
Το ησυχαστήριο του παππού ήταν μια αποθηκούλα στην άκρη της αυλής, με τον στρογγυλό φεγγίτη πάνω από την πόρτα, αυτό που ‘λέγαν του βοδιού το μάτι.
Εκεί ήταν παλιά το δωμάτιο του αμαξά. Τα έπιπλα μέσα απλά: ένα τραπέζι με μια λάμπα πετρελαίου, όχι για να διαβάζει, “για παρέα την έχω έλεγε”, η καρέκλα του παππού, ένας παλιός καναπές, και ένα εντοιχισμένο ντουλάπι για τα ποτηράκια, το μπουκάλι με το ούζο και ένα κουτί από μπισκότα με τις παστελαριές.
Σήμερα που όλα είναι βρεγμένα από τη βροχή ο παππούς είναι μέσα, το μαρτυρά το κλειδί που είναι στην πόρτα, ο παππούς όταν βγαίνει κλειδώνει και βάζει το κλειδί στην τσέπη δεν δέχεται αδιάκριτα σχόλια.
Κάθεται μέσα και προσπαθεί να ντύσει (φοδράρει με λινάτσα)
μια κούφα, όπως κάνουν οι Καμπούσοι, για να μην τραυματίζονται οι καρποί. Περιμένει την παρέα του. Το ραντεβού είναι διαχρονικό, όλες τις βροχαριές. Δεν περνάει πολύ ώρα και ένας ένας οι γέροντες της γειτονιάς ανοίγουν μπαίνουν μέσα και καθίζουν στον καναπέ. «Βρέχει, σταματά, ξαναπιάνει, βαρέθηκα τούτον τον καιρό, ώρα βοσκού δεν έκανε», λέει ο κυρ Μικές.
«Μικέ, γιατί νοιάζεσαι, παλιά που μαζεύαμε τα μανταρίνια περιμέναμε να στεγνώσουν τα δέντρα και στενοχωριόμασταν, τώρα καλά είναι τα νερά, ήρεμα, κατέβηκε και ο ποταμός να γεμίσουν τα πηγάδια να ποτίσουμε το καλοκαίρι, απαντά ο κυρ Γιώργης.
Ο παππούς αφήνει την κούφα, βγάζει στην άκρη την λάμπα και τον καζαμία που έχει, για να βλέπει πότε έχουμε πανσέληνο και να σημειώνει πότε θα γεννήσουν οι προβατίνες, μοιράζει τα ποτηράκια
με το ούζο, δίνει και από μια παστελαριά σε όλους.
«Ναι έβρεξε αρκετά, θα έχουμε πολύ νερό να ποτίζουμε τα δέντρα να κάνουμε καλούς καρπούς», απαντά ο Κώστας και συνεχίζει ειρωνικά ο Θανάσης, «για να τα κλοτσούμε κάτω από τα δέντρα που θα πέσουν, αφού τίποτα δεν πουλιέται».
«Θανάση, εμείς από τα δέντρα αυτά ζήσαμε και δεν μπορούμε να τα αφήσουμε να ξεραθούν, τα αγαπούμε γι’ αυτό τα ποτίζομε», λέει ο παππούς.
«Έτσι ακριβώς Γιάννη, ευτυχώς που υπάρχει η σύνταξη, αν περιμέναμε από τα περιβόλια, θα πεινούσαμε», απαντά ο κυρ Γιώργης και συνεχίζει: «η σύνταξη είναι το καλύτερο παιδί, κάθε τέλος του μήνα έρχεται και χωρίς ερωτήσεις μας δίνει τα χρήματα που χρειαζόμαστε να ζήσουμε. Θυμόσαστε το δικαστήριο που έγινε για να βεβαιώσουν ότι είμαστε αγρότες και να μας δώσουν την
σύνταξη από τον ΟΓΑ;», ρωτά ο παππούς.
«Φυσικά και θυμάμαι», λέει ο κυρ Γιώργης, «μια ώρα με ρωτούσαν αν σε ξέρω, τι προϊόντα παράγεις, αν είχες γάιδαρο και άλλα. Σταμάτησε όταν είπα στον πρόεδρο αν θέλει να μάθει αν έκλαιγα όταν ήμουν μωρό.» Το θυμήθηκαν όλοι και γέλασαν.
Είπαν κι άλλα και μόνο όταν άκουσαν τον μεσημερά (λεωφορείο των 12) χαιρέτησαν και έφυγαν.
Κάπως έτσι ήταν τα πρωινά μας όταν έβρεχε.
ΚΑΛΗΜΕΡΑ.
ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ!
































