Η σειρά του Γιάννη Ψυχάρη. Εις Μνημόσυνον

Τετ, 12/12/2018 - 18:39

 

 

 

«Όσο χρειάζεται ένας καλός γείτονας, δεν χρειάζεται ένας καλός συγγενής», λέει – περίπου – ο λαός. Προσπαθώ λοιπόν να τα έχω καλά με τους γείτονές μου, που είναι από τη μία πλευρά του σπιτιού μου ο Όμηρος, που μένει στην Πέτρα του Ομήρου (στο Ναό της Κυβέλης, αν προτιμάτε), και από την άλλη ο Ψυχάρης, που μένει στον… τάφο του (το Μνημείο του Ψυχάρη). Τα έχω λοιπόν καλά και με τον Όμηρο και με τον Ψυχάρη, όμως τελευταία ασχολήθηκα (πρόβαλα) πολύ τον Όμηρο και αμέλησα κάπως τον Ψυχάρη! Προσπαθώντας λοιπόν να «εξιλεωθώ», και ζητώντας συγνώμη από τον Ψυχάρη, του αφιερώνω αυτό το άρθρο μου, χρησιμο­ποιώντας κυρίως (πλην των άλλων) ως πηγή το «πολί-ΕΝΘΕΤΟ» (τεύχος 3), της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ»:

Ο Γιάννης Ψυχάρης λοιπόν, σε μας τους νεώτερους που δεν είμεθα γλωσσολόγοι, ούτε καν φιλόλογοι, είναι γνωστός περισσότερο για το… μνήμα του και ολιγότερο για τα «κατορθώματά» του, που έχουν σχέση με το «γλωσσικό ζήτημα» (ιδίωμα, αν προτιμάτε). Βέβαια, το «γλωσσικό ζήτημα» δεν είναι ζήτημα που το γέννησε η γενιά του Ψυχάρη και των συγχρόνων του. Το ζήτημα αυτό ξεκίνησε τον 1ο αιώνα π.Χ. και – στην κυριολεξία – διαιωνίσθηκε!

Αλλά – για να επανέλθομε στον Ψυχάρη – ήταν εγγονός του «μισέ Ζαννή», του Γιάννη Ψυχάρη (1790-1861), ο οποίος έζησε μεταξύ Κωνστα­ντινούπολης και Χίου, και βοήθησε τη Χίο ως Έφορος «Καπουκεχαγιάς» (= προϊστάμενος της Δημογεροντίας) ως το 1861 που πέθανε και άφησε τη Χίο έρμαιο των φιλοδοξιών των Ελλήνων και Τούρκων προυχόντων[2]. Ο πατέρας του Γιάννη Ψυχάρη, ο Νικολάκης Ψυχάρης (1823-1897) ήταν ένα από τα δέκα παιδιά του μισέ Ζαννή και ήταν εμποροτραπεζίτης. Η μητέρα του η κ. Φροσύνη Μπιάζη-Μαύρου (από την Οδησσό) τον άφησε ορφανό σε ηλικία 18 μηνών όταν πέθανε το 1856 στη Βιέννη (ο «Βάνιας», όπως τον φώναζαν, γεννήθηκε στην Οδησσό στις 15/5/1854). Σπουδαίο ρόλο έπαιξε στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ο θείος του ο Δημητράκης Ψυχάρης, που τον έμαθε να είναι «ντόμπρος» και ο οποίος απεβίωσε το 1876 στο Παρίσι.

Όμως, αγαπητοί αναγνώστες, ξεκίνησα να γράψω ολίγα «ψήγματα» από τη ζωή του Ψυχάρη και όχι τη βιογραφία του, που την βρίσκετε γραμμένη από πλέον έμπειρους από εμένα. Ο Ψυχάρης λοιπόν ήταν «μπερδεμένος» τόσο με την καταγωγή του, όσο και με τη μητρική του γλώσσα: οι δικοί του μιλούσαν γαλλικά, μόνο με τη γιαγιά του που ήταν «του παλιού καιρού» γυναίκα (όπως γράφει) μιλούσε τα «ρωμαίικα», τα οποία ρωμαίικα εθεωρούντο γλώσσα παρακατιανή και τη μιλούσαν (τα Ελληνόπουλα) όσο ήταν μικρά παιδιά και δεν ήξεραν άλλη γλώσσα! Ο Γιάννης λοιπόν, γεννημένος στην Οδησσό στις 15 Μαΐου του 1854, μιλούσε τα πρώτα 5-6 χρόνια του Ρωσικά και λεγόταν… Βάνιας, όπως γράφω και προηγουμένως. Μετακόμισαν για 3-4 χρόνια στην Κωνσταντι­νούπολη, και σε ηλικία 10 ετών η γιαγιά του (Φροσύνη κι αυτή) τον έφερε καταρχάς στη Μασσαλία και 3 χρόνια αργότερα (1867) στο Παρίσι. Με τον πατέρα του δεν τα πήγαινε και πολύ καλά. Ως μαθητής ήταν μέτριος και έρεπε προς τα φιλολογικά (Ελληνικά και Λατινικά). Το 1872 πηγαίνει στη Βόννη για να σπουδάσει Νομική, πράγμα που ποτέ δεν το κατόρθωσε.

Το 1882 γνωρίζει τον Ernest Renan (μεγάλος Γάλλος σοφός) και σε αυτόν οφείλεται η στροφή του προς τα νεοελληνικά. Την ίδια χρονιά παντρεύεται την κόρη του Renan, Noemi, και κατά το ορθόδοξο και κατά το καθολικό τελετουργικό. Αποκτά δυο γιους, τον Ernest (1883-συγγραφέας και στρατιωτικός) και τον Michel (1887-συγγραφέας και δημοσιογράφος, γαμπρός του σημαντικού Γάλλου συγγραφέα Anatole France), και δύο κόρες, την Henriette (1884-εκδότρια) και την Cornelie (1893). Με τα παιδιά του, που εκτός του ότι δεν είχαν ελληνικά ονόματα δε μίλησαν και ποτέ ελληνικά, είναι απόλυτος, αυταρχικός, βίαιος και δε δέχεται κανένα συμβιβασμό. Περισσότερο αυστηρός όμως είναι κυρίως με το μεγάλο του γιο, τον Ερνέστο που ότι κι αν κάνει ο πατέρας του το βρίσκει λάθος. Ταυτόχρονα είναι και πολύ στοργικός πατέρας. Κυκλοθυμίες...

Το 1885 μετά τη θετική ψήφο και των 23 εκλεκτόρων, διορίζεται ως έκτακτος καθηγητής στην Ecole des Hautes Etudes του Παρισιού, έχοντας την πρώτη επιστημονική έδρα που ιδρυόταν στην Ευρώπη για τις νεο­ελληνικές σπουδές.

Τον Ιούλιο του 1886 μαζί με τη γυναίκα του ξεκινάει από τη Γαλλία για την Κωνσταντινούπολη, τη Χίο και την Αθήνα και θα γυρίσει στις 29 Οκτωβρίου. Οι εντυπώσεις αυτού του ταξιδιού μαζί με τις απόψεις του θα αποτυπωθούν στο βιβλίο «Το ταξίδι μου» που θα κυκλοφορήσει το 1888. Ειδικότερα οι έρευνες που κάνει πάνω στα γλωσσικά ιδιώματα της Χίου, επηρεάζουν σύμφωνα με τα λεγόμενα του τη μετέπειτα επιστημονική και λογοτεχνική του δημιουργία.

Την ίδια χρονιά γίνεται βοηθός του Emile Legrand στην έδρα των Νέων Ελληνικών της Σχολής Ανατολικών Γλωσσών και μετά το θάνατο του δεύτερου, το 1904, θα τον αντικαταστήσει.

Το 1896 εκλέγεται διευθυντής σπουδών στην Ecole des Hautes Etudes, θέση που θα κρατήσει ως το 1928.

Το 1898 μαζί με πολλούς άλλους προοδευτικούς συμμετέχει ενεργά στην υπόθεση Dreyfus, της δίκης που διχάζει τη Γαλλία και καθορίζει την πορεία της πολιτικής. Γίνεται γενικός γραμματέας κι έπειτα αντιπρόεδρος της «Ένωσης των δικαιωμάτων του ανθρώπου», κρύβει συχνά στο σπίτι του (το οποίο είναι το ένα από τα δύο του Παρισιού που δέχεται τους υποστηρικτές του Dreyfous) τον συγγραφέα Emil Zola όταν καταδιώ­κεται από την αστυνομία, αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα και έως το 1907 μιλάει περί δημοκρατικών ζητημάτων σε λαϊκές συγκεντρώσεις.

Το 1913, σε ηλικία 59 χρονών, και εξαιτίας του κακού του χαρακτήρα χωρίζει με τη Noemi Renan και παντρεύεται την κατά καμιά τριανταπε­νταριά χρόνια νεότερη του, μαθήτρια του και φίλη της κόρης του, Irene Baume. Από γράμμα του 1927 -το οποίο και δημοσιεύουμε παρακάτω- προς μία άλλη του μαθήτρια, τη Μαριάνθη Μαυροειδή, καταλαβαίνουμε πως είχε μια ιδιαίτερη «πατρική» αδυναμία στις μαθήτριες του. Χράτσα-χρούτσα, χράτσα-χρούτσα...[3]

Το 1914 ο 1ος Παγκόσμιος θα τον βρει σε μια γλωσσική περιοδεία στα Επτάνησα, θα τον αναγκάσει να τη διακόψει για να γυρίσει στο Παρίσι και θα σκοτώσει και τους δυο του γιους στα πεδία των μαχών. Στα χρόνια που ακολουθούν εργάζεται σε βοηθητικές υπηρεσίες του πολέμου. Θα υποστεί μια ιδεολογική μεταστροφή 180°.

Το 1925 θα έλθει για τελευταία φορά στην Ελλάδα για να την αποχαιρετήσει νιώθοντας πως πλησιάζει το τέλος. Επισκέπτεται για δεύτερη φορά τη Χίο και αποφασίζοντας να θαφτεί εδώ μετά το θάνατο του, διαλέγει ως τοποθεσία το Μερσινίδι.

Το 1929 δημοσιεύει την τρίτομη «Μεγάλη Ρωμαίηκη Γραμματική της Δημοτικής». Στις 30 Σεπτεμβρίου πεθαίνει στο Παρίσι. Αμέσως μετά, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης λέει για κείνον στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης ότι θα φαίνονταν ακόμη μεγαλύτερος αν δεν είχε μικρούς αντιπάλους.

Το 1932 και σύμφωνα με την επιθυμία του, τα οστά του μεταφέ­ρονται στη Χίο και θάβονται στο μέρος με τη θαυμάσια θέα στην πόλη, το μπουγάζι και τις μικρασιατικές ακτές.

Ο ψηλός, γεμάτος με τη δυνατή, επιβλητική φωνή Ψυχάρης είχε πολλές καταγωγές που διαμόρφωναν ανάλογα και το περιβάλλον του και την ανατροφή του. Ελληναράς από τα βάθη της ψυχής του με πλήθος ελληνικά χαρίσματα και όχι. Ο ίδιος δήλωνε και Έλληνας και Γάλλος, καμάρωνε για τη διπλή του εθνικότητα και ανάλογα με την περίσταση τόνιζε τη μια ή την άλλη ή και τις δυο. Όπως λέει ο ίδιος σκέφθηκε πολλές φορές να έλθει στην Ελλάδα μα «...όπως είναι σήμερα τα πράματα, ένας Ρωμιός καλλιεργημένος, μάλιστα ξευρωπαϊσμένος, αδύνατο να ζήσει και να ενεργήσει ούτε στην Πόλη, μα ούτε και στην Αθήνα...».

Θεωρούσε αποστολή του να συμβάλλει στην πνευματική απελευθέ­ρωση της Ελλάδας και γιαυτό είχε στενή επαφή με τον ελληνικό πνευμα­τικό κόσμο. Για σχεδόν 45 χρόνια στάθηκε αρχηγικά στις επάλξεις του πνευματικού αγώνα για το γλωσσικό ζήτημα, χτυπώντας αδυσώπητα το καθηγητικό κατεστημένο της αρχαιολατρίας. Θεωρήθηκε ακραίος -όχι άδικα- και ότι κατασκεύασε μια τεχνητή γλώσσα ακριβώς σαν τη καθα­ρεύουσα αλλά απ' την αντίθετη πλευρά, αυτή του η ακρότητα όμως είναι που οδήγησε το Έθνος σε μια σωστή μέση λύση.

Υπήρξε για την Ελλάδα ένας ιδεολογικός ανακαινιστής και ένας γλωσσικός μεταρρυθμιστής ενώ για τη Γαλλία ένας σημαντικός πανεπι­στημιακός. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ρήξη μεταξύ αρχαϊσμού και δημοτι­κισμού ξεκίνησε τον 1ο π.Χ. αιώνα και από επιστημονικής πλευράς τοποθετήθηκε για πρώτη φορά από τον Ψυχάρη 20 αιώνες αργότερα! Αυτό και μόνο τοποθετεί το έργο του πολύ ψηλά στην ιστορία του ελλη­νικού πνεύματος.

Ήταν όμως πιο καλός σαν επιστήμονας παρά σαν λογοτέχνης. Σε όλα του τα λογοτεχνικά έργα είναι στοχαστικός μα μονίμως αυτοβιογρα­φούμενος και συναισθηματικά επιφανειακός. Αλλά παρότι τα περισσότερα λογοτεχνήματα του δεν είναι σπουδαία, ήταν ο πρωτοπόρος του νεο­ελληνικού μυθιστορήματος μαζί με τον Ξενόπουλο, έφερε στην Ελλάδα το ψυχολογικό μυθιστόρημα (σε μια εποχή όμως που η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη γι' αυτό) και θεμελίωσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του ελληνικού πεζού λογοτεχνικού λόγου.

Η βασική σκέψη του δημοτικιστή Ψυχάρη ήταν ότι για να μπο­ρέσει να υπάρξει και να αναπτυχθεί ένα έθνος, χρειάζεται μια κοινή γλώσσα έτσι ώστε οι άνθρωποι που το αποτελούν να μπορούν να την κατανοήσουν, να συνεννοηθούν καλύτερα μεταξύ τους, να δημιουργή­σουν και να κερδίσουν περισσότερα. Για να το κάνουμε λιανά: Το ότι μπορούμε να διαβάζουμε αυτές τις γραμμές και να τις καταλαβαί­νουμε, χωρίς να μπερδευόμαστε σ' ένα μάτσο αρχαΐζουσες που θα μας έκαναν να απεχθανόμαστε κάθε ανάγνωσμα και έτσι θα ήμασταν πιο αμόρφωτοι και πιο φτωχοί, το οφείλουμε πριν απόλους στον Ψυχάρη.

Και εγκαταλείποντας την αντιγραφή, συνεχίζω.

Εκτός από τον Renan (πεθερός και «δάσκαλος» εν μέρει) γνώρισε και επηρεάσθηκε και από τον Βίκτωρα Ουγκό και το Δάντη. Ο Ουγκό ειδικά που στα ποιήματά του χρησιμοποιεί τη «λαϊκή» Γαλλική γλώσσα, τον επηρέασε πάρα πολύ στην προσπάθειά του να κάνει τη δημοτική γλώσσα, όχι μόνο του λαού αλλά όλων των Ελλήνων. Εδώ, ως απλός μελετητής του Ψυχάρη, μπορώ να υποστηρίξω ότι ο Γιάννης Ψυχάρης ΔΕΝ έχει απόλυτα δίκιο όταν κάπου αναφέρει ότι: «Δεν είναι αμάρτημα στα κείμενά μας να παρεισφρέουν και ξένες λέξεις». Θα απαντούσα με το γνωστό: «Μέτρον άριστον». Καθώς σήμερα γράφω αυτό το κείμενο, απέναντι η τηλεόραση διαφημίζοντας κάποιο προϊόν χρησιμοποιεί κατά 50% ξένες λέξεις (!!!).

Βέβαια και η παρατήρηση που μου έκανε κάποιος όταν είπα τη λέξη «μπράβο» αντί «εύγε». Ε, κι αυτό αν είναι υπερβολή! Είπαμε «μέτρον άριστον»!

Πλησιάζοντας προς το τέλος το κείμενό μου και έχοντας πάντα ως «μπούσουλα» (πυξίδα) το ένθετο του ΠΟΛΙΤΗ, αντιγράφω και πάλι (σελ. 10, κριτική για το «Το ταξίδι μου»):

To «φλογερό ευαγγέλιο του δημοτικισμού», το πρώτο πεζό που γράφεται στη δημοτική, το σημαντικότερο έργο του Ψυχάρη και ένα έξοχο λογοτεχνικό έργο. Ένα οδοιπορικό που μιλάει για Ελλάδα με ποίηση, για γλώσσα με λογοτεχνία, δίνοντας έτσι την αφορμή της ανατά­ραξης των βουρκωμένων νερών ενός τόπου που έψαχνε να βρει τον εαυτό του έχοντας μία μακραίωνη παράδοση. Προτού όμως ο Ψυχάρης δημοσιεύσει το «Ταξίδι», το βιβλίο-μανιφέστο της δημοτικής, ένα σταθμό στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων, θέλει να δει από κοντά τον ελληνικό χώρο και τους Έλληνες έτσι ώστε η διακήρυξη του να έχει αέρα από Ελλάδα.

Η ευκαιρία τού δίνεται το καλοκαίρι του 1886, όταν ορίζεται εκπρόσωπος του γαλλικού υπουργείου παιδείας στο συνέδριο του Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως. Με αυτή την αφορμή ταξιδεύει στην Ελλάδα ξεκινώντας στις 30 Ιουλίου και επιστρέφοντας στις 29 Οκτωβρίου. Το συνέδριο τελικώς δε διεξάγεται εξαιτίας των τουρκικών αρχών που δε δίνουν την άδεια και ο Ψυχάρης δημοσιεύει στο περιοδικό του συλλόγου μια ανακοίνωση γραμμένη στη δημοτική. Είναι η πρώτη φορά που ο Ψυχάρης γράφει στη δημοτική και η πρώτη φορά που οι σύγχρονοι του βλέπουν τη δημοτική να χρησιμοποιείται στον πεζό λόγο με όλους τους γραμματικούς της τύπους.

Ύστερα από πέντε εβδομάδες επισκέπτεται για πρώτη φορά στη ζωή του τον τόπο καταγωγής του, τη Χίο. Οι έρευνες που διεξάγει στη Χίο τον επηρεάζουν σημαντικά στη συγκρότηση των ειδικότερων επιστημο­νικών και λογοτεχνικών του αντιλήψεων, δίνοντας του έμπνευση για μελλοντικά σχέδια.

Μετά τη Χίο ακολουθεί η Αθήνα και ο Ψυχάρης παρακολουθεί τη διδασκαλία σε σχολεία μέσης και ανώτατης παιδείας, μελετά τη γλώσσα των εφημερίδων και εξοικειώνεται με διάφορα τεχνικά λεξιλόγια του στρατού, του ναυτικού, της διοίκησης, των σιδηροδρόμων και διαπιστώνει ολοένα και περισσότερο τη σύγκρουση της ομιλίας του λαού με μια τεχνητή, ψεύτικη γλώσσα.

Το 1888 το «Ταξίδι» δημοσιεύεται και ταρακουνάει συθέμελα τον πνευματικό κόσμο της εποχής, δημιουργώντας θύελλες αντιδράσεων, άνοιγμα σφοδρών πολέμων μα και άναμμα ενθουσιασμών, φώτισμα συνειδήσεων, καταφύγιο για τους οπαδούς της δημοτικής και οχυρό εναντίον των υπερμάχων της καθαρεύουσας. Αντιμετωπίζεται έως και με εχθρότητα κυρίως από τους φιλόλογους αλλά και με συμπάθεια κυρίως από τους λογοτέχνες, μια συμπάθεια που με τον καιρό μεγαλώνει και πληθαίνει. Τα πρώτα σχόλια στις αθηναϊκές εφημερίδες είναι θετικά αλλά με επιφυλάξεις ενώ στην Κωνσταντινούπολη είναι αρνητικά, σε σημείο να δημιουργήσουν πρόβλημα στις σχέσεις του Ψυχάρη με τον πατέρα του. Η κρίση του ίδιου του Ψυχάρη για «Το Ταξίδι μου» είναι πως έχει «μια απρόσμενη οικειότητα, το ύφος το σπιτήσιο» και ασφαλώς αυτή η οικειότητα, χαλούσε την πιάτσα σε όλους τους δήθεν που σπούδαζαν χρόνια για να μπορούν να γράφουν, να μιλάνε και να καταλαβαίνουν την καθαρεύουσα και πουλούσαν μούρη πως είναι κάτι, κατηγορώντας μάλιστα και τους πολλούς ως βάρβαρους.

Στο «Ταξίδι» υποστηρίζει ο Ψυχάρης ότι η δημοτική πρέπει να κατακτήσει τις θέσεις που κατέχει η καθαρεύουσα και ζητάει το άπλωμα της σε όλα τα πεδία του λόγου για να μπορέσει να εκπαιδευτεί το Έθνος. Διακηρύττει ότι η γραμματική της δημοτικής είναι το θεμέλιο που πάνω σ’αυτό θα υψωθεί κάθε λογοτεχνικό οικοδόμημα. Συνιστά στον καθένα να χρησιμοποιεί τη διάλεκτο του γράφοντας όπως μιλάει (ακρότητα βέβαια όμως αποτελεσματική) και θεωρεί ότι η εισαγωγή στη γλώσσα μιας ξένης λέξης δεν αποτελεί κηλίδα, αλλά ιστορικό γεγονός. Οι αρχαίες και οι ξένες λέξεις μπορούν να χρησιμοποιούνται, αρκεί να συμμορφώ­νονται με τους νόμους της λαϊκής γλώσσας και επιβάλλεται όταν η δημοτική δεν έχει μία λέξη που μας χρειάζεται, να παίρνουμε τη λέξη από την αρχαία και να την προσαρμόζουμε στη γραμματική του λαού.

Ίσως όλα αυτά, που απαιτούσαν μεγάλο τσαμπουκά και πολλές γνώσεις –εν αφθονία στον Ψυχάρη– για να χτυπήσουν το καθαρευουσιά­νικο καθεστώς, να φαίνονται σήμερα σε κάποιους γλαφυρές μεν ιστο­ριούλες άνευ ουσιαστικού περιεχομένου, αποδεκτές δε αφού το λένε οι πολλοί (οι πολλοί δεν έχουν πάντα δίκιο, βλέπε Γαλιλαίος). Για τον πολύ λαό όμως τότε που από τη μια δεν είχε να φάει και από την άλλη του επέβαλλαν, αν ήθελε να μορφωθεί, να μάθει τη γλώσσα του Τουρκμενιστάν, όπως τουμοιάζε η καθαρεύουσα, ενώ άλλη γλώσσα μιλούσε ήταν μεγάλο πράμα. Άνοιγε ορθάνοιχτα τις πύλες των σχολείων για να μορφωθεί ο κόσμος, άνοιγε άλλους ορίζοντες στο Έθνος.

Αντιγράφοντας πάντα από το ένθετο του ΠΟΛΙΤΗ, διαβάζω ότι το πρώτο του ταξίδι το έκανε ο Ψυχάρης στη Χίο το 1886 που το νησί ήταν ακόμα υπό τουρκική κατοχή[4], με αντικειμενικό σκοπό να βρει ερείσματα για τη γλωσσολογική του θεωρία. Το δεύτερο ταξίδι του ήταν 40 χρόνια αργότερα, το 1925, για να δρέψει δάφνες από την ελεύθερη πλέον Χίο. Στη Χίο τον υποδέχθηκαν με υποδοχές και φιλοξενίες οι Γ. Θεοτοκάς, Ν. Σωτηράκης, οι Παϊδούσηδες κ.α. Τέσσερα χρόνια αργότερα πέθανε στο Παρίσι και τελικά ο ενταφιασμός του έγινε μόλις το 1932 στη γειτονιά μου πάνω από τη Δασκαλόπετρα.

Και καταλήγει ο αείμνηστος Στέργιος Φασουλάκης: «Η Χίος τελικά είχε μεγάλη σχέση με τη γλώσσα και το γλωσσικό ζήτημα. Ο Κοραής, ο Άμαντος, ο Συκουτρής, ο Θεοτοκάς και άλλοι, συνέβαλαν σημαντικά με τις απόψεις και τις θέσεις τους, όλοι όμως (εκτός του Αμάντου) ζούσαν μακριά της».

Ο Ψυχάρης (μας) ως άνθρωπος… είχε και πολλές ανθρώπινες αδυναμίες. Εκτός του γεγονότος ότι το «παράκανε» με το ωραίο φύλο –βλέπε γράμματά του στη μαθήτριά του Μαριάνθη Μαυροειδή–, ήταν ευέξαπτος και μεθούσε (βλέπε τις κριτικές του για το πολίτευμα της βασιλείας όπου βρίσκει μόνο μειονεκτήματα, καθώς και την κριτική του για τον Παλαμά εξαιτίας του Βραβείου Νόμπελ το 1927, που είχε προταθεί για βράβευση ο Παλαμάς και όχι ο Ψυχάρης).

Για τα «ελαττώματα» του Ψυχάρη μπορείτε να διαβάσετε στη βιογραφία του αυτά που γράφει η κ. Μαρία Μαντούβαλου (Καθηγήτρια της Φιλοσοφικής του Πανεπιστημίου Αθηνών) και η κ. Δώρα Μοάτσου (φοιτήτριά του στη Σορβόννη), στην οποία αρνήθηκε τη μεταφορά της βιβλιοθήκης του στην Ελλάδα διότι «το ψωμί μου, η Γαλλία μου το πληρώνει»[5]. Ακόμα, ο Κώστας Βάρναλης αναφέρει ότι σε σχετικό αίτημά του να παρα­κολουθήσει το μάθημά του, η αρχική απάντησή του ήταν: «Και τι είναι το μάθημά μου; Καραγκιόζης;». Μετά όμως μετανοώντας του επέτρεψε! Ο ίδιος ο Βάρναλης αναφέρει ότι «ο Ψυχάρης δεν δεχόταν μαθητές που δεν γνώριζαν Εβραϊκά»!

Αντίθετα από τους προηγούμενους, η κ. Ιφιγένεια Μποντουροπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια Γαλλικής Γλώσσας Πανεπιστημίου Αθηνών, γράφει ότι ο Γιάννης Ψυχάρης έγινε Καθηγητής Γλωσσολογίας στην έδρα Νεοελλη­νικής Γλώσσας και Φιλολογίας που δημιουργήθηκε ειδικά γι’αυτόν στην Ecole des Hautes Etudes. Ο νεαρός Ψυχάρης αφιερώνεται με ζήλο στο έργο του δικαιώνοντας τον Renan. Κάπου ο Ψυχάρης εξομολογείται: «Αν έρθει κανείς καμιά φορά και σας πει πως είμαι ανάποδος άνθρωπος, να ξέρετε πως από την Αρβανιτιά κρατώ το απαίσιο αυτό χαρακτηριστικό» (σ.σ. … άνευ σχολίων).

Το γεγονός του θανάτου και των δύο γιων του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914 τον κλονίζει βαθιά με αποτέλεσμα τη μεταστροφή του προς τον συντηρητισμό. Από θαυμασμό που αισθανόταν για τη Γερμανία και τους Γερμανούς, τώρα τη μισεί. Λόγω του γεγονότος ότι ο ένας του γιος ο Ερνέστος είχε ασπασθεί τον Καθολικισμό, γράφει για την Καθολική Εκκλησία ότι «αποτελεί γεγονός ιστορικό, γεγονός ηθικό, γεγονός αναγκαίο, γεγονός γαλλικό». Ο ίδιος σε ένα γράμμα του προς τον Νικόλαο Πολίτη γράφει: «Η ζωή ενός ανθρώπου τότε μόνο αξίζει, όταν πιστεύει σε έναν θεό, ό,τι θεό κι αν έχει… Ο αληθινός θεός είναι πάντα εκείνος που πιστεύει ο καθένας».

Εγώ, αγαπητοί μου αναγνώστες και αναγνώστριες, αυτό που διαπί­στωσα μελετώντας (όχι απλώς διαβάζοντας) τη ζωή του Γιάννη Ψυχάρη, είναι ότι ενώ δεν ήταν καλός Ορθόδοξος Χριστιανός, μετά το θάνατο των παιδιών του, κάνοντας στροφή 180°, μιλούσε για θρησκεία με τους Καθολικούς –τουλάχιστον– κληρικούς. Σίγουρα όμως σε όλη του τη ζωή πίστευε σε μια ανώτερη δύναμη, ανεξάρτητα το πώς την ονομάζει ο καθένας πιστός. Σε ελεύθερη απόδοση, πίστευε «τω Αγνώστω Θεώ».

Τελειώνοντας, σας υπόσχομαι ότι λόγω απουσίας συγγενών (και φίλων;) κάθε Μεγάλη Παρασκευή εγώ το κεράκι θα του το ανάβω του «γείτονά μου του Ψυχάρη»!...

Ευχαριστώντας που διαβάσατε το κείμενό μου…

 

 

Πάντα με ΑΓΑΠΗ,

 

 

Αναστάσιος Ι. Τριπολίτης

Ένας αθεράπευτος Βρονταδούσης

 

 

 

Υ.Γ.: «Άνοιξε το δρόμο, μπήκαμε. Είχε βέβαια τα κουσούρια του κι ως συγγραφέας κι ως άνθρωπος. Μα τι σημασία έχουν αυτά; Όσο θα υπάρχουν ελληνικά γράμματα, αυτός θα ζει και θα βασιλεύει».   Νίκος Καζαντζάκης.

 

[1]     Εννοώ ότι ήλθε η σειρά του μετά την πολυλογία μου για τον Όμηρο!...

[2]     Επαναλαμβάνω, τις πληροφορίες τις συνέλεξα από το «πολί-ΕΝΘΕΤΟ» του ΠΟΛΙΤΗ (ειδική έκδοση, τεύχος 3).

[3]     Ακριβής… αντιγραφή από το από το «πολί-ΕΝΘΕΤΟ»!...

[4]     «Τα ταξίδια του στη Χίο» υπό Στέργιου Φασουλάκη (σ.σ.: ο Θεός να τον αναπαύσει, τον χάσαμε πρόσφατα).

[5]     Τελικά, με την καθοδήγηση του Ελ. Βενιζέλου, η Βιβλιοθήκη Ψυχάρη-Renan αγοράστηκε από τον Μπενάκη και ανήκει στην Ελληνική Βουλή.

Άλλες απόψεις: Του Αναστάσιου Τριπολίτη