Χίος, Τετάρτη 19 Ιουνίου

Η Πρωτοχρονιά του Μπεκρή

Τρί, 03/01/2017 - 15:53

Ναυτική Ιστορία

(κατά το ήμισυ αληθινή)

Αφιερωμένο στους Ναυτικούς

όλου του κόσμου

 

Το παλιό κουφάρι του σαπιοκάραβου βογκούσε κάθε φορά που το Γιωργό προσπαθούσε να αλλάξει πλευρό, χωρίς να ξεσκεπαστεί από την πατατούκα1 που είχε ρίξει πάνω του. Όλη του η προίκα ήταν ο παλιός γυλιός που έριχνε «αλά μπαταγιόν»2, θέλεις από μαγκιά, θέλεις από βαριεστιμάρα, διάλεξε. Τώρα το χειμώνα είχε κονομήσει από τα σκουπίδια ένα παλιοστρώμα και δυο χιλιοτρυπημένες κουβέρτες. Μ’αυτά και μ’αυτά είχε φτιάξει τη φωλιά του στο πλωράκι3 στο φορ-πίκ4 της «Αφροδίτης», έτσι έλεγαν το παλιό σκαρί που σάπιζε στο Πέραμα. Προσπαθούσε να κοιμηθεί, αλλά παρά το πιοτί5 που είχε κατεβάσει, κάτι δεν πήγαινε καλά απόψε. Η καρδιά του, το «μηχανοστάσιο» όπως το έλεγε, δεν καλοδούλευε, σαν να έκανε διακοπές και πάλι ξανάρχιζε!...

Από μακριά ακούγονταν χαρούμενες φωνές και τραγούδια: «Γέρε χρόνε φύγε τώρα», «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά», τέτοια… Τα βλέφαρά του άρχισαν να βαραίνουν και σαν σε κινηματογραφική ταινία, σαν σε όνειρο, ξετυλίχθηκε μπροστά του όλη του η ζωή.

Παιδάκι στο Νησί: Θυμάται σαν σε όνειρο την ημέρα που πρωτοπάτησαν οι Άγγλοι στον τόπο του, στο Νησί, αφού οι Γερμανοί τον εγκατέλειψαν χωρίς μάχη. Θυμάται ότι από ένα τζιπ πετούσαν καραμέλες στα πιτσιρίκια που έτρεχαν δίπλα ξυπόλυτα… Κάποιος από τους Άγγλους τον άρπαξε (ήταν δεν ήταν 4-5 χρονών και 3-4 οκάδες), τον πήρε στην αγκαλιά του και του έδωσε μια πλάκα σοκολάτα. Θυμάται ότι δεν είχε ξαναδεί σοκολάτα και δεν ήξερε τι να την κάνει. Ο Εγγλέζος του εξήγησε με νοήματα, αφού πρώτος δάγκωσε τη σοκολάτα, και έσκασε στα γέλια!...*

˜ 

 Στο σχολείο τα πήγαινε καλά. Παρά το ότι δεν πολυδιάβαζε, το μυαλό του έκοβε. Τέλειωσε το Δημοτικό με «Άριστα» και το Γυμνάσιο (δεν υπήρχε τότε Λύκειο) με «Λίαν Καλώς» και μπαρκάρισε…

Το πρώτο του μπάρκο ήταν σε μια «κουϊμπέκα»6 του ’24 με παναμέζικη σημαία. Το φορτίο ήταν ποτάσα από Κύπρο για Φιλιππίνες. Ακόμα θυμάται τον Γάλλο πιλότο που ανέβηκε στο Πόρτ-Σάιντ την εποχή που ο Γαλλο-Αγγλο-Αιγυπτιακός Πόλεμος ήταν στο φόρτε του, για να περάσει το πλοίο από το Κανάλι του Σουέζ.**

Τα χνώτα του βρωμούσαν αλκοόλ μίλια μακριά: Μια απρόσεκτη εντολή του («όλο δεξιά το τιμόνι» και «όλο αριστερά», σαν να μην υπήρχε «μέση») και παραλίγο να πέσει το πλοίο πάνω σε μια ανοιγόμενη γέφυρα του καναλιού. Οι φρουροί από πάνω όπλισαν τα πολυβόλα, πιστεύοντας προφανώς ότι πρόκειται για σαμποτάζ… Ευτυχώς δεν χύθηκε αίμα και η παρεξήγηση έλαβε τέλος αφού απεδείχθη ότι ο πιλότος ήταν μεθυσμένος!...

Πολλά χρόνια αργότερα και ενώ έκανε βάρδια Τρίτου στη Μάγχη σε ένα Λίμπερτυ, έχοντας για βοήθεια ένα παμπάλαιο ραντάρ, με ομίχλη σαν γιαούρτι που το κόβεις με το μαχαίρι, ακούστηκε εκείνο το απαίσιο «κραχ» της πρόσκρουσης. Ένα αλιευτικό ανοικτής θαλάσσης χτύπησε το γέρικο Λίμπερτυ στη δεξιά μάσκα κάτω από την άγκυρα. Το Λίμπερτυ το μόνο που έπαθε ήταν ένα μικρό ρήγμα, αρκετό όμως για να μπάζει μπόλικο νερό και να γεμίζει το φορ-πίκ διαμέσου του δεξιού όκιο7. Το βαπόρι ήταν ήδη βαρυφορτωμένο με κάρβουνο. Η έγκαιρη κινητοποίηση του πληρώματος και το βούλωμα της ρωγμής με… μαξιλάρια και τσιμέντο ταχείας πήξεως αποσόβησαν τα χειρότερα. Σ’αυτό το διάστημα όμως χάθηκαν τρεις ψυχές, από τους επτά του πληρώματος του αλιευτικού που μπατάρισε και βούλιαξε σε 3 λεπτά! Και το χειρότερο: Στο τσάρτερ-ρουμ8 βρέθηκε ένα μπουκάλι ουίσκι μισοπιωμένο!...

Ο Καπετάνιος και ο Γραμματικός9 τα ρίξανε στον μικρότερο, τον Τρίτο. Στις ανακρίσεις που ακολούθησαν άντε να αποδείξει ο Καπετάν-Γιώργης ότι… δεν ήταν ελέφαντας. Κάποιος έπρεπε να πληρώσει… και την πλήρωσε ο πλέον αδύνατος: του πήρανε το φυλλάδιο και το δίπλωμα παρά το γεγονός ότι μέχρι τότε δεν είχε βάλει στο στόμα του αλκοόλ…

 

˜Τα χρόνια περνούσαν και το Γιωργό (πάει ο τίτλος «Καπετάν Γιώργης») λίγο πολύ τα βόλευε. Τα χέρια του έπιαναν και ένα μεροκάματο δουλεύοντας ματσακόνι10 στο Πέραμα το έβγαζε. Όμως το «πιοτί» λίγο-λίγο του έγινε συνήθεια… Από τη μια η απώλεια της «καριέρας», από την άλλη η στάμπα του αλκοολικού (χωρίς – στην αρχή τουλάχιστον – να είναι), τον έκαναν να ντρέπεται να αντικρίσει τους δικούς του, τους συγγενείς και τους φίλους στο Νησί. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το Δεσποινιό, το κορίτσι που τον έβλεπε και κοκκίνιζε στα μικράτα τους, κουράστηκε να τον περιμένει κι έφτιαξε οικογένεια με το Νικολό, έναν φτωχό ψαρά, γείτονά του, ο οποίος όμως δεν μπαρκάριζε με ποντοπόρα. Απ’ότι άκουγε από δω κι από κει, είχαν και τρία παιδιά!...

Σιγά-σιγά, έπαψε να ενδιαφέρεται για όλα: Το ντύσιμό του έγινε ατημέλητο και το πιοτί και το τσιγάρο τον έκαναν να κουράζεται και να κοντανασαίνει. Σ’αυτό συνετέλεσε κι η σκόνη από το ματσακόνι. Τα πλεμόνια του είχαν γίνει μαύρα κι οι γιατροί τον προειδοποίησαν ότι αν συνεχίσει έτσι, δεν θα πολυκαιρέψει…

Την περασμένη εβδομάδα θυμήθηκε τους κουρκουμπίνους11 και τους κουραμπιέδες της μάνας του. Μαγειρευτό, σπιτικό φαγητό, είχε να φάει «από αμνημονεύτων χρόνων», όπως έλεγε ο καθαρευουσιάνος φιλόλογος καθηγητής του. Έτσι τα βήματά του τον έφεραν στο κέντρο του Πειραιά, όπου κάποιοι παπάδες μοίραζαν ζεστό φαγητό και γλυκά. Κι ενώ έφευγε ευχαριστώντας το Θεό, πηγαίνοντας για το λεωφορείο, κάπου εκεί στο Δημοτικό πέφτει φάτσα με το Δεσποινιό που έσερνε τα τρία ζωντόβολα, όπως πήρε το αυτί του να τα αποκαλεί με τις φωνές της! Ευτυχώς εκείνη δεν τον είδε, στα χάλια που είχε, όμως το «μηχανοστάσιο», η καρδιά του, από τότε κάνει τούμπες! Σαν κλέφτης μπήκε στο λεωφορείο κι εξαφανίστηκε, βλέποντας από το θολό από τους αχνούς12 τζάμι του λεωφορείου, την ευτυχισμένη οικογένεια…

Έφτασε στο γιατάκι του ευχαριστημένος από το φαγητό αλλά με ένα περίεργο πόνο στο στήθος. Ανακουφίστηκε κάπως από το λίγο κρασί που ήπιε και μετά από αρκετό κλάμα. Αλήθεια – σκέφτηκε – γιατί να μην κλαίει συχνότερα αφού ένιωθε ανακούφιση; Αποκοιμήθηκε βαριά ακούγοντας στα όνειρά του τα αγαπημένα κάλαντα του τόπου του («Το νέο έτος έφτασε κι ας χαροποιηθούμε» και το «Χριστός γεννάται δοξάσασθε»).

 

Την άλλη μέρα άργησε να ξυπνήσει. Ο εργοδότης του τον κρατούσε για «ψυχικό» και το Γιωργό το καταλάβαινε και το εκτιμούσε, αλλά τα κουράγια του ήταν λίγα για να δουλέψει σωστά! Οι συνάδελφοί του τον συμβούλεψαν να πάει στο γιατρό να κάνει ένα «τσεκ απ» στην καρδιά του. «ΙΚΑ έχεις, βαρέα και ανθυγιεινά έχεις, κοίταξε τον εαυτό σου» του έλεγαν! Το Γιωργό όμως δεν ήθελε να ζήσει. Στο μυαλό του είχε – πάλι – το Δεσποινιό από την ημέρα που την ξαναείδε… Μέσα του είχε σχεδιάσει το τέλος του, το χρονικό ενός προδιαγεγραμμένου θανάτου, που θα ήταν για κείνον μια ανακούφιση… Και, ποιος ξέρει, στον άλλο κόσμο ίσως να ήταν καλύτερα… Άλλωστε δεν είχε πειράξει κανέναν στη ζωή του!

Ο χρόνος άλλαξε, κάπου μακριά τα πυροτεχνήματα βροντούσαν και ο ουρανός έγινε πολύχρωμος. «Το Νέο Έτος έφτασε κι ας χαροποιηθούμε» έψαλλε πάλι το Γιωργό τα κάλαντα του τόπου του μέσα στον ύπνο του, χτυπώντας ρυθμικά και την τραμπούκα12 του. «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά» ακουγόταν στις γειτονιές του Περάματος!...

 Οι εφημερίδες που κυκλοφόρησαν δυο μέρες μετά, έγραφαν στις μικρές ειδήσεις: «Άστεγος βρέθηκε παγωμένος στο κουφάρι ενός καϊκιού. Αναζητούνται οι συγγενείς του, αν υπάρχουν, για να τον θάψουν».

 

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

  1. 1.           Πατατούκα: βαρύ παλτό που συνήθως μένει στους φαντάρους, αφού απολυθούν.
  2. 2.           Αλά μπαταγιόν: στους ώμους, χωρίς να περάσει τα χέρια του στα μανίκια.
  3. 3.           Πλωράκι: το μπροστινό μέρος του ξύλινου πλοίου.
  4. 4.           Φορ-πικ: το αντίστοιχο μέρος στα μεγάλα μεταλλικά πλοία.
  5. 5.           Πιοτί: γενικός όρος, σημαίνει αλκοολούχο ποτό.
  6. 6.           Κουϊμπέκα: ναυτικός(;) όρος, που λέγεται για τα σαπιοκάραβα.
  7. 7.           Όκιο: η τρύπα και ο σωλήνας που οδηγεί την αλυσίδα της άγκυρας στο κήτος (το φορ-πικ) του πλοίου.
  8. 8.           Τσάρτερ-ρουμ: ο χώρος στη γέφυρα του πλοίου που είναι απλωμένοι οι χάρτες και χαράζεται η πορεία.
  9. 9.           Γραμματικός: ο Υποπλοίαρχος του πλοίου στην καθομιλουμένη ναυτική διάλεκτο.
  10. 10.        Ματσακόνι: το ειδικό εργαλείο (χειροκίνητο ή ηλεκτρικό) που αφαιρεί τις σκουριές από τη λαμαρίνα (μεταφορικά = η εργασία).
  11. 11.        Κουρκουμπίνοι: τα μελομακάρονα (στη «Χιώτικη» διάλεκτο).
  12. 12.        Αχνός: ο ατμός που βγαίνει από το στόμα ή τα ρουθούνια μας όταν κάνει κρύο.
  13. 13.        Τραμπούκα: πήλινο δοχείο σε σχήμα σταμνιού. Στον φαρδύ πάτο του με ειδική κατεργασία τεντωνόταν η ουροδόχος κύστις μικρού ζώου. Έκανε θόρυβο όπως ένα μικρό ταμπούρλο.

*    … Και παρ’ολίγον Ναυτικού [ο γράφων υπηρέτησε και στο Εμπορικό και στο Πολεμικό (τότε Βασιλικό) Ναυτικό].

*    Πραγματικό περιστατικό της παιδικής ηλικίας του γράφοντος.

** Και αυτό πραγματικό περιστατικό από τη ναυτική ζωή (από τις αναμνήσεις αν προτιμάτε) του γράφοντος. Ο καπετάνιος κατέβασε τον πιλότο και πέρασε μόνος του το πλοίο.

 

Άλλες απόψεις: Του Αναστάσιου Ι. Τριπολίτη