
- Ε θειά Βαγγελιώ ίντα κάμνετενε; Σας είδα από το παραθυράκι πως μπλέκετενε με τις βελόνες δυό μάλλινα τσουράπια κι είπα, ας της χτυπήσω την πόρτα α της πω μια καλημέρα κι ένα χρόνια πολλά για τα Χριστούγεννα.
-Ε εσύ σε Λενιώ; Χρόνια πολλά. Έλα από μέσα α δεις το πλεκτό μου. Τράβα παραδώ και την παγκέτα και κάτσε α σου πω και μια ιστορία παλιά που πιο πρώτα την εθυμήθηκα όπως μου την ήλεεν η μάνα μου.
- Α για λέε θειά Βαγγελιώ γιατί λωλαίνομαι για τέτοιες ιστορίες του λαού μας.
- Ε άκου και γλέπε κιόλλας και τις βελόνες σαν που τρέχουνε να μαθαίνεις… Ίντα θαρρείς ; Γλέπε γλέπε, εμάθαμενε κι εμείς α μπλέκομενε.
Λοιπόν εδώ στο «Βολάκο» του Βροντάδου, ήμενενε πριν χρόνια ένας παπάς με την παπαδιά του τη Δεσποινιώ. Είχανε και δυο παιδιά μα ευτοί εφύανε στην Αστραλία κι ερίξανε μαύρη πέτρα πισω τως. Έτσι εζιούσανε εδωνά ο παπάς κι η παπαδιά μονάχοι τως και για παρέγια είχανε παρμένο ένα σκυλάκι. Εξημέρωσενε πάλι μια χρονιά Χριστούγεννα κι ο παπάς επήενε στην εκκλησιά στις πέντε . Ύστερις εσηκώθηκενε κι η παπαδιά ετοιμάστηκενε για την εκκλησιά κι ήβγαλενε αφ΄το ψυγείο του πάγου την γαλοπούλα που ήτανε να ψήσει κι ήφηκέτηνε απάνω στο τραπέζι για α γυρίσει α τη βάλει στο χαρανάκι για βράσιμο.
Στις εννιά εγύρισενε η παπαδιά στο σπίτι και κατά πίσω ήρτενε και ο παπάς. Κι ηγού-ηγού ξέρεις ίντα βρήκανε; Βρήκανε τη γαλοπούλα ξεμερδισμένη αφ’ το σκυλάκι. Ήβαλενε ο παπάς τη φωνή: «Ίντα α φάμενε Χρισοτυγεννιάτικα σήμερις Δεποινιώ ; Εν εσκέφτηκες βλογημένη α σκεπάσεις την κούκλα μ΄ένα ταψί;» Ίντα α πει η Δεσποινιώ. Ήκατσενε αποσβολομένη στην καρέγα και λε του παπά: «‘Έχομενε ακόμη ώρες ως το μεσημέρι. Κάτι α κατηβάσει η κούτρα μου. Άντε ξάπλωσε κομμάτι και ά βρομενε λύση ως τις μία το μεσημέρι . Νηστικοί, όγιεσκε ε α μείνομενε, μα κούκλα α φάμενε.»
-Α εδώ γλέπω θειά Βαγγελιώ, πως αρκίζει η Χριστουγεννιάτικη πονηριά της Δεσποινιώς. Για λέε παρακάτω..
-Επήεν ο παπάς κι εξάπλωσενε και επήρεν τονε τον ύπνο του. Εκείνη εσηκώθηκενε αφ την καρέγα, Εζύμωσενε στα γρήγορις λουκουμάδες κι ήναψενε τη φουφού με κάρβουνα κι ήψησεν τις μέσα στη κατσαρόλα στο βραστό λάδι. Τους ησερβίρησενε στο όμορφο γυάλινο πιάτο της προίκας της κι ήριξεν τως απάνω σορόπι με μέλι , κανέλα κι ηπασπάλισέ τους με λιγάκι κομμένο αμύγλαδο. Ύστερις, ήβγαλενε αφ΄ τη γυάλα με την άρμη δυό κεφαλάκια άσπρο κατσικίσιο τυρί , εστράγκισέν τα κι ήβαλεν τα σ΄άλλο πιάτο. Εσηκώθηκενε ο παπάς και γλέπει εδευτά και της λε: «Ε παπαδιά, γαλοπούλα μού ‘ταξες και λουκουμάδες α με ταΐσεις;» Απαντά του: « Σιωπήηη, μη μουρμουρίζεις! Άντε φέρε αφ’ την εκκλησιά εδεκείνο το πεντόκαρτο το νάμα που μου πες πως σου φέρανε σφραϊσμένο. Αν έχεις κι ένα πρόσφορο ανέγικτο φέρε το.» Έτσι εγίνηκενε. Γυρνά με το κρασί ο παπάς κι εκείνη επερίμενέ τονε στη τσαρδάκι. Λε του: «Παπά μου, όπως είμεστενε εσύ με το κρασί και το πρόσφορο κι εγώ με τα καλούδια πάμενε, στο σπίτι της αδελφής μου της Λουλιώς αφού τώρα ξέρομενε πως είναι η ώρα α κάτσουνε α φάνε εκείνη κι ο άντρας της ο Μικές. Μόλις φτάσομενε, εσύ άχνα ε θα βγάλεις σ΄ότι λέω. Τον μουγκό α κάμεις.Για τη γαλοπούλα μας που την ήφαεν ο σκύλος μηδέ λέξη μην ξεστομήσεις. Εδευτό σκολαρίκι α το κρεμάσεις στο αυτί σου κι η γλώσσα σου στο καταπινάρι της. » Πάνε , χτυπά η Δεσποινιώ την πόρτα, ανοίγει ο γαμπρός της , ο Μικές και ίντα α δει. Η Δεσποινιώ με τις λουκουμάδες και τα τυριά κι ο παπάς με το κρασί και το πρόσφορο στο χέρι. «Ήρταμενε Μικέ α σας κάμομενε ΕΚΠΛΗΞΗ χρονιάρα μέρα. Χρόνια πολλά. Εν εμεγειρέψαμενε τη γαλοπούλα που ΄χαμενε αγορασμένη, μονάχα είπαμενε εν πάμενε α φάμενε οικογενειακά τη γαλοπούλα του Μικέ και α τους καλέσομενε ά ρτουνε την Πρωτοχρονιά στο δικό μας για να φάμενε μαζί και τη δική μας γαλοπούλα.» Αν και προς στιγμή εκοκάλωσενε ο Μικές, αμέσως εφώναξενε τη Λουλιώ πούρτενε στην τραπεζαρία κρατώντας με δυο πανιά το καυτό ταψί με την ψημένη αχνιστή γαλοπούλα. «Είδες Λουλιώ μια έκπληξη, ήρτεν αξαφνικά ο παπάς κι η παπαδιά α φάμενε παρέγια. Φέρε άλλα δυο πιάτα , ποτήρια και περούνια και πα α φέρω κι εγώ δυο καρέγες για α κάτσουνε.» Εδεδέτσι εγίνηκενε και είπεν ο παπάς: «Ευλόγησον Κύριε την βρώσιν και πόσιν των δούλων σου». Εκάμαν το σταυρό τως κι έκαμανε «ντέφι» την γαλοπούλα , ήπιανε και το κρασί κι αρχίσανε α τραγουδούνε κι από πίσω εφάανε τους λουκουμάδες. Μόλις ήρτενε η ώρα α φύουνε λε η Λουλιώ: «Μωρή αδερφή, μαζί επήραμενε τις γαλοπούλες κι εσύ την δικιά σου α μας την ταίσεις μπαγιάτικια τ΄Αγιού Βασιλιού;» και η παμπόνηρη η Δεσποινιώ απαντά: «Όγιεσκε, μαζί τις πήραμενε τις κούκλες μα εγώ τη δικιά μας την πήα σε κομμάτι πίσω γιατί ήκαμα στο νου τούτο το σκέδιο της έκπληξης. Την παραμονή, α πα ο παπάς στη χώρα , α φέρει μια φρέσκια και άρτετενε στο δικό μας α την ξεκοκαλίσομενε όλοι μαζί.» Αυτή ήτανε η ιστορία Λενιώ.
-Καλέ θειά Βαγγελιώ εν το περίμενα. Δαιμόνια θάτανε η παπαδιά. Τι λοής εν είπενε κουβέντα για το σκύλο πως ήφαεν την κούκλα.
- Ήτανε, ήτανε παμπόνηρη και μόλις εφτάσανε στο δικό τως σπίτι ,λε ο παπάς: « Δεσποινιώ είπες πια σήμερις ψέματα με το τσουβάλι. Πρέπει α πας σε εξομολόγο α τα πεις.» Κι εκείνη γυρνά και του λε: «Κι εσένα παπά ίντα σ΄έχομενε; Ειν’ ανάγκη α πάμενε σε ξένο παπά α πούμενε τα καμώματά μας. Εσύ που τα ξέρεις απευθείας, δώκε μου συγχώρεση.» Κι εκείνος της είπενε: «Η συγχώρεση δε δίνεται εδεδέτσι.» Κι η δεσπινιώ: «Ε πως ε δίνεται ; Μου ‘χεις υποχρέωση γιατί ίντα, τσάμπα εσκουρδούλιασες κι εσύ τη γαλοπούλα;» Εδεδέτσι το βούλωσενε ο παάς κι ίντα α κάμει; Χρονιάρα μέρα α τη μαλώσει; Της είπενε: « Εγώ συγχωρώ εσένα κι ο Θεός ας μας συγχωρέσει και τους δυό μας.»
-Πάω τώρα θειά Βαγγελιώ και του χρόνου και καλή χρονιά νάχομενε.
-Άντε στο καλό Λενιώ και να προσέχεις τις παμπονηριές, γιατί εσύ εν έχεις άντρα παπά α σου δώκει συγχώρεση.

































