«Ο τελευταίος ήρωας, η συγκρότηση της μνήμης του Αλέκου Παναγούλη (1968-1981)»

Παρ, 14/08/2026 - 09:25

Θα ξεκινήσω την παρουσίασή μου με ένα λογοτεχνικό παράδειγμα που μου ήρθε αυθόρμητα στη σκέψη όταν διάβασα το βιβλίο του Δημήτρι Γαρρή. Στην Αργώ, που γράφτηκε ανάμεσα στο 1933 με 1936, ο Γιώργος Θεοτοκάς επινοεί έναν λογοτεχνικό ήρωα το Δαμιανό Φραντζή. Ο Φραντζής, μαχητικός κομμουνιστής φοιτητής, μετά από πολλές περιπέτειες αποφασίζει ότι αρκετά με τη θεωρία, είναι καιρός να μιλήσουμε με πράξεις. Και, ούτε λίγο ούτε πολύ, αποπειράται να δολοφονήσει τον Μπενίτο Μουσολίνι στη Φλωρεντία -ας μην ξεχνάμε ότι στην δεκαετία του 1930 ο φασισμός έχει απλώσει την απειλητική σκιά του- πριν τον ξυλοκοπήσουν έως θανάτου οι μελανοχίτωνες. Ο Φραντζής είναι φυσικά ένα επινοημένο φανταστικό πρόσωπο. Ο Παναγούλης είναι ένα υπαρκτό, ιστορικό πρόσωπο, άσχετο αν η διαδρομή του σε πολλά σημεία μοιάζει με λογοτεχνική, επινοημένη ιστορία. Κάνω αυτή την αναφορά γιατί μας προσφέρει, νομίζω, ένα κλειδί ανάγνωσης τόσο στην προσωπικότητα του Αλέκου Παναγούλη, όσο αυτό είναι δυνατό, όσο και στις πολιτικές, συλλογικές και ανθρώπινες διαδρομές που συγκρότησαν τον ήρωα Παναγούλη στην κοινή μνήμη, θέμα το οποίο με τρόπο διεισδυτικό και εξαντλητικό διαπραγματεύεται ο Γαρρής.  

Αν κάτι είναι που χαρακτήρισε τόσο τον ίδιο τον Αλέκο Παναγούλη, όσο και την εικόνα που έμεινε από το πέρασμα του από τη ζωή, είναι αυτή η προσήλωση στην πράξη, σε αντιδιαστολή με την πολύπλοκη θεωρία. Έτσι μπορούμε σήμερα να ερμηνεύσουμε την κορυφαία στιγμή που ήταν φυσικά η απόπειρα κατά του δικτάτορα Παπαδόπουλου, αλλά και τη στάση του στο στρατοδικείο, την αλύγιστη αντοχή του στους βασανισμούς κατά τα  χρόνια της φυλάκισής του. Κι αργότερα φυσικά η επιμονή του στην προσπάθεια αποκάλυψης προσώπων και μηχανισμών που έδρασαν και συνέχιζαν έως το χρόνο του θανάτου του, να δρουν ακόμα και υπό συνθήκες δημοκρατίας.  

Στο βιβλίο, αποτύπωμα εξαντλητικής ερευνητικής δουλειάς του συγγραφέα, δεν βιογραφείται ο Αλέκος Παναγούλης. Υπάρχουν φυσικά όλα εκείνα τα βιογραφικά στοιχεία που μας είναι απαραίτητα για την κατανόηση, όσο αυτό είναι δυνατόν, της προσωπικότητάς του. Εκείνο που περιγράφεται αναλυτικά είναι οι τρόποι μέσω των οποίων γεννήθηκε το ηρωικό στοιχείο αυτής της προσωπικότητας το οποίο επιζεί έως σήμερα. Ο Γαρρής ανατρέχει με λεπτομέρειες τόσο στα ιστορικά περιστατικά όσο και στη διαπραγμάτευσή τους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η απόπειρα, η δίκη, η απολογία, η φυλάκιση και τα βασανιστήρια, η αποδράσεις, η απελευθέρωση, η επιστροφή στην Ελλάδα, η εμπλοκή με την ενεργή πολιτική, το τραγικό τέλος. Στις σελίδες του βιβλίου περιγράφονται όχι μόνο αυτές οι διαστάσεις, αλλά και ο τρόπος   που βιώθηκαν, πέρασαν στην κοινή συνείδηση. Επίσης, μετά το θάνατο του κεντρικού προσώπου εξιστορούνται οι δρόμοι μέσα από τους οποίους βιώθηκε ως πραγματικότητα αλλά και ως μνήμη η πορεία του Αλέκου Παναγούλη. 

Η φυσιογνωμία του Παναγούλη, μέσα από τις διόδους συγκρότησης της ηρωικής του ταυτότητας, που τόσο λεπτομερώς περιγράφει ο ερευνητής, επικεντρώνεται στην πράξη γι’ αυτό και αποκτά χαρακτηριστικά που διαπερνούν και συγκινούν ολόκληρο σχεδόν το δημοκρατικό πολιτικό φάσμα. Στη μορφή του Παναγούλη, συμπυκνώνεται η θέληση αλλά και η ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας, που βγαίνει από τον 7χρονο γύψο της δικτατορίας, να ταυτιστεί με μια προσωπικότητα αγωνιστική και ασυμβίβαστη, που τόλμησε να έρθει σε ευθεία και τραυματική αντιπαράθεση με το καθεστώς.  Αυτός είναι ο λόγος που στο πρόσωπο του Αλέκου Παναγούλη οι λειτουργίες συγκίνησης και ταύτισης με τον ήρωα ποικίλουν. Ο Παναγούλης μπορεί να είναι ταυτόχρονα ο μοναχικός αλύγιστος αγωνιστής, ο τυραννοκτόνος με ρίζες στην ελληνική ιστορία, ο ασυμβίβαστος δημοκράτης, ο εκπρόσωπος μιας συλλογικής λαϊκής αντίστασης, ο ακάματος ερευνητής που θα αποκαλύψει τις συναλλαγές με τη χούντα και τόσα άλλα. Αυτές οι διαφορετικές μεταξύ τους προσλήψεις του ήρωα, μπορούν να συνυπάρχουν ακριβώς γιατί διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές ομάδες διαβάζουν με τον τρόπο τους και αναγνωρίζονται στο πρόσωπο του ήρωα.

Ένα ακόμα στοιχείο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι οι τρόποι με τους οποίους αρθρώνεται η μνήμη, δημιουργείται η συλλογική συνείδηση την εποχή που διαπραγματεύεται ο συγγραφέας. Για να έχουμε στη σκέψη μας τις πολλές και ποικίλες διαφορές με την εποχή μας ας καταγράψουμε μόνο μερικές: η κύρια πηγή πληροφόρησης είναι η κρατική τηλεόραση και ραδιοφωνία, ελεγχόμενα από την κυβέρνηση, και οι εφημερίδες, όλων των πολιτικών αποχρώσεων.  Οι κοινότητες μνήμης όπως εύστοχα τις αποκαλεί ο συγγραφέας, είναι κοινότητες ανθρώπων, που συναντιούνται, συζητούν, ανταλλάσσουν πληροφορίες, αγωνίζονται για κοινούς στόχους. Είναι εντελώς χαρακτηριστικό το παράδειγμα του πώς γίνεται γνωστό το δυστύχημα που έφερε το θάνατο του Αλέκου Παναγούλη. Η τραγική είδηση γίνεται γνωστή στις αγωνιστικές συγκεντρώσεις της Πρωτομαγιάς με εντελώς ζωντανό τρόπο, κυριολεκτικά από στόμα σε στόμα. Και στη συνέχεια αποκτούν βαρύτητα, βαρύτητα που ίσως σήμερα δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε σε όλο της το εύρος, δημοσιογραφικές έρευνες, συνεντεύξεις, αρθρογραφία, χρονογραφήματα, δηλώσεις κ.λπ. Ένας προβληματισμός είναι αν σήμερα υπάρχουν αυτές οι κοινότητες μνήμης και πώς λειτουργούν σε ένα περιβάλλον εντελώς διαφορετικό, με άλλους τρόπους μετάδοσης της πληροφορίας και διαμεσολάβησής της.

Ακόμα και ο τρόπος που γίνεται αντιληπτός ο θάνατος του Αλέκου Παναγούλη, από αυτό το έως και σήμερα αμφισβητούμενο ατύχημα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, είναι συνάρτηση του κλίματος της εποχής. Η δικαιολογημένη δυσπιστία της κοινής γνώμης απέναντι στα «ατυχήματα» είναι διάχυτη, θα τολμούσα να πω πλειοψηφική: από το θάνατο του Στέφανου Σαράφη, στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, όλα αυτά τα κατά καιρούς βολικά «ατυχήματα» εξοργίζουν και συνεγείρουν. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι το 1976 για το οποίο μιλούμε, η δημοκρατία παραμένει ζητούμενη, η κάθαρση από τα στοιχεία της δικτατορίας είναι αμφίβολη, το αίτημα του εκδημοκρατισμού είναι διαρκές και ζωντανό. Μέσα σ’ αυτό το πλέγμα υψώνονται οι φωνές που καταγγέλλουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασε τη ζωή του ο Παναγούλης. Εκπροσωπούν τη γενικευμένη δυσπιστία μιας κοινωνίας  απέναντι στις επίσημες εκδοχές και εξηγήσεις. Εκπροσωπούν ταυτόχρονα και τα σημεία ενοχής μιας κοινωνίας που δεν τίμησε τον ήρωα όπως έπρεπε. Θυμίζω ότι το 1974 ο Παναγούλης πήρε μόλις 9.000 σταυρούς και εξελέγη οριακά στη Β Αθηνών, τελευταίος από το ψηφοδέλτιο της Ένωσης Κέντρου – Νέες Δυνάμεις. Στη συγκρότηση του «μύθου του ήρωα» το τέλος του είναι καθοριστικό και κοινωνικά προσδιορισμένο.

 

Έχω την αίσθηση ότι στην πορεία που έφερε το τελικό αποτέλεσμα του βιβλίου που παρουσιάζουμε ο Γαρρής είχε να αναμετρηθεί με δυο κινδύνους. Από τη μια πλευρά η ίδια η φύση των γεγονότων που έπρεπε να ανασυνθέσει συγκινησιακά και συναισθηματικά φορτισμένων θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια αφήγηση με εμφανή τα στοιχεία του «μελοδράματος». Από την άλλη η ενδελεχής έρευνα των πηγών και η συλλογή των πληροφοριών, σύμφωνα με όλους τους όρους της ιστορικής έρευνας, εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει σε έναν στείρο επιστημονισμό, άνευρο και ακαδημαΐζοντα. Όμως ό ερευνητής βρήκε την απαιτούμενη – δύσκολη- ισορροπία και πέρασε με επιτυχία αυτές τις συμπληγάδες. Μας προσφέρει ένα έργο που δεν ακολουθεί ούτε εύκολες λύσεις, αλλά ούτε και μια άγονη παράθεση πηγών.  Αντίθετα, με επιστημονική επάρκεια αλλά και γλαφυρότητα, διερευνώντας τις συνθήκες και τα συμβάντα της περιόδου, στην ουσία ανασυνθέτει μια εποχή με έμφαση στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.

Θα κλείσω αυτή την αναφορά με κάποιες γενικότερες σκέψεις. Η εποχή στην οποία εκδόθηκε το βιβλίο του Δημήτρι Γαρρή συγκεντρώνει πολλά κι ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά. Ένα από όλα είναι η διάδοση ενός κύματος «ιστορικού αναθεωρητισμού» που επιχειρεί 50 και πλέον χρόνια μετά, να στρογγυλέψει, να εξωραΐσει τη δικτατορία. Μέσα από τη σχετικοποίηση εννοιών και την εκ των υστέρων δικαιολόγηση εγκληματικών πολιτικών. «Δεν υπήρχε λογοκρισία», «ναι αλλά τα πράγματα δεν ήταν τόσο άσχημα», «υπήρχε πολιτιστική άνθιση» και άλλα παρόμοιου τύπου επιχειρήματα. Σ’ αυτή την εκ των υστέρων δικαιολόγηση καλό είναι να απαντούμε με τεκμηρίωση, με ιστορικά επιχειρήματα. Η συμπύκνωση της ιστορικής γνώσης την οποία περιέχει το βιβλίο του Δημήτρι είναι μια από τις απαντήσεις σ’ αυτό το -τελικά- ανιστορικό ρεύμα.

Ιδιαίτερα για όσους και όσες εξακολουθούν να έχουμε και βιωματική σχέση με την περίοδο εκείνη, η δουλειά του Γαρρή, αλλά και άλλων νέων και λιγότερο νέων ιστορικών, είναι μια κιβωτός μνήμης που περιέχει και τις δικές μας μνήμες.  Δεν μπορώ παρά να θυμηθώ το μούδιασμα, τη θλίψη αλλά και τη σιωπηλή οργή -το 1976 είναι χρονιά που δύσκολα μιλούσες ανοιχτά ειδικά εδώ στην επαρχία- με την οποία δέχτηκαν το άκουσμα του θανάτου του Παναγούλη μέλη της δικής μου οικογένειας. Θυμάμαι ακόμα ότι το διάβασμα των αθηναϊκών εφημερίδων τροφοδοτούσε ερωτήματα, συζητήσεις, διαφωνίες και αντιπαραθέσεις σε σχεδόν καθημερινή βάση.

Γνωρίζουμε όμως ότι η ιστορική έρευνα, και κυρίως η διάχυσή της, η γνώση των αποτελεσμάτων της είναι κάτι που απαξιώνεται συχνά, ακριβώς επειδή ενοχλεί. «Τι ενδιαφέρει έναν 17χρονο τι συνέβη το 1963;» είχε αναρωτηθεί κυνικά ο σημερινός πρωθυπουργός το Μάιο του 2018.  Η προσπάθεια του Δημήτρι που έφερε ως καρπό το βιβλίο που απόψε παρουσιάζουμε είναι μια απάντηση. Η γνώση, ειδικά όταν προκύπτει από κόπο και έρευνα, δεν είναι ποτέ αδιάφορη. Έχει στίγμα και ταυτότητα. Αυτό ακριβώς ενοχλεί όσους επενδύουν στη λήθη, στο ξεθώριασμα της μνήμης, στην απαξίωση της ερευνητικής δουλειάς.  Ας μην ξεχνάμε όμως τελικά τη διαπίστωση που από το 1979 είχε διατυπώσει στο «Βιβλίο του γέλιου και της λήθης» ο Μίλαν Κούντερα «Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη».

Αυτόν  ακριβώς τον ηθικό στόχο, αυτό το πρόταγμα υπηρετεί με τη δουλειά του ο Δημήτρις Γαρρής και γι’ αυτό τον ευχαριστούμε.

 

Κώστας Ζαφείρης – ιστορικός

Χίος 13 Αυγούστου 2026

Σ.Σ. Η εισήγηση του στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο τελευταίος ήρωας, η συγκρότηση της μνήμης του Αλέκου Παναγούλη (1968-1981)» του Δημήτρι Γαρρή – εκδόσεις Θεμέλιο 2026

 

Άλλες απόψεις: Του Κώστα Ζαφείρη