Μια εικόνα από την Κατοχή….

Παρ, 06/02/2026 - 12:08

με χιώτικη ντοπιολαλιά

-Καλημέρα κυρ Αργύρη. Α θες , έβγα όξω α σου δώκω μια μουζήτρα απ΄ευτές πού καμενε αποβραδίς η μάνα μου έδεκει στη μάντρα που ΄χομενε κατά τον Άη Γιώργη το Φλωριανό.

-Α εσύ βρε Γιωργό; Έλα από μέσα που ΄χω αναμένο το μαγκάλι α κάτσομενε α τα πούμεν επάλι  κομμάτι.

-Κυρ Αργύρη εν έχω ώρα α σταθώ , μα α κάστω α μου πεις τίποτις αφ΄την κατοχή των Γερμαναράδων.

- Ηγού βρε Γιωργό ίντα μου θύμησες ετούτη τη στιγμή. Εδεκείνα τα χρόνια με τι λοής εγλυτώσαμενε αφ την πείνα και τον φόβο μόνο ο Θεός ξέρει το.  Εμείς εδωνά οι πιότεροι Βρονταδούσοι επεινάσαμενε αφού εν εβρίσκουντανε τίποτις α βάλομενε στη σγάρα μας. Αναβούθηο είχαμενε μόνο κάτι καμώματα μεσ΄τα σπίτια μας κι αρκήσαμενε  έτσινα α τα ξεβγοδόνομενε. Άλλος ήβρισκενε μεσ΄την κασέλα κάνα ρούχο , άλλος κάνα κέντημα, άλλος κάνα φακιόλι , άλλος κάνα ζευγάρι τσουράπια , άλλος κάνα ζευγάρι γάντια, άλλος δυο πεσκήρια  .. Εκάμναμενε ένα μικρό μπόγο τον επέρναμενε στον ώμο και εξεκινούσαμενε για τα χωριά της Χίου με τα ποδάρια μπας και τα πουλήσομενε, όι με φράγκα, μα με ανταλλαγή καρπού. Δυο-τρεις μαζί συνήθως εφέυγαμενε μες΄τη νύχτα για να μη μας γλέπουνε οι Γερμανοί και ετραβούσαμενε άλλοι κατά  το Πιτυός κι άλλο κατά τα Κατόχωρα. Μιλούμενε πως τη δουλειά ευτή κυρίως την εκάμνανε οι νέοι κι οι νιές κάτω των πενήντα χρονώ.  ΄Ετσινα εγίνηκανε πολλά περιστατικά απ΄εδώ κι απ΄εκεί μα ποιος α τα θυμάται; Πάντως εγώ ήμουναι  εδετότες 16 χρονώ και θυμούμαι μια φορά το Φλεβάρη  του 1943  πως ηφορτώθηκα μιαν αρατσινάδα, δηλαδίς μια αδιάβροχη καμπαρτίνα για α καταλάβεις,  που ‘χενε ο κύρης μου κοντά στο κοτέτσι κρεμασμένη και είπα στη μάνα μου α πάω α τηνε  πουλήσω . Εν ήτανε «του κουτιού», είχενε και μια σχιμάδα στο γιακά , μα η ανάγκη της πείνας μ΄εζωνενε για τα καλά. Λε η μάνα μου : « Αργύρη, α πάρεις την αρατσινάδα, μα κάτσε ά βρω στο μπαούλο κι εδεκείνη την άσπρη πιτζάμα με τις ρίγες τις μπλέ, που΄βαζενε ο πάππους σου αμά εζιούσενε , μπας και τη δώκεις κι ευτήνε.» Έδευτή ήτανε εδεκείνη την ώρα η πραμάτεια. Εδιπλώσαμεν τα μέσα ευτά μέσα σ΄ένα σεντόνι κι εγίνηκενε ο μπόγος για την πλάτη. Ύστερις επήεν η μάνα μου  κι ήβρενε την Βαγγελιώ της μαμής την κόρη και της λε: « Μωρή  κόρη πότε α πάτενε στα Κατόχωρα για α ρτει μαζί κι ο Αργύρης για παρέγια; Ε να  μπας και δώκομενε τίποτις και πάρομενε κομάτι στάρι ή κριθάρι για ΄κανα ψωμί;» Λε ευτή: «Άκου την Κυριακή το βράδι στις δυό τα μεσάνυχτα α φύομενε για Πυργί  μαζί και με τη Ζαμπελού κι ας έρτει μαζί κι ο Αργύρης. Πάντως έχει πορπάτημα ως έξι ώρες με μια στάση για ξεκούραση. » Τω όντι, εξεκινήσαμενε κι ερκηνήσμανε το πορπάτημα κι  όχι παντού αφ΄ το χωματόδρομο μα κι από μονοπάτια για μεσαριές και γλέποντας τριγύρω μην πέσομενε σε κάνα Γερμανικό περίπολο. Άμα εποσώσαμενε στο Πυργί εχωρίσαμενε εδεκεί στο σκολειό κι είπαμενε όποιος ξεπουλήσει, α ξανάρτει εδωνά α καρτερά τους άλλους δυό για να ξαναφύομενε μόλις νυχτιάσει.  Εγώ ήνοιξα τον μπόγο κι ήπιασα προσεκτκιά την αρατσινάδα α μη φαίνεται το σχίσιμο στο γιακά κι εβάστουσα  και τη ριγέ πιτζάμα στο άλλο χέρι. Εδεκεί που εγύριζα μες΄τα στενά του χωριού βγαίνει ένας Πυργούσης με γλέπει και μου λε: «Πουλείς τα εδευτά;» Απαντώ του: «‘Ε ίντα θαρρείς πως τα φέρα για σεργιάνι;»  Ξαναλέ: «Γλέπω το κουστούμι μου κάει μα την αρατσιανάδα α τη βάλω αν κάει γιατί ‘χω και κομάτι κόξα (λοξάδα)  στην ράχη.»  Εδεκείνη την ώρα πα α βάλει την αρατσινάδα και μου λε: «Σχισμένος είν ΄ο γιακάς.» Απαντώ του « Όι εσύ τον ήσκισες τώρα που την ήβαλες.» Απαντά μου « Α σου δώω τρεις οκέδες σύκα για το κουστούμι τσε δυο οκάδες στάρι για την αρατσινάδα μα με μια συφωνία. Α πάρεις πίσω την αρατσινάδα α τη σιάσεις τσε  α μου την ξαναφέρεις άμα ξανάρτεις εδώ».      Εγώ ήκαμα εδεδέτσι γιατί ήθελα α πάρω τα φαγουσερά.

Γυρνώ στο σπίτι μαζί με τις άλλες τα χαράματα, αφού πρώτα όλο τον δρόμο αφ΄την πείνα εφάαμενε σύκο εσύ σύκο εγώ σχεδόν όλα τα σύκα. Λέω της μάνας μου: «Ξεκίνα σιάζε το γιακά της αρατσινάδας και μη με αρωτάς πως είναι εδωνά λιγοστά τα σύκα, γιατί τώρα εν προλαβαίνω α τρέχω από τις τσιρλιές.» Ε ίντα α κάμει η μάνα μου , ήπιασενε κι ήκαμενε δυό δράμια  αλευρόκολα κι εκόλησενε το γιακά.

-Α για λέε ίντα απόγινενε κυρ Αργύρη.

-Λοιπό Γιωργό για να τα πολυλογούμενε επήα πάλι στο Πυργί σ΄ευτόνε μα εν ήτανε στο σπίτι . Ήβρα όμως την κυρά του  και της  επασάρισα την  αρατσινάδα.  H κυρά μούδωκενε άλλη μια οκά κριθάρι και μου λε: «Βάλλει  ο Γιάννης μου το ριγέ κουστούμι με φρίσσα (γραβάτα) α πά στην εκκλησά μα μόλις επομύτησεν (εξεμύτησε) τσ’  ήβγεν όξω, επετάαν του οι χωριανοί δεκαθκιές (δεκατιές). Ως τσ΄ο κλησιάρχης (νεωκόρος) λε του πως ειν΄κοροχανίες (σαχλαμάρες) ευτά που εφόριεν. Ο Γιάννης εφουρκίστηκεν, κλίει την πόρτα της εκκλησάς τσ’ ήρτεν κλαμούρης στο σπίθκι μας. Εν εγροίκαν πως είν΄πιτζάμες.»   Ύστερις απ΄έδευτα , εγώ ήφυα απ΄έδεκεί. Σε τρεις μέρες ήπιασενε ένας μεγάλο κατακλυσμός κι εγώ εσκεύγουμουν την αρατσινάδα που ήτανε κολλημένη στο γιακά με αλευρόκολλα κι ήλεα μέσα μου : «Αν στη βροχή την βάλει ο Γιάννης στην κόξα ράχη του, ευτή α  ξεκολήσει  κι ίντα α γίνει;»    Τω όντι, μούπεν ένας γείτονάς του όταν εξανακατήβηκα στο Πυργί πως ευτός την ήβαλεν κι ευτή εξεκόλησεν στο χωράφι κι τον ήφηκενε με το κσλλάρο στο λαιμό. Αφ΄τη ντροπή μου ήκαμα α ξαναπάω μετά στο Πυργί τρεις μήνες για να μη με βρει και με κωλοκόψει με τη βρέγα του.

-Ίντα ειν΄ευτά που μου εξεφούρνησες κυρ Αργύρη. Διπλό ρεζιλίκι για τον  κυρ Γιάννη.Κι εσύ κυρ Αργύρη, ξέρεις  ίντα απατεώνα α σε λέαναι;

- Βρε Γιωργό , ίντα΄ναι ευτά που σκέβγεσαι. Ε σου ΄χω ξαναπεί πως η πείνα εθέριζενε και κάθε μέρα επηένανε τους απεθαμένους με το κάρο στα νεκροταφεία; Ε σου ΄χω πει πως οι παπάδες εν επροκάμνανε α κάμνουνε κηδείς τσάμπα;

   Εν είμεστενε γιούκα μου, μηδέ απατεώνες , μηδέ, κλέφτες, μηδέ ψεύτες, μηδέ ΖΗΤΙΑΝΟΙ που κι έδευτο μας είπανε μια δόση στο Πιτυός . Εθυμόσαμενε εδε τότες και τως φωνάξαμενε πως όλοι είμεστενε χτεσινοί νοικοκυραίοι και σημερινοί   ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ σα ΛΥΚΟΙ που παλεύγομενε  α ζιούμενε όπως –όπως  μέρα με τη μέρα κι κάμνομενε αντίσταση μπας και φύουνε οι Γερμανοί…. Για όλα εδευτά ,προσεύχομαι ο Θεός   α μας συγχωρέσει κι ας μη μας ξαναδώκει άλλο κακό ποτές!!    

 

 

*O  Ιάκωβος  Γ. Μπριλής είναι   Συν/χος μαθηματικός

 

Άλλες απόψεις: Του Ιακώβου Γ. Μπριλή