήρα την απόφαση να ξενιτευτώ!...». Απάντηση: «Αμάν αγά μου, τρελάθηκες;» «Αμπλά (σ.σ.: έτσι προσφωνούσαν τα μικρότερα αδέλφια στη Μικρά Ασία τις μεγαλύτερες αδελφές) Σεμιλά δεν τρελάθηκα. Μα κατάλαβέ με, πνίγομαι εδώ πέρα!...» (σ.σ.: η συγγραφέας δεν αναφέρει σε ποιο μέρος της Μικράς Ασίας γινόταν αυτός ο διάλογος). Αλλά, επειδή ο διάλογος είναι μακρύς, τελικά συμφώνησαν τα δυο αδέλφια να φύγει μεν ο Ιωάννης, όμως να μην πάει στην Πόλη (όπως ήθελε ο Ιωάννης), αλλά στη Νικομήδεια, όπως πρότεινε η Σεμιλά (όπως τη φώναζαν), όπου υπήρχε και ένας θείος τους για να τον βοηθήσει στα πρώτα του βήματα!... Έτσι, καθισμένος στα καπούλια ενός μουλαριού, όπου τον έβαλε ένας συντοπίτης τους, ο Ιωάννης ταξίδεψε για τη Νικομήδεια!...[2]

Στη Νικομήδεια μένει κοντά στο θείο του 3-4 χρόνια, μαθαίνει σωστά Ελληνικά και «αρπάζει το βάπτισμα της βιοπάλης και τη δύναμη της δημιουργίας». Επειδή όμως δεν θέλει την κηδεμονία κανενός, «φεύγει και πηγαίνει στην ξακουσμένη Πόλη του Δικεφάλου. Είχε την πεποίθηση πως στη θρυλική Επτάλοφο θα’βρισκε ό,τι ζητούσε το ερευνητικό του πνεύμα»![3]

Στην Πόλη λοιπόν εργάζεται σκληρά ως εργάτης και κάποια στιγμή με τον συμπολίτη του Δημ. Κιουπεντζόγλου άνοιξαν ένα γραφείο-μαγαζί. Τα οικονομικά του ακόμα πολύ στενά, έτσι που αναγκαστικά κοιμάται κατάχαμα στο γραφείο του! Κάποτε παντρεύτηκε την αδελφή του συνεταίρου του Αικατερίνη Κιουπεντζόγλου και ο στοργικός αδελφός της τους δίνει ένα ωραίο σπίτι στο Καντίκιοϊ-Χαλκηδόνα, όπου το ζεύγος εγκαθίσταται και σύντομα αποκτούν τρεις γιους, τον Αλέξανδρο, τον Κωνσταντίνο και τον Αναστάση! Όμως ήταν γραφτό η μάνα να φύγει σύντομα για τον άλλο κόσμο, κι έτσι ο Ιωάννης μένει με τη θλίψη του έχοντας στην αγκαλιά του τρία ορφανά – χωρίς μητέρα!...

Αφού ξεπέρασε το πένθος και τη θλίψη, «άρχισε να αναπτύσσει την επιχείρησή του και με την εξυπνάδα του και την πολιτικότητά του αποκτά μεγάλη υπόληψη και στους τούρκικους κύκλους… Τον πίστευαν για δικό τους και του δίνουν παράσημα και τον τίτλο του "Εφέντη". Με τη γαλαντομία, ευγένεια, πολιτικότητα και τακτική πληρωμή των φόρων, κυριολεκτικά τους κατακτά».

Σιγά-σιγά, οι επιχειρήσεις του επεκτείνονται κι έτσι αποκτώντας μια άνεση οικονομική, έχοντας στα «απωθημένα» του τις δυσκολίες που είχε όταν ήταν μικρός να μάθει… δέκα γράμματα, εκτός από τις καθη­μερινές (συνήθεις) φιλανθρωπίες του και τις προσφορές του στις οικο­γένειες και στην Επιτροπή της Ελληνικής Κοινότητας της Πόλης, στέλνει κι ένα μεγάλο ποσό στην «Επιτροπή της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος» για να ενισχυθεί το Ελληνικό Σχολείο στην Άγκυρα, στη μνήμη του πατέρα του. Έτσι, η Άγκυρα αποκτά το πρώτο καλό ελληνικό σχολείο.

Μετά από κάποια χρόνια πέθανε και ο αδελφός του ο Πρόδρομος, αυτοδημιούργητος κι αυτός, και αφήνει μεγάλο μέρος της περιουσίας του, αν και είχε έξι κόρες κι έναν γιο, για το ελληνικό σχολείο και την εκκλησία μας στην Άγκυρα, στα χέρια της ίδιας Επιτροπής.

Στη συνέχεια, με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, καταστρέφεται οικο­νομικώς τελείως και χάνει και την αδελφούλα του, το «Ουρανάκι» όπως αποκαλούσε ο ίδιος ο Σισμάνογλου την ετεροθαλή αδελφούλα του Ουρανία.

Όμως, παρά τον πόλεμο και την απώλεια της Ουρανίας, ο Σισμά­νογλου με τις γνώσεις του και την εργατικότητά του, έχει γίνει ξακουστός και πέρα από την Πόλη, με αποτέλεσμα ο ίδιος ο Σουλτάνος με ένα «φιρμάνι» να τον διορίσει μέλος της Επιτροπής των «Σαράφ» Τραπεζιτών της «Δεκάτης». Έτσι, ο Ιωάννης Σισμάνογλου, εκτός από τα κέρδη του από ένα είδος ορυκτού σαπουνιού με το όνομα «Κιλ» και από ένα μεταλλείο χρωμίου, κατατάσσεται πολύ γρήγορα ανάμεσα στους πλουσιότερους ανθρώπους της Κωνσταντινούπολης, στους πλέον τίμιους και στους πλέον «ανοιχτοχέρηδες». Πέρα από φιλάνθρωπος ήταν και «παράξενος» (σ.σ.: δεν είναι η κατάλληλη έκφραση). Απαιτούσε με επιμονή να μη φαίνεται πουθενά το όνομά του!... Όμως, όλοι γνώριζαν ποιος ήταν ο ευεργέτης τους. Οι Τούρκοι τον φώναζαν «Μπαμπαλίκ», δηλαδή «πατερούλη» και οι άπαντες τον αποκαλούσαν «αφανή δημιουργό του καλού».

Στα 60-62 του χρόνια, παραδίδει σιγά-σιγά τη διεύθυνση των επιχειρήσεων στα παιδιά του και ιδιαιτέρως στον πρωτότοκο γιο του Κωνσταντίνο, ο οποίος συνεχίζοντας το πρόγραμμα του πατέρα του, πρώτος πήγαινε και τελευταίος έφευγε από τη δουλειά!...

Κάποια στιγμή τον επισκέπτεται μια Επιτροπή από τον Γενή-Ντουνιά, τον Ζαρίφη και άλλους πλούσιους, και του ζητούν σοβαρή ενίσχυση, γιατί αποφάσισαν να κτίσουν σύντομα τη «Μεγάλη Σχολή του Γένους». Ξεκίνησε λοιπόν δίνοντας κατ’αρχήν 5.000 χρυσές λίρες που σύντομα έφθασε το ποσό των 50.000 χρυσών λιρών(;).

Πέρα από φιλάνθρωπος ο Σισμάνογλου ήταν από τους ανθρώπους που ξέρουν να απολαμβάνουν όλες τις χαρές της ζωής!... Τα σπίτια του, και στο Σταυροδρόμι (χειμωνιάτικο) και στο Γενίκιοϊ (το Νιοχώρι, πάνω στο Βόσπορο), ήταν ανοικτά χειμώνα-καλοκαίρι, με δεξιώσεις, φαντα­σμαγορικές γιορτές και τραπεζώματα αφαντάστου πολυτελείας!

Εδώ, παρακάμπτοντας αρκετά επεισόδια που γράφει η κ. Λιβαδά για τον Ιωάννη Σισμάνογλου, τον Γιουβάν-Εφέντη των Τούρκων, που πέθανε στις 21 τ’Απρίλη του 1894 «από τρομερό και αποπνιχτικό άσθμα» που τον βασάνιζε από δεκαετία, σε ηλικία 74 ετών, προχωρούμε στις περιγραφές της βιογραφίας του έτερου Σισμάνογλου, του Αλέξανδρου.

Για τον Αλέξανδρο Σισμάνογλου δεν θα γράψομε πολλά πράγματα, διότι δεν… πρόλαβε να ζήσει πολύ. Πέθανε νεότατος, ζώντας με την καλλιτεχνική του διάθεση γύρω από το σπίτι τους στην Πόλη, ταξιδεύοντας με τη βαρκούλα του στα καταγάλανα νερά και φωτογραφίζοντας ό,τι τον ενδιέφερε!... Παρά το γεγονός ότι γνώριζε αρκετά γράμματα (είχε τελειώσει το «Ελληνικόν Λύκειον»), δεν έδωσε σημασία στην αγωγή της υγείας του, κι έτσι όταν κάποτε αρρώστησε η οικογένειά του τον πήγε στο Παρίσι. Όμως, παρά τις φροντίδες των αδελφών του και των ιατρών (Ελλήνων και ξένων), κατέληξε νεότατος!...

Κλείνοντας τα μάτια του αδελφού τους, «οι βαθιά πληγωμένοι και διπλοπενθούντες αδελφοί (σ.σ.: όπως γράφει η κ. Θεοδωροπούλου-Λιβαδά), ο Κωνσταντίνος και ο Αναστάσης, τη χαραυγή της 30ης του Ιούνη του 1895, αποφασίζουν να φύγουν μακριά από την Πόλη των εθνικών και οικογενειακών τους ονείρων, και να εγκατασταθούν για πάντα στο Παρίσι».

Κι έτσι φθάνομε στη βιογραφία του Κωνσταντίνου και του Αναστασίου Σισμάνογλου, που η κ. Λιβαδά τους αναφέρει ως «δημιουργούς και ευερ­γέτες». «Τα δύο στερνοπαίδια της Οικογένειας Σισμάνογλου, τα δύο λατρεμένα αδέλφια, δίδουν ολοζώντανη την εικόνα των Διόσκουρων». Έτσι ξεκινά η κ. Λιβαδά την περιγραφή των τελευταίων «Σισμάνογλου»: «Δεν έχουν τη δύναμη πια να μείνουν εκεί που γεννήθηκαν. Έτσι, αφού τακτοποίησαν τις υποθέσεις του, αφήνουν αντιπρόσωπό τους κάποιο παλιό κι έμπιστο υπάλληλό τους, και αναχωρούν στα 1897 για να εγκατασταθούν για πάντα στην πόλη που δροσίζει και φιλεί ολημερνά ο Σηκουάνας».

Εκεί στο Παρίσι, αγαπητοί αναγνώστες (για να μη σας ταλαιπωρώ), συνεχίζουν τη ζωή που έκαναν στην Κωνσταντινούπολη, συνεχίζουν να δίδουν, ιδιαιτέρως στους φοιτητές! Ζουν μια πλούσια ζωή, αριστοκρατική, μα όχι τρελή! «Το μόνο που τους στεναχωρούσε ήταν πως δεν είδαν ως τότε από τις δωρεές τους κάτι το ουσιώδες, το αποτελεσματικό. Γι’αυτό αποφασίζουν το ποσό των λιρών που είχαν στην Αμερική να μην το θίξουν, παρά να το κάμουν στην Πατρίδα ένα τέτοιο έργο, που να εξυπηρετεί πλατιά την ελληνική κοινωνία».

Εν τω μεταξύ, 400 (!!!) οικογένειες[4] είχαν εγκατασταθεί στο τσιφλίκι τους στην Καβάλα, όπου εκτός από το απέραντο κτήμα (χιλιάδες στρέμματα) υπήρχε εντός αυτού και ξενοδοχείο!...

Στο διάστημα αυτό (1922-1933) ζουν στην Ελβετία, στο Territet. Αναγκάζονται όμως από τα γεγονότα να γυρίσουν για λίγο στην πατρίδα, «για να τακτοποιήσουν την υπόθεση της ηθικής διανομής». Έτσι, βλέποντας τις «αρπαχτές» που γίνονται στον τόπο που γεννήθηκαν, «σπεύδουν και μεταφέρουν όλη την κολοσσιαία περιουσία τους στην Αμερική. Ξεχωρίζουν ένα μεγάλο μέρος της και το κάνουν ιδιαίτερη κατάθεση, με την εντολή να κτισθεί, και από τους Αμερικανούς μάλιστα, Φυματολογικό Ινστιτούτο στην Ελλάδα».

Αυτή η ιδέα ήταν του Αναστάση, που βλέποντας την επέκταση της φυματίωσης, του «χτικιού» όπως την έλεγε ο λαός, τη μετέφερε στον αδελφό του ο οποίος συγκατατέθηκε αμέσως! Δέκα χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Αναστάσης απεβίωσε από φυματίωση, με αποτέλεσμα να μείνει μόνος ο Κωνσταντίνος και να διεκπεραιώσει το έργο!...[5]

Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου περιγράφονται οι τελευταίες ημέρες του Αναστάση και η μεταφορά του λειψάνου του από τον αδελφό του στην Κωνσταντινούπολη, όπου ετάφη στο Χριστιανικό Νεκροταφείο του Σισλή.

Εδώ, αντιγράφω τα τελευταία λόγια του Αναστάση, που μέχρι την τελευταία του στιγμή ονειρευόταν το πανέμορφο κτίριο που θα στέγαζε τον αντιφυματικό αγώνα!...

«Σε παρακαλώ Κωστή μου, μόνος σου να επιβλέψεις το κτίσιμο του Ινστιτούτου! Ακούς; Μόνος σου. Πάρε τα χρήματα από την Αμερική και παρακολούθησέ το ο ίδιος. Πρέπει να δώσουμε στην πατρίδα μας ένα τέλειο μέσο για να θεραπεύει τους άτυχος από τη φθοροφόρα και επικατάρατη αρρώστια… Διάλεξε το μέρος και κάμε το όσο μπορείς πιο τέλειο. Τέτοιο, που το διαμάντι της Ελλάδας, η πανέμορφη Αθήνα μας, με την ύπαρξή του να γίνει πιο όμορφη. Και το μπριλάντι του κόσμου, η Ελλάδα μας, πιο περήφανη!»[6]

Κι έτσι φθάνομε στο… «σωτήριο» έτος 1936 (6 Δεκεμβρίου), που γίνεται η γιορτή της θεμελιώσεως του έργου. Το Σανατόριο (έτσι το έλεγαν τότε), με τη βοήθεια του Παπαεμμανουήλ(;) ο οποίος και την τοποθεσία διάλεξε και το οικόπεδο αγόρασε στις αρχές του 1935, και το οποίο μέσα σε 4 χρόνια ήταν σχεδόν έτοιμο να δεχθεί τους πρώτους του ασθενείς!...[7]

Με την κήρυξη του πολέμου, το «Φυματολογικό Ινστιτούτο» επιτάσ­σεται και μετατρέπεται από τους κατακτητές σε Γενικό Νοσοκομείο, χρησι­μοποιούμενο για τις δικές τους ανάγκες στα 4 χρόνια της εδώ παραμονής τους.

Το νοσοκομείο (πολυτελέστατο) επιβίωσε, και από την καταιγίδα των κατακτητών, και από την καταιγίδα των Δεκεμβριανών λίγο αργότερα (τα αριστερά παλικάρια είχαν σκεφθεί και προετοιμάσει και την… ανα­τίναξή του)!...

Εδώ, αγαπητοί μου Αναγνώστες, η κ. Λιβαδά προτείνει την πλήρη περιγραφή των εγκαταστάσεων του «Σισμανογλείου», «που το μήκος του είναι 237 μέτρα». Εγώ, ενώ διαφωνώ με την περιγραφή, σας προτείνω να το επισκεφθείτε και να το θαυμάσετε. Προσοχή: είναι επταόροφο! Απλά γράφω, ότι κατά την επιθυμία του ιδρυτή, τα 2/3 των ασθενών σχεδόν νοσηλεύονται δωρεάν!

Εδώ, προσπαθώντας να τελειώσω συντομότερα το ιστορικό της ιδρύσεως του «Σισμανογλείου», αναφέρω απλώς ότι «η ίδρυσή του έγινε με αναγκαστικό νόμο (Ν. 758/27-12-1945) και αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, εδρεύον εν Αθήναις» κλπ. κλπ. (σελ. 52 του βοηθήματος που χρη­σιμοποιώ). Εγώ, παρά το γεγονός ότι συμμετέχω σε ίδρυμα παρόμοιο («Δρομοκαΐτειο»), δεν «κατέχω» (όπως λένε οι Κρητικοί) τους νομικούς όρους!...

 

Αγαπητοί μου και Αγαπητές μου,

Προχωρώντας στην ανάγνωση του πονήματος, στη σελ. 63 διαβάζω ότι όταν έγινε γνωστή η δωρεά των Σισμάνογλου, οι κάτοικοι της Κομο­τηνής παρεκάλεσαν τον Κωνσταντίνο Σισμάνογλου να κάνει κάτι παρόμοιο και στην πόλη τους. Και πράγματι, έγινε και… δεύτερο «Σισμανόγλειο»!... Όταν το έμαθαν οι κάτοικοι της Έδεσσας… έτρεξαν κι αυτοί, αλλά με την οικονομική καταστροφή λόγω του πολέμου, οι 18.000 χρυσές λίρες που εδόθησαν κατ’αρχάς, μετετράπησαν σε 8.000.000… «στρατσόχαρτα κατοχής», όπως αναφέρει η κ. Βαρβάρα Θεοδωροπούλου-Λιβαδά (μεγάλη ιστορία), η οποία μας μόρφωσε με το βιβλίο της, του οποίου την περίληψη απέδωσα στους Αναγνώστες μου (και στις Αναγνώστριές μου βέβαια)!...

Σας αποχαιρετώ, ευχόμενος καλή ξεκούραση και καλή φώτιση. Σας συνιστώ να επισκεφθείτε το «Σισμανόγλειο», αξίζει τον κόπο!...

 

[1]     Ελπίζω να μη διωχθώ ποινικώς, επειδή θα χρησιμοποιήσω πληροφορίες από το βιβλίο της κ. Θεοδωροπούλου-Λιβαδά!...

[2]     Η συγγραφέας δεν αναφέρει από πού ακριβώς ξεκίνησε, όμως αναφέρει ότι «έφυγε από τη γενέτειρά του πόλη, η οποία σήμερα πια στέκει πρωτεύουσα του Οθωμανισμού» (σ.σ.: Άγκυρα;).

[3]     Βάζω σε εισαγωγικά τις εκφράσεις (προτάσεις) που αντιγράφω από το πρωτότυπο.

[4]     Εδώ, χάριν συντομίας, περικόπτω πολλές ευεργεσίες που ο Κωνσταντίνος και ο Αναστάσης έκαναν σ’αυτό το διάστημα του «ευρωπαϊκού» πολέμου (1914)!

[5]     Καθώς κατάλαβε ο αναγνώστης, οι δύο τελευταίοι εκ των Σισμάνογλου πέθαναν ανύπαντροι!...

[6]     Πράγματι, το «Σισμανόγλειο» είναι σαν παλάτι, κτισμένο σε ένα από τα ωραιότερα μέρη της Αττικής (Πεντέλη), έχοντας θέα από τα μπαλκόνια του και τα παράθυρά του την πανέμορφη Αθήνα!...

[7]     Δυστυχώς, ενώ ήταν όλοι έτοιμοι για τη μεγάλη γιορτή των εγκαινίων, το 1940 κηρύσσεται ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και… πηγαίνουν όλα πίσω!...

Άλλες απόψεις:  Του Αναστάσιου Ι. Τριπολίτη