
Με μια συστολή μικρού μαθητή και μια συγκίνηση στα χαμογελαστά του μάτια-σαν να μου ‘λεγε «θυμάσαι το τετράδιο με τα πρωτόλεια που μου ‘φερες τότε...»-άφησε στα χέρια μου, ο καλός μου δάσκαλος κι αγαπημένος ποιητής, συγγραφέας, θεατρικός δημιουργός, βιογράφος, θρησκευτικός ιστορικός, μα πάνω απ’ όλα δάσκαλος και άνθρωπος, το πεντηκοστό του βιβλίο- την εικοστή τέταρτη ποιητική του συλλογή- με ένα επιθετικά κατακόκκινο και αποφασιστικά λιτό εξώφυλλο και με τον συμβολικό τίτλο «Στα Συντέλεια», που σηματοδοτεί ένα Χρυσό Ιωβηλαίο εκδοτικής παραγωγής και μια ακόμα, υπέροχης έμπνευσης και γραφής ποιητική δημιουργία του!
Αν κάποιος θα προσπαθούσε να ερμηνεύσει τον τίτλο αυτό που διάλεξε ο από τα νεανικά του χρόνια φιλόσοφος και διανοητής Γεώργης Διλμπόης, αμέσως θα έφτανε στο ίδιο συμπέρασμα που έφτασα κι εγώ, αφού την ολοφάνερη εσχατιά της μεταπολεμικής περιόδου που ζούμε στις μέρες μας όλοι την βιώνουμε καθημερινά.
Γι αυτό, σκέψεις και λόγια που απλοϊκά και πεζά εμείς διατυπώνουμε, εκείνος, με λόγο ποιητικό, λέξεις πύρινες και διαλεγμένες να στιγματίζουν και να αφυπνίζουν, βροντοφωνάζει και κατακεραυνώνει το σημερινό κατεστημένο, αλλά προφητεύει και προειδοποιεί- όλοι οι ποιητές γνωστόν πως είναι και προφήτες-το ζοφερό αύριο μας, δηλαδή τα συντέλεια.
Κι όπως πάντα και σ’ όλο το έργο της ζωής του, έτσι κι εδώ, είναι κριτής αλλά δεν είναι άδικος, είναι διδακτικός αλλά όχι «κολλημένος» σε τσιτάτα, είναι οραματιστής αλλά ποτέ ανεδαφικός, είναι αυστηρός αλλά όχι κακός, είναι ο ποιητής που, από του απλού ανθρώπου το επίπεδο μιλεί στον συνάνθρωπο κατανοητά και φιλικά για να τον κάνει φίλο του κι όχι θαυμαστή κι οπαδό του και για να τον οδηγήσει σε μονοπάτια σκέψης ευνόητης κι όχι με ακαταλαβίστικες φράσεις και λέξεις «δήθεν»- εκείνες που άλλοι ισχυρίζονται πως γράφουν «Υψηλής τέχνης και τεχνικής ένεκεν»- να τον απογοητεύσει, να τον αποπροσανατολίσει και τελικά να τον απομακρύνει από το να εντρυφήσει στην ποίηση και στον ζωντανό και δυνατό της λόγο κι έργο.
Κι είναι ολοφάνερο πως, ότι «αληθινό αν είναι μένει ωραίο πάθος, μέχρι τη συντέλεια των αιώνων», όπως γράφει με όλα τα σημεία στίξης της ορθής Ελληνικής γλώσσας, στο πρώτο ποίημα της συλλογής.
-«Άγιος, δεν μπορείς, να γίνεις άγιος.», συνεχίζει, νουθετώντας και παρηγορώντας συγχρόνως, πρώτα τον ίδιον κι ύστερα τους άλλους. Αλλά και γι άλλη μια φορά αποδεικνύοντας πως η ανωτερότητα κι η καλοσύνη θα ξεφεύγουν, έστω και την τελευταία στιγμή και θα ξεπερνούν την κακία, την μικρότητα και τον εκφυλισμό που τις καταδιώκουν.
-«Βαριέμαι και κουράζομαι ψυχή μου», λέει. «Στα βάθη βρέθηκα μιας παπαρούνας κι η παπαρούνα στον γκρεμό του τρόμου». Ολοφάνερα παραδέχεται κι εδώ πως όσο κατασταλάζει η ψυχή μας στου χρόνου το ποτήρι, μαζί κατασταλάζει κι η πικρή γνώση για το «αναπότρεπτον» της ζωής μας.
-«Πρέπει να μείνουμε σ’ αιώνες πάνω, η πρώτη ανθρώπινη φωνή του λόγου, ώσπου να φτάσει του αέναου Λόγου η καθαρή φωνή να μας δοξάσει.» Πόσο χαίρομαι που κι εκείνος πιστεύει στην υστεροφημία. Κι όποιος δεν την πιστεύει ας έρθει να μου πει, γιατί ο λόγος του Ιησού ή του Μωάμεθ, παραδείγματος χάριν, μπορεί ακόμη να ξεσηκώνει λαούς κι αιματηρούς πολέμους.
-Κι εδώ, να που διατυπώνει την αιώνια παιδική κι αθώα απαίτηση του ανθρώπου για την αλήθεια και την πίστη στον Θεό που μόνο αθώα παιδιά ήθελε κοντά του: «Μιλήστε μας για τον Θεό χωρίς να κρατάτε πάνω στην φωνή σας μάγια, χωρίς φωνήεντα τυφλά απ’ το θαύμα, μα, μόνο απλά κι αθώα μικρά λουλούδια...»
-«Η γνώση της απλής ζωής κουράζει, θάνατος της ζωής η γνωριμία...», λέει κάπου κι αλλού: « ...Χάνετε ο χρόνος της λεπτής ζωής μου. Μπήκα από τώρα σε σκιά θανάτου. Η ματαιότητα στέκεται ολόρθη...», «Ώ της υπομονής που είναι κρυμμένη στη ρίζα της μηλιά όλο τον χρόνο και στη μικρή πρωτάρα χελιδόνα, όταν κλωσά τα αυγά της νύχτα μέρα...». Ομολογίες τάχα ή επίγνωση;
- Κι εδώ, η προφητεία που έλεγα κι όχι η γνώση πια: «Λύπη για τους φτωχούς αθώους Ισραηλίτες. Τα φρικαλέα που ‘ζησαν επί Χίτλερ, θα ‘ναι αστεία νάζια, βάσανα ρουτίνας αν ένας κάου μπόι τρελαθεί και θέλει να εκδικηθεί του Μαμμωνά τα κήτη».
-Να κι άλλη μια αλήθεια «Μεγάλος θάνατος τα γηρατειά μας», που ποιος δεν τα φοβάται και ποιος τα θέλει;
-Κι αν η προσφορά είναι επιλογή σου τότε κι ο πόνος κι η αδικία κι η αγανάχτηση είναι επιλογή σου. «Αγαπημένε μου κι αδικημένε, αφού σ’ αρέσει να προσφέρεις μάγια, μες στην ζωή θα μάθεις, να υποφέρεις», λέει εκείνος.
-Κι όπως πάντα ποιητικά, εξηγεί πώς δεν θυσιάζει το ατράνταχτο συμπέρασμα της εμπειρίας σε «δήθεν» αποφυγή του «ίσον» με την αφηρημένη του έννοια: «Κρατήστε την αναπνοή σας άνθη. Η στάχτη πλάθεται μ’ όνειρα ξένα. Ντυθείτε με λεπίδες κι οπλισθείτε».
-Για να πεθάνεις πρέπει να το ξέρεις, αλλιώς ο θάνατός σου είναι μια πλάνη, η πιο μεγάλη απάτη...». Και να ‘ξερες τουλάχιστον γιατί διάλεξες τούτη τη ζωή που ζεις; Λέω εγώ.
-Κι εδώ διατυπώνει άλλη μια μεγάλη αλήθεια: «Έμενε το καρφί πάνω στο ξύλο, την σιγουριά να ζει και να σκουριάζει κι ούτε που πήρε την πληροφορία, πως κάποιος πέταξε το ξύλο πάνω σ’ ένα σωρό σκουπίδια και σκουλήκια». Άρα, η μακαριότητα των άσκεφτων και των άεργων, δεν είναι αποτέλεσμα αθωότητας αλλά τεμπελιάς κι αυτό το καταδικάζει.
-Σχολιάζει τις πληγές της οικουμένης από την απληστία και το φαγοπότι με όσο πιο ποιητικό λόγο μπορεί. Αλλά μπορεί; « Άχου καρδιά μου, άχου καρδιά μου κοιμάσαι;...Δοξολογία το πράσινο στη χούφτα...»
-Κι ιδού πώς εξορκίζεται ποιητικά επίσης ο ρατσισμός: «Είναι ο Θεός κατάμαυρος στην όψη, χρυσάνθεμο η ψυχή Του τον χειμώνα και κόκκινο γαρύφαλλο η φωνή Του».
-Αλίμονο και για τη στιγμή που συνειδητοποιεί κάνεις το πόσο εκμεταλλεύτηκαν κάποιοι την δίχως γνώμη καρδιά του, δηλαδή την άγνοιά του και την πήραν έπαθλό τους. Λέει: «Αυτοί παλεύανε με τα σπαθιά τους γυμνά κι ακονισμένα από το μίσος. Είχανε χωριστεί και πού να ξέρω και πώς να νιώσω, πως η δίχως γνώμη καρδιά μου, στάθηκε το έπαθλό τους».
-«Η ματαιότητα και οι κουδουνάτοι. Τούτου του κόσμου οι αφεντάδες, όλοι ξεβράκωτοι και βολεμένοι». Ολοφάνερα πως ποτέ δεν έσκυψε προς χάριν της προβολής και του χειροκροτήματος. Να « με κατηγορείτε αμαρτωλό σας, είναι μια δόξα που ζητάει δούλο, να σας κρατάει τη βαριά χλαμύδα».
-Κάποιες μη ποιητικές και σκληρές λέξεις που χρησιμοποιεί, όχι μόνο εδώ αλλά και σε διάφορα ποιήματα και σε πεζά του, όπως «ζαβά», «μπιμπίκια», «ξεβράκωτος» και άλλες, δεν είναι για εντυπωσιασμό ή θέλοντας να μας κάνει τον ανένταχτο και τον προκλητικό, αλλά για να τονίσει την αποστροφή του για κάθε ψεύτικο, ύπουλο και υποκριτικό.
-Κάπου, μιλεί και για ένα ανθρώπινο συναίσθημα που αμαρτία θεωρείται. «Πώς είναι δυνατόν το αστροπελέκι, κρίνο να μένει σε σπασμένα χέρια;». Αδύνατον είναι να μην υποκύψεις στον πειρασμό να εκδικηθείς όσους σ’ έριξαν στο σκοτάδι όσο εσύ αγωνιζόσουν για το φως.
-Αλλά δικαιωμένος φαίνεται και σαν να τα βρίσκει με την αγκούσα που παιδεύει πάντα τον άνθρωπο και πιότερο τον λογοτέχνη, ύστερα από μια ζωή αγώνα και αμφιβολίας, όταν γράφει: « Στίφη οι ψυχές, σαν χαμομήλια πάνω στο έδαφος της προσμονής κοιτάζουν, αιώνες τώρα κάπου να χαράζει, αυτό που πόθησαν, ώ φως ειρήνης».
Διαβάζοντας λοιπόν κανείς τούτα τα ποιήματα, τούτα τα μετρημένα και διαλεγμένα λόγια, αυτές τις σκέψεις και τα συναισθήματα που, σαν τους κόμπους της μαστίχας έσταξαν πάνω στο χαρτί αφού το δέντρο «κεντήθηκε», αφού τρυπήθηκε η πλευρά του Θείου που ο καθείς έχει εντός του κι αφού βασανίστηκε η ψυχή και η καρδιά και το σώμα μάτωσε, πώς, λέω, να τολμήσει, πώς να διανοηθεί ή να σκεφτεί να δηλώσει: γράφω ποίηση;
Κι εγώ, που φωτεινό παράδειγμα μου τούτον τον δάσκαλο, τη στάση του στη ζωή και την ευθύνη του στη γλώσσα και στη γραφή του, έχω ανέκαθεν παράδειγμα, πώς να μην αισθάνομαι δέος και το μολύβι μου πώς να μην γίνεται ασήκωτα βαρύ προσπαθώντας να γράψω για τούτο το έργο του;
Μα, πριν τελειώσω να γράφω για όσα κατάλαβα κι όσα υποψιάστηκα μα και για όσα δεν κατάλαβα- τα οποία, σ’ άλλες εξερευνητικές κι επαναληπτικές αναγνώσεις θα κάνω, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω τον πυκνό και μελένια ωριμασμένο λόγο της συλλογής αυτής- μια απορία μου θέλω να διατυπώσω.
Μια απορία κι άπειρα ερωτηματικά που για ώρα με κράτησαν καθηλωμένη να κοιτάζω στο εξώφυλλο και κάτω από τον τίτλο της συλλογής μια θηλυκή φιγούρα χωρίς χαρακτηριστικά προσώπου σε σκίτσο του ίδιου του ποιητή, ο οποίος κατά καιρούς μας έχει χαρίσει αμέτρητα υπέροχα σκίτσα του σε ανθολογίες.
-Δάσκαλε, θέλω να ρωτήσω, γιατί στην πρώτη σελίδα του βιβλίου σου μια απρόσωπη γυναίκα μας εισάγει στα συμπεράσματα σου και στης ωριμότητάς σου το θησαυροφυλάκιο;
-Μήπως γιατί κι εσένα της μάνας σου η ύπαρξη, η ανατροφή κι η μνήμη της καθόρισε τον τρόπο σκέψης και της ματιάς σου το βεληνεκές;
-Γιατί απρόσωπη; Αναρωτιέμαι.
-Μήπως για να εκπροσωπεί ολόκληρο το γυναικείο φύλο -συμπεριλαμβανομένης και της Παναγιάς που έπαιξε- ή δεν έπαιξε- σημαντικό ρόλο στη ζωή του δημιουργού-ποιητή;
-Γιατί με ένα φτερό αγγέλου στον ώμο τον αριστερό-στο μέρος της καρδιάς-αλλά κι ένα μαστό από την ίδια πλευρά;
-Μήπως για να τονίσεις το ότι η γυναίκα-μάνα-δημιουργός με το συναίσθημα λειτουργεί πάντα και πάνω απ’ όλα;
-Μήπως γιατί κι εσύ πιστεύεις πως η ποίηση είναι γέννημα της θηλυκής πλευράς του μυαλού του ανθρώπου και γι’ αυτό οι πρόγονοι της έδωσαν όνομα θηλυκό;
-Γιατί... Γιατί... Γιατί -επιμένω- γυναικεία η φιγούρα που, μήτε της Αφροδίτης μοιάζει ούτε της Αθηνάς, παρά ανθρώπινα κι αγγελικά στοιχεία την χαρακτηρίζουν για να δηλώσουν ίσως πως, η ποίηση μοιάζει στην ευαισθησία και την ομορφιά στη γυναίκα, αλλά η σύλληψη κι υπόστασή της είναι αγγέλων μετουσίωση;
Κι επειδή, από την πρώτη ματιά, εκείνη η απορία η άλυτη, σαν το αίνιγμα της Σφιγγός, αναπάντητη και δέσμια της μ’ αφήνει, να γιατί λόγια δεν βρίσκω για να γράψω έναν ικανοποιητικό επίλογο σ’ αυτή την «ανολοκλήρωτη» θεώρησή μου για το πεντηκοστό έργο του δασκάλου μου, ο οποίος, όπως πάντα, είναι ασυναγώνιστος στο να φυλάγει τον εσώτερό του κόσμο άγνωστο και καλοφυλαγμένο από τους αναγνώστες του, όσο κι αν αυτοί μελετούν τις αλήθειες και τις ομολογίες του!

































