Τα παπουτσάκια

Τρί, 30/12/2025 - 09:05
Γιάννης Παϊδούσης

Αληθινή ιστορία, μου την διηγήθηκε ο ίδιος ο πρωταγωνιστής και την γράφω όπως την άκουσα για να γελάσουμε, μην περιμένετε σοβαρά διδάγματα.

Στην πείνα (Γερμανική Κατοχή 1941-1944) μου λέει: Ήμουν κοπέλι σε ένα κτήμα στον Κάμπο. Καλός άνθρωπος το αφεντικό, της εκκλησίας που λέμε, κάθε Κυριακή πρώτος στην εκκλησιά, Τετάρτη και Παρασκευή ανάλαδα στο τραπέζι, μεγάλη νηστεία 40 μέρες πριν τα Χριστούγεννα και πριν το Πάσχα, να πάει να ξομολογηθεί και να κοινωνήσει.

Παραμονές Χριστουγέννων του ‘43 θέλησε να μου αγοράσει καινούργια παπούτσια, σαν καλή πράξη. Με παίρνει ένα πρωί δικάβαλο πάνω στο μουλάρι, εκείνος στο σαμάρι και εγώ στα καπούλια και κατεβαίνουμε στην πόλη. Αφήνουμε το μουλάρι στα χάνια [παρκινγκ για ζώα] με την εντολή να το πεταλώσουν, μια και βρέθηκε κοντά σε πεταλωτή, και κινούμε για τα μαυροπαπουτσίδικα [ο δρόμος με τους τσαγκάρηδες].

Εκείνη την εποχή δεν είχε βιτρίνες, οι αγοραπωλησίες γίνονταν κρυφά, σε υπόγεια και σοφίτες. Εκεί είχαν τα καταστήματά τους και οι ιερόδουλες. Πλησιάζει το αφεντικό ένα διαβάτη και του λέει «πού πουλάν παπούτσια για το παιδάκι;». Πονηρός από ό,τι φαίνεται, πήρε παραπλανητική την ερώτηση: «ανέβα εκεί από τη σκάλα», μας λέει. Μπαίνουμε μέσα στην πόρτα που μας έδειξε και αρχίζουμε να ανεβαίνουμε την μεγάλη γυριστή ξύλινη σκάλα [κάποιο αρχοντικό θα ήταν], μπροστά ο γέρος πίσω εγώ. Φτάνοντας στα τελευταία σκαλιά βλέπουμε μια μαντάμ να κάθεται στο πάνω πάνω σκαλί, με μια φαρδιά ρόμπα να σκεπάζει τα πόδια της.

«Παπουτσάκια για τον μικρό θέμε», λέει το αφεντικό.

«Τέτοια παπουτσάκια θες ρε;», λέει η μαντάμ σηκώνοντας την ρόμπα και δείχνοντας όλα τα γυναικεία απόκρυφά της.

«Πίσω πίσω», μου φωνάζει το αφεντικό, που κατάλαβε πού βρεθήκαμε. Δυο δυο κατεβήκαμε τα σκαλιά και για ώρα έκανε το σταυρό του και έλεγε τροπάρια. Γυρίσαμε άρον άρον στο σπίτι.

Εγώ έχασα τα παπούτσια και το αφεντικό για πολύ καιρό το φυσούσε και δεν κρύωνε, τα παπουτσάκια που μας πρόσφεραν ήταν έξω από την ηθική του αφεντικού.

 

(Από τις Καμπούσικες Ιστορίες της βεγγέρας, σελ. 179)

Άλλες απόψεις: Του Γιάννη Παϊδούση