
Απομεσήμερο 27ης Μαρτίου 1944. Η κατοχή στην Πατρίδα.
Μία γερμανική μοτοσυκλέττα με δύο στρατιώτες σκαρφαλώνει αγκομαχώντας τον χαμηλό λοφίσκο του Νεραυλάκου, μικρή συνοικία της κωμόπολης των Καρδαμύλων τού πολύπαθου ακριτικού νησιού του ανατολικού Αιγαίου πελάγους, της Χίου. Ανεβαίνει βιαστικά, προσπερνά με μικρές μόνον ανάσες τον Βώτσο στο πλάτωμα του λοφίσκου και σταματά μπροστά στο πρώτο σπίτι, που συναντά. Ευθύς κατεβαίνει ο συνοδός στρατιώτης τής μηχανής, για να πάρει με την απειλή τού όπλου τον καπετάν Διαμαντή, που έτοιμος τον περιμένει. Είναι επίτακτος ο ίδιος και το καράβι του, από τη γερμανική κομμαντατούρα, για να μεταφέρουν κιβώτια του στρατού στη Θεσσαλο-νίκη. Αποχαιρετά βιαστικά την αγαπημένη του Μαρία και… χαïδεύει απαλά τον μικρό Μιχαλάκη, που φοβισμένος στριφογυρίζει περίεργα τα μεγάλα μαύρα ματάκια του.
Και να! Ο καραβοκύρης τού καραβόσκαρου-πετρελαιοκίνητου Π/Κ ΤΑΚΗΣ Κ 54 βρίσκεται, τώρα, καθισμένος στο πίσω μέρος της γερμανικής μοτοσυκλέττας, που σαν αστραπή κατεβαίνει τον κακοτράχαλο λόφο, αφήνοντας πίσω του πελώρια σύννεφα σκόνης. Τη φοβερή ερημιά, την απόλυτη ησυχία, που σε όλους τους δρόμους και τα σοκάκια κυριαρχεί, σπαθίζει απειλητικά το άγριο μουγκρητό της μηχανής του Γερμα-νού κατακτητή.
Έπειτα, ξέφρενα μπαίνει στο δημόσιο δρόμο του χωριού, περνά έξω από την χωριο-εκκλησιά τού Αη -Νικόλα και μπαίνει στο στενό δρομάκι τού Συρικάρι με τα παληά αρχοντικά, για να φθάσει λίγα μέτρα πιο πέρα, στο πατρικό σπίτι τού καπετάν Δια-μαντή. Εκεί μπροστά τον περιμένει η βάρκα του καραβιού, που θα τον μεταφέρει στον ΤΑΚΗ. Από μακριά διαγράφεται θολά, στα μαύρα ντυμένη, η ψιλόλιγνη φιγούρα της μάνας, της κυρα-Μαριγώς. Περιμένει ανυπόμονα τον γυιό της. Είναι πάντα ανήσυχη κάθε φορά, που για τέτοια επικίνδυνα ταξίδια εκείνος φεύγει.
Βουβός, άλαλος σχεδόν, κατεβαίνει από την μοτοσυκλέττα ο καπετάν Διαμαντής. Βαθειά συγκινημένος στέκεται μπροστά στην μάνα. Την αγκαλιάζει και τη φιλά σταυ-ρωτά. Της φιλά και το χέρι για να πάρει την ευχή της. Την αποχαιρετά με δάκρυα στα μάτια.
- Καλό ταξίδι, γυιέ μου, τού λέει με κομμένη την ανάσα.
- Καλό κατευόδιο! Η Παναγιά κι ο Αη- Νικόλας μαζί σας!
- Στο Καλό, συμπληρώνει πάλι και τον σταυρώνει.
- Να προσέχεις! ξαναλέει, κι αγριοκοιτάζει τον Γερμανό, που βλοσυρός στέκεται δίπλα τους.
Και τον ξανασταυρώνει, όταν η βάρκα απομακρύνεται από την ακτή κι ο καπετάν Διαμαντής ανεβαίνει στον ΤΑΚΗ. Ο Γερμανός στρατιώτης δίπλα παρακολουθεί από την στεριά πολύ προσεχτικά και με το χέρι στη σκανδάλη τού όπλου όλες τις κινήσεις τους. Η γερμανική εντολή είναι πολύ αυστηρή. Το καράβι είναι φορτωμένο με κιβώ-τια του γερμανικού στρατού για τη Θεσσαλονίκη· μεταφέρει όμως ακόμη και εσπε-ριδοειδή, λεμόνια, πορτοκάλια, μανταρίνια και…λάδι, για να ανταλλαγούν στη Θεσ-σαλονίκη με δημητριακά, αλεύρι, σιτάρι, όσπρια και άλλα τρόφιμα. Μαζί ταξιδεύουν με γερμανική άδεια ο δήμαρχος του χωριού και άλλοι πέντε εύποροι συντοπίτες του, για να ανταλλάξουν πολύτιμα είδη, κοσμήματα, αργυρά σκεύη και άλλα με τρόφιμα για τους δημότες και τις οικογένειές τους, που έχει θερίσει η πείνα.
Με τη μηχανή τού καραβιού αναμμένη και ανοιχτά τα πανιά του, συμπλήρωμα για οικονομία, αφού οι Γερμανοί δεν διαθέτουν παρά μόνο μικρή ποσότητα πετρελαίου, που συνήθως δεν φτάνει ούτε μέχρι τα μισά του ταξιδιού, το Π/Κ ΤΑΚΗΣ ξεκινά το επικίνδυνο και με απειλές, επιταγμένο από τη κομμαντατούρα, ταξίδι του.
Από τη τσιμινιέρα του, τη σφυρίχτρα του, τώρα, ο ΤΑΚΗΣ αποχαιρετά με τρεις και ένα συριγμούς τον αγαπημένο του πάτριο τόπο. Έπειτα ανάλαφρο, σαν γκριζόλευκος γλάρος, πανώρηο και στητό, σχίζει μαλακά και περήφανα τα σχεδόν ακυμάτιστα νερά του κόλπου.
Καλό ταξίδι! Καλή επάνοδο! εύχονται από τα μπαλκόνια και τις ταράτσες των σπιτιών τους οι συγχωριανοί και οι οικογένειες των ταξιδιωτών.
Μερικές γυναίκες λιβανίζουν. Άλλες σταυρώνουν το καράβι. Κι άλλες απλώνουν άσπρα πανιά, για να τούς αποχαιρετίσουν με την ευχή πάντα να γυρίσουν με το καλό· και την ελπίδα, τρόφιμα να φέρουν για τη μεγάλη πείνα που έχει ενσκήψει στην πατρίδα.
Και, να τος πάλι ο ΤΑΚΗΣ να καβαντζάρει περήφανα τις δύο άκρες της στεριάς, δε-ξιά και αριστερά, στο στόμιο του κόλπου τού Μαρμάρου. Κι ανοίγεται στο πέλαγος.
Ο καπετάν Διαμαντής χαράζει πορεία προς τη Θεσσαλονίκη, ελέγχει τα χαρτιά του, την άδεια απόπλου, τον προορισμό τους, γράφει το Ημερολόγιο του καραβιού, αφήνει τον ναύτη στο τιμόνι κι ετοιμάζεται να κατέβει στο κάτω μέρος του σκάφους.
Θέλει να μείνει μόνος. Προσπαθεί να πνίξει το μεγάλο του πόνο από τον ξαφνικό χα-μό τού Μάρκου, αδελφού της γυναίκας του, της Μαρίας, που υπηρετούσε ως μηχανι-κός στον ΤΑΚΗ. Ο Μάρκος ήταν η ψυχή του καραβιού. Ήταν αγαπημένος σαν αδελφός και πιότερο ακόμη‧ ήταν εκείνος που παλληκαρίσια πάλευε σε όλες τούτες τις δύσκο-λες καταστάσεις, του πολέμου, της κατοχής, της πείνας. Το μαύρο πουκάμισο που τώ-ρα φορεί λίγο μόνον από τις σκληρές μαχαιριές στην ψυχή του, από την οδύνη τού χαμού τούτου, εκφράζει.
Όλα γύρω του, όλα μέσα στο καράβι στέκουν τώρα σιωπηλά. Βουβά και σκοτεινά, λες και θρηνούν κι αυτά τον απρόσμενο χαμό τού Μάρκου.
Το πρωϊνό εκείνο της 7ης Φεβρουαρίου του 1944 ο Μάρκος μόλις είχε κατέβει από τον ΤΑΚΗ. Στέκεται για λίγο στην προκυμαία, όπου έχει πλευρίσει από τη δεξιά πλευ-ρά του, κατά μήκος της προκυμαίας, στην πλώρη τού ΤΑΚΗ, το VIRIL το καράβι τού σουηδικού Ερυθρού Σταυρού, φορτωμένο με τρόφιμα για τον λιμοκτονούντα χιακό λαό.
Κόσμος πολύς, μια μυρμηγκιά, έχει μαζευτεί μπροστά από το VIRIL με την ελπίδα, μήπως και κάποιο συσσίτιο ξεκινήσει, όταν έξι συμμαχικά αεροπλάνα εμφανίζονται από ανατολικά στον ορίζοντα και κατευθύνονται ολοταχώς προς το λιμάνι.
Στέκονται για λίγο επάνω από το VIRIL. Ζυγίζονται. Κοιτάζουν κάτω προσεκτικά κι αρχίζουν να χαμηλώνουν. Κατεβαίνουν μάλιστα τόσο χαμηλά, ώστε οι άνθρωποι στην προκυμαία μπορούν να διακρίνουν καθαρά τα πρόσωπα τού πιλότου και των συνοδών του. Τούς χαιρετούν χαρούμενοι με τις κινήσεις των χεριών τους και ζητωκραυγάζουν. Πιστεύουν ότι έχουν έλθει να τούς φέρουν τη πολυπόθητη λευτεριά.
Στέκεται κι ο Μάρκος. Τούς χαιρετά και τούς καλοσωρίζει. Κάποιοι όμως καχύ-ποπτοι τρομάζουν και τρέχουν να φύγουν. Προτρέπουν μάλιστα και τον Μάρκο να απομακρυνθεί. Αλλά εκείνος τούς απαντά χαμογελώντας:
-Καλά, εμάς θα σκοτώσουν; Αυτοί είναι δικοί μας!
Όμως εντελώς ξαφνικά κι ενώ ο κόσμος ζητωκραυγάζει, τα αεροπλάνα αρχίζουν να ξερνούν φωτιά και θάνατο. Έχουν πληροφορίες από την αντικατασκοπεία Χίου, ότι μεταφέρει πολεμικό υλικό για τον εχθρό.
Μανιασμένα μυδραλλιοβολλούν το VIRIL Σφυροκοπούν ανελέητα το σουηδικό κα-ράβι. Φωτιά και θάνατο ραντίζουν. Αναπάντεχες αστραπές σκίζουν τον ουρανό, λες και η κόλαση όρμησε να καταπιεί τους ανθρώπους.
Στην πρύμνη του ο ΤΑΚΗΣ παλεύει να σωθεί‧ να κρατηθεί όρθιος, γερός επάνω στο θαλασσινό νερό. Με τον πανικό και την κοσμοχαλασιά κάποιοι πέφτουν στο χώμα για να σωθούν. Κι άλλοι τρέχουν να σωθούν με τη φυγή. Ένας χαμός…
Γρήγορα η προκυμαία γεμίζει νεκρούς. Γεμίζει τραυματίες. Θύμα τού βομβαρδισμού και ο Μάρκος, που ξεψυχά λίγο πριν φτάσει το φορτωμένο με τραυματίες καμιόνι στο Σκυλίτσειο Νοσοκομείο.
Στέρεψαν τα δάκρυα και πάλι στα μάτια του καπετάν Διαμαντή. Κι ο νους του σάλε-ψε. Τον αγαπημένο αδελφό αναζητά. Ερευνητική γυροφέρνει τη ματιά του στο παγω-μένο κουφάρι τού καραβόσκαρου, όταν ακούγεται ξαφνικά η τρομαγμένη φωνή του ναύτη.
- Ε, καπετάνιε. Κάποιοι, μάς ρίχνουν βολές στα πανιά τού καραβιού..
- Κάπου φαίνεται ότι πήγες πολύ ανατολικά, τού απαντά αδιάφορα ο καπετάνιος. Και μάς χαιρετούν οι Τούρκοι!
Δεν προλαβαίνει όμως να τελειώσει τη φράση του και,...να,...να μια δεύτερη ομο-βροντία σκίζει ολοκληρωτικά τα πανιά.
-Τρέξε, καπετάνιε. Τρέξε...ορύεται τώρα ο ναύτης
Αλαφιασμένος ανεβαίνει ο καπετάν Διαμαντής και μένει άναυδος.
Μια κορβέττα είναι κολλημένη δίπλα τους και ένα ασκέρι από οπλισμένους ιερολο-χίτες με μακριές γενειάδες και εχθρικούς στην όψη, τούς σημαδεύουν με τα όπλα τους. Ταυτόχρονα ακούγεται από τον τηλεβόα μια φωνή, που διατάζει να κατέβει αμέσως ο καπετάνιος με το Ημερολόγιο του πλοίου.
Με κομμένη την ανάσα και πόδια που τρεκλίζουν κατεβαίνει ο καπετάν Διαμαντής στην κορβέττα. Ένας ιερολοχίτης με βλέμμα βλοσυρό και μάτια που στάζουν θυμό, οργή και τρόμο, τον περιμένει, για να τού ανακοινώσει το κατηγορητήριό του.
Εγνώριζαν κάθε τι που αφορούσε στους μέχρι τώρα προορισμούς του, στην επίταξή από τον εχθρό, στην οικογενειακή του κατάσταση· και συγχρόνως τού ανακοινώνουν ότι είναι υπό κράτηση από το Γενικό Στρατηγείο Δυνάμεων Μέσης Ανατολής.
Για τούτο το καράβι του, ως λεία πολέμου, θα ρυμουλκηθεί, ως έχει, μέχρι στις απέ-ναντι μικρασιατικές ακτές, στη βραχονησίδα Γούνι, κοντά στον Τσεσμέ, όπου ο αρχη-γός των Ιερολοχιτών-Αγωνιστών, Συνταγματάρχης Χριστοφόρος Τσιγάντες έχει το στρατηγείο του, για τα περαιτέρω.
Επειδή όμως δεν θέλουν να πάθουν κανένα κακό, ως αντίποινα, από τους Γερμα-νούς που αναμφίβολα θα προσπαθήσουν να εξιχνιάσουν την εξαφάνιση τού ΤΑΚΗ, ούτε ο ίδιος ούτε οι επιβαίνοντες ούτε οι οικογένειές τους, θα δημιουργήσουν εικονικό ναυάγιο, για να παραπλανήσουν τον εχθρό.
Για τούτο στο σημείο σύλληψής τους, κοντά στην έξοδο του κόλπου, ρίχνουν τενε-κέδες λάδι από το φορτίο, κιβώτια με τα διάφορα εσπεριδοειδή, σανίδες από το σκά-φος και τη βάρκα, με το όνομα του καραβιού, σωσίβια επίσης με το όνομά του και άλλα αντικείμενα, που θα μπορούσαν να βεβαιώσουν το ναυάγιο.
Σαν χίλιοι κεραυνοί έπεσαν τα λόγια τού Συνταγματάρχη στην κεφαλή τού καπε-τάνιου. Κρύος ιδρώτας τον περιλούζει και το πρόσωπό του βάφεται κόκκινο. Μικρές φλεβίτσες τρεμοπαίζουν στα μηνίγγια του και δυνατός πονοκέφαλος τον χτυπά αλύ-πητα…
Και… να… τώρα, τα δύο καράβια αγκαλιασμένα και με τους μηκυθμούς τής ρυ-μούλκας βάζουν πλώρη για το Γούνι. Ο καπετάν Διαμαντής από τον ΤΑΚΗ που αγκο-μαχεί, καθώς σέρνεται πάνω στο κύμα, κοιτάζει πίσω, ατενίζει το έρημο εκκλησάκι του Αη-Ανδρέα στην άκρη του κόλπου, σταυροκοπιέται και Τον παρακαλεί να τον βοηθήσει να γυρίσει πίσω και πάλι γερός.
Λίγο μόλις έχουν προχωρήσει μέσα στο σούρουπο, που αρχίζει να πέφτει μελαγχο-λικό και το θλιμμένο φεγγάρι να θαμπίζει στον ουράνιο θόλο, σιωπηλός συνοδίτης του λαβωμένου καραβιού, διακρίνουν πάνω στο έρημο ξερονήσι τον φάρο, που ανύ-στακτος και σιωπηλός καλεί και τα δύο καράβια κοντά του.
Έρημο το κατασκότεινο νησάκι. Ούτε μια λάμπα αναμμένη. Μόνο μερικές πυγολα-μπίδες γλυστρούν μέσα από τα διπλομανταλωμένα παράθυρα των παραπηγμάτων.
Bλοσυρός και με μάτια που φλόγες αγριμιού βγάζουν ο Συνταγματάρχης Τσιγάντες κακοδέχεται τον καπετάνιο τού καραβόσκαρου. Έχει, λέει με οργή, κατηγορηθεί για συνεργασία με τις γερμανικές Αρχές‧ έχει κατηγορηθεί για έσχατη προδοσία προς την Πατρίδα.
-Και να ξέρεις, ουρλιάζει με πάθος ο Συνταγματάρχης, αν πράγματι έχεις συνεργασθεί με τους εχθρούς, αν πράγματι... βλέπεις εκεί πέρα, στην άκρη του βράχου; Είναι έξι σταυροί. Έξι τάφοι καπεταναίων δοσίλογων ... αν πράγματι...ο δικός σου θα είναι ο έβδομος…
Ρίγησε από φρίκη ο καπετάνιος. Φονική ρομφαία σαν μαχαίρι καρφώνονται τα λόγια του και λογχεύουν την καρδιά του. Πυρώνει το αίμα στα μάγουλα κι ένας πονε-μένος μαρασμός αυλακώνει το θαλασσοδαρμένο πρόσωπό του. Μια σκοτοδίνη…
Τον κατηγορούν για συνεργάτη του εχθρού, αυτόν που πολλές φορές έχει αποδείξει το αντίθετο. Γνωρίζουν, άραγε, ότι με το πιστόλι στον κρόταφο τον σέρνουν κάθε φορά, που εκτελεί τις διαταγές τους;
Α! Όχι, βέβαια, σε βάρος της Πατρίδας διαταγές!. Όχι! Για το καλό, μάλιστα· αφού με τη μεταφορά τροφίμων από τόπο σε τόπο, όλο και απλώνει το χέρι του σε αυτά και φροντίζει να ανακουφίζει την αβάσταχτη πείνα όλων…
Σωστός θρήνος η φωνή του πνίγεται χωρίς να μπορεί να ακουσθεί. Φάσγανος μοίρα τον στέλνει στο δεσμωτήριο.
Αλυσοδεμένος, σαν κατάδικος, με χειροπέδες και συνοδεία τού δεσμοφύλακά του, οδηγείται σε κοντινό παράπηγμα για να περάσει τη νύχτα. Την ταραχή της καρδιάς του συνδαυλίζει, τώρα, ένα καινούργιο βάρος, το σκοτάδι, καθώς πλήρως εξουθενωμένος αφουγκράζεται τον θόρυβο της χοντρής αλυσίδας που σφραγίζει την ξύλινη πόρτα τού παραπήγματός του με το βαρύ λουκέτο.
Θύελλα οδύνης οι ώρες μέσα στην ψυχή του. Δράκος σιωπηλός οι πίκρες από την κλεψύδρα τής ζωής· σκέψεις, που σαν έχιδνες δαγκώνουν και στο χάος οδηγούν. Σκέ-ψεις τερατώδεις που φοβίζουν. Κι άλλες αλλόκοτες, που σαν μελίσσι μπερδεύονται μέσα στο μυαλό του…
Έχει πια για τα καλά νυχτώσει και ο σαραντεξάχρονος καπετάν Διαμαντής μετρά τις ώρες, που σαν αργοκίνητο κομπολόγι δεν λένε να τρέξουν, για να ελαφρύνουν την αγωνία του. Άυπνος με μοναδικό συνοδίτη το μελιχρό φεγγάρι και με μάτια που καίνε παρακολουθεί τα δαχτυλιδένια σύννεφα του καπνού από τα τσιγάρα που τού έδωσε ο δεσμοφύλακας, καθώς το σεληνόφωτο, διαπερνά τον φεγγίτη και τις χαραμάδες της παράγκας.
Άλλοτε πάλι ξέψυχος από αγωνία, μέσα στη θολούρα τού νου του ξεπροβάλει, ονειρεμένη οπτασία, η γλυκειά φιγούρα της μαυροφορεμένης και με πλερέζα στην κε-φαλή, της αγαπημένης του Μαρίας, που θλιμμένα κοιτάζει με ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη τη θαλασσοδαρμένη μορφή και τα σκαμμένα από πόνο μάγουλά του. Στη αγκα-λιά της κρατεί τον μονάκριβο γυιό τους.
Κι άλλοτε συνομιλεί με τις σκιές αγαπημένων προσώπων, που ορθώνονται μπροστά του.
Την αφόρητη ερημιά της φυλακής του σπάζει πότε-πότε ο ρυθμικός ήχος από τις αρβύλες κάποιου Ιερολοχίτη· κι άλλες πάλι ο μακρινός θόρυβος αεροπλάνου ή η εξά-τμιση κάποιου τροχοφόρου. Το λιγοστό φως από τις ανταύγειες του ανύστακτου φά-ρου που αναβοσβήνει, συνοδευόμενο από τους παφλασμούς των αείρροων κυμάτων και το σκούξιμο των γλάρων, διαδέχεται πάλι το σκοτάδι.
Κι όταν πια τα πρώτα αστέρια αρχίζουν να χάνονται από τον ουρανό, με την αυγινή αχλύ να θαμποφέγγει από τις χαραμάδες και το σκοτάδι να λικνίζεται στο φως της αμφιλύκης με μεγάλες ριπές στο πάτωμα, ακούει από μακριά τα αργόσυρτα βήμα-τα από τις αρβύλες του δεσμοφύλακα να πλησιάζει. Ο καπετάν Διαμαντής τρομάζει.. Πετάγεται στον φεγγίτη. Διακρίνει τη φιγούρα τού δεσμοφύλακα.να έρχεται. Ακούει τον θόρυβο των κλειδιών του. Γνωρίζει ότι οι εκτελέσεις γίνονται την αυγή…
-Ε! Άγιε μου Αντρέα! μουρμουρίζει. Ήρθε η ώρα μου! και προσπαθεί να φανεί γενναίος…
Κι αμέσως σαν σε λήθαργο ακούει τη φωνή τού δεσμοφύλακα …
-Καπετάνιε, μη φοβάσαι! Έρχομαι να σε ελευθερώσω…
-Ήρθαν καλά νέα από τη Χίο. Είσαι καλός πατριώτης! τού φωνάζει, καθώς η βαριά αλυσίδα με το χοντρό κλειδί τού λουκέτου χτυπά επάνω στην πόρτα.
Η αναπάντεχη είδηση μαρμαρώνει τον καπετάν Διαμαντή‧ και ένας ποταμός από δάκρυα σαρώνει την απόγνωση της ψυχής του.
Λίγο αργότερα μπροστά στον Συνταγματάρχη Τσιγάντε έρχεται το δίλημμα. Σωστός καταπέλτης.
-Το καράβι επιτάσσεται για τις ανάγκες της Πατρίδας Εσύ δεν έχεις παρά να διαλέξεις, ή να γυρίσεις πίσω στο νησί σου, οπότε θα κινδυνεύσεις τόσο εσύ όσο και οι δικοί σου από τα αντίποινα του κατακτητή, που με την κατασκοπεία του θα μάθει την πραγματικότητα· ή αφήνεις το καράβι ως λεία πολέμου, που θα χρησιμοποιηθεί ως μεταγωγικό τού συμμαχικού στόλου και εσύ να φύγεις ως πρόσφυγας, όπου θέλεις· ή μένεις μέσα καπετάνιος στο καράβι, που θα εξοπλισθεί με πλήρωμα και μάχιμους Ιερολοχίτες για τον αγώνα της λευτεριάς.
Και βέβαια ο καπετάν Διαμαντής μένει καπετάνιος στο καράβι του, αλλά και ως καλός πατριώτης θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία της Πατρίδας. Εκτελεί διαταγές και ταξιδεύει, όπου υπάρχει ανάγκη. Ως έφεδρος αξιωματικός του Ελληνικού Πολεμι-κού Ναυτικού, φτάνει μέχρι την Αίγυπτο και κάτω στο Σουέζ με εξοπλισμένο το καράβι από ατρόμητους Ιερολοχίτες.
Από την άλλη πλευρά, όπως ήταν φυσικό, το γεγονός του ναυαγίου συνεκλόνισε το χωριό. Και πρώτα προβλημάτισε τις γερμανικές Αρχές, που ανεζήτησαν το καράβι. Τα ευρήματα του ναυαγίου όμως ήταν πειστικά κι έτσι δεν αντέδρασαν με αντίποινα.
Το χωριό, ωστόσο, βυθίστηκε στο πένθος και τα μαύρα. Οι γυναίκες των ναυαγών μαυροφορέθηκαν με μαύρες πλερέζες στο κεφάλι· τις πόρτες και τα παράθυρα έβαψαν μαύρα και σκέπασαν στο σπίτι καθρέφτες και έπιπλα με άσπρα υφάσματα και μαύρη διαγώνια ταινία επάνω.
Χαρακτηριστική μάλιστα για την αλήθεια τού ναυαγίου ήταν η δήλωση της κυρα – Βαγγέλας, συζύγου του δημάρχου του χωριού που έλεγε ότι είδε με τα κυαλιά της, ψη-λά από τη συνοικία Σκαρδανά, τον άντρα της να πέφτει στο νερό με τα πόδια ψηλά, σπρωγμένος από τους Γερμανούς κατακτητές και να τον καταπίνει η θάλασσα. Ακόμη και Μνημόσυνα τελέσθηκαν για τους απωλεσθέντες ναυαγούς…
Λίγες ημέρες μετά το ναυάγιο του ΤΑΚΗ κυκλοφορεί στο χωριό η είδηση ότι εθεάθηκαν στον Τσεσμέ εν ζωή κάποιοι από τους ναυαγούς του καραβιού.
Αμέσως οι ελπίδες όλων αναπτερώθηκαν. Κι η κυρα-Μαρία αναρωτιέται, λες κι ο άντρας της να είναι εν ζωή; Λες; Για να βεβαιωθεί επισκέπτεται τον τότε Μητροπολίτη Χίου Ιωακείμ Στρουμπή, μήπως και κάτι γνωρίζει για τον άντρα της. Μα εκείνος τής απαντά με ασάφειες.
-Άντε, κυρα-Μαρία, στο σπίτι σου και τους δικούς σου. Άφησε τα Μνημόσυνα και τις πλερέζες. Εκείνος είναι καλά εκεί που είναι. Μακάρι να συνέβαινε πρωτύτερα. Να ήταν και ο κύριος Μάρκος…
Μα, η κυρα- Μαρία είχε τις αμφιβολίες της.
-Αλλά, πώς; Πώς να το πιστέψω ότι ζει; Μπορείτε να μού φέρετε ως δείγμα το κομπολόγι του; λέει.
Και μιας δεν πήρε σαφή απάντηση, φεύγει απαρηγόρητη.
Έτσι, οι μέρες περνούν σιωπηλά. Κι οι μήνες τρέχουν χωρίς σταματημό Χωρίς κανένα μήνυμα από τον καπετάνιο της. Κι ήλθε ο Οκτώβρης του 1944, που έφερε τη λευτεριά στην Ελλάδα. Εκείνη ζούσε πάντα με την αγωνία και τον φόβο, αλλά και με κάποια ελπίδα για τον αγαπημένο της.
Με λαχτάρα και άμετρη χαρά αναθυμάται εκείνο το πρωϊνό του Οκτώβρη που άκουσε να τής φωνάζουν.
Ε! κυρα -Μαρία, έρχεται ο ΤΑΚΗΣ. Τρέξε, έρχεται ο άντρας σου! Τρέξε! Τρέξε!...
Δεν πίστευε στα αυτιά της! Και πώς; Τι συμβαίνει; Τι; Κάποιος λέει, ψαράς, είδε από μακριά τον ΤΑΚΗ να τρέχει ολοταχώς προς το λιμάνι του χωριού.
Δεν περνούν όμως λίγα λεπτά και.. να… χαρούμενες κωδωνοκρουσίες από τον Ναό του Αγίου Νικολάου. Αλαλαγμοί χαράς για τη λευτεριά Κόσμος τρέχει προς το λιμάνι. κι η κυρά Μαρία με το μικρό Μιχαλάκη αγκαλιά τρέχει τον χωματένιο δρόμο μπροστά από το Δημοτικό σχολείο προς την άκρη του ακρωτηρίου..
Συγκίνηση. Γέλια Χαρές. Κλάμματα. Απίστευτο !...
Ντουφεκιές πέφτουν από τους Ιερολοχίτες στον αγέρα. Ο Ιερολοχίτης, ο καπετάν Σφάζος, όπως κοροïδευτικά τον αποκαλούσαν, αφού όλους τους εχθρούς τούς έσφαζε, ήταν ακράτητος. Άδειασε όλο το όπλο του με βολές, ευτυχώς, άστοχες από τη χαρά του. Από την άλλη μεριά όμως ο καπετάν Διαμαντής ορυέται. Τρέμει, μην και κανένας Ιερολοχίτης τραυματίσει μέσα στον ενθουσιασμό του κανένα άνθρωπο.
Και τότε ξεδιαλύθηκε το μυστήριο της αθώωσής του. Εκείνο το βράδυ, εκείνο το τε-λευταίο, όπως πίστευε, της ζωής του, που ο Συνταγματάρχης Τσιγάντες ζήτησε με τον ασύρματο πληροφορίες από τον Πρόεδρο της Αντικατασκοπείας Χίου, Μητροπολίτη Χίου Ιωακείμ για τον καπετάν Διαμαντή.
Τι άνθρωπος ήταν; Ποιές ήταν οι σχέσεις του με τους Γερμανούς; Συνεργάσθηκε με τον εχθρό; Κι εκείνος τού απάντησε ότι πράγματι είναι ένθερμος πατριώτης και όχι μόνον δεν συνεργάσθηκε μαζί τους, αλλά ως επίτακτος εκτελούσε δρομολόγια των Γερμανών με επιτήρηση πάντα και την σκανδάλη τού όπλου προτεταμένη επάνω του.
Αντίθετα μάλιστα εφρόντιζε να αποκρύπτει τρόφιμα από το φορτίο τού καραβιού για τους συμπατριώτες του και για τα συσσίτια της Εκκλησίας…

































