
[Ομιλία στη Βιβλιοθήκη ‘Κοραής’, στις 25/11/2016]
Δυο εικόνες θυμάμαι έντονα από τον κύριο Παντελή, την εποχή που έγραφε το δίτομο έργο του, “καρπό αγάπης” “προς το χωριό που τον γέννησε και τον μεγάλωσε”, όπως ο ίδιος λέει στο εισαγωγικό του σημείωμα. Σαν να τον βλέπω, ώριμο και σοβαρό στη Βιβλιοθήκη Κοραή, βυθισμένο στα βιβλία και τις σημειώσεις του· κάτι σημαντικό γεννιόταν τότε για τη σύνθεση της ιστορίας του τόπου του. Και πάλι, ανάμεσα στις τριανταφυλλιές του κήπου του, τον θυμάμαι ευδιάθετο ν’ ανταλλάσσει, με μεγάλη σεμνότητα απόψεις και να ζητάει τη γνώμη του νεότερου εκπαιδευτικού-γείτονά του – ένας φράκτης χώριζε τις αυλές μας – , για κάποιες λεπτομέρειες του υλικού της συγγραφής του.
Στο προλογικό του σημείωμα ο συγγραφέας δηλώνει πως δεν έχει επιστημονικές βλέψεις και ζητάει κατανόηση για τις ελλείψεις της εργασίας του· όμως, όπως αποδείχθηκε από τις κρίσεις των αναγνωστών και την ευρεία κυκλοφορία του έργου, πέτυχε να κερδίσει όχι μόνο το ενδιαφέρον όλων για την απλότητα της αφήγησης, την έξυπνη δομή και τον φρέσκο λόγο, αλλά, κυρίως, να δείξει πως μπορεί κανείς χωρίς εξεζητημένο ή στεγνό γράψιμο να προσεγγίσει με ακρίβεια και τεκμηριωμένα την ιστορία ενός χωριού.
Παίρνω στα χέρια μου το βιβλίο του Παντελή Μαυρογιώργη “Το χωριό Άγιος Γεώργιος Συκούσης” με τον υπότιτλο “Μέρος Α΄ ˗ Ιστορικά”. Διαβάζω πως είναι έκδοση των αποδήμων Αγιωργούσων της Αμερικής, ότι τυπώθηκε στη Χίο το 1990 και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα του και δασκάλου Αναστασίου Μαυρογιώργη. Στο “ξεκίνημα” του βιβλίου – είναι το πρώτο κεφάλαιο με αυτό τον τίτλο –, μας εισάγει ο συγγραφέας βιωματικά στην εξιστόρησή του. Νοιώθουμε να συμμετέχουμε σ’ ένα ταξίδι γνώσης, εμπειρίας και πνευματικής ανάτασης, ταξίδι που συναισθηματικά εντείνεται στον δεύτερο τόμο.
Βιαζόμαστε να γνωρίσουμε το χωριό. Ακούμε τα λόγια του κυρ Παντελή που μας ξεναγεί μέχρι να φθάσουμε εκεί:
Περνούμε το Βαρβάσι, το συνοικισμό που κατοίκησαν οι ξεριζωμένοι, από την αντικρινή μας Ιωνία, Έλληνες, ύστερα από τη συμφορά του 1922, κι αφού αφήσομε την εκκλησιά του Χριστού, στρέφομε δεξιά και μπαίνομε στα Λωλόδεντρα, μια συνοικία με τα ακρινά περιβόλια του Κάμπου. Παλιά ο δρόμος αυτός είχε τόσο μεγάλα δέντρα, που τα φυσομανούσαν οι αέρηδες και σου ’διναν την εντύπωση πως είναι λωλά.
Το αυτοκίνητό μας τώρα ανηφορίζει την περιοχή του Γρου με τις δυο εκκλησούλες, τον Προφήτη Ηλία και τον Άγιο Νικόλα. Ο τόπος τούτος, θυμάμαι, ήταν γεμάτος φτώχια και μιζέρια, ξερότοπος με λίγες τσικουδιές κι αμυγδαλιές. Σήμερα έχει γίνει αγνώριστος. Ολοπράσινος, χάρη στα άφθονα νερά που έδωσαν οι γεωτρήσεις, με όμορφα άνετα σπίτια και καλοζωϊσμένους ανθρώπους (σ. 8).
Στη συνέχεια, ο έμπειρος δάσκαλος κερδίζει την προσοχή των μαθητών-ακροατών του και σχολιάζει, στην υπόλοιπη διαδρομή, για το Βασιλειώνοικο και Χαλκειό, τον Ζυφιά και τ’ άλλα μέρη. Και
Ξαφνικά στρέφομε το Τσουμπάρι και προβάλλει μπροστά μας το χωριό που σου δίνει την εντύπωση μιας συνεχόμενης ξερολιθιάς από ένα σωρό σπίτια, το ένα στοιβαγμένο πάνω στ’ άλλο, με ανοιχτά πορτοπαράθυρα που σε εντυπωσιάζουν, γιατί φαντάζεσαι πως μόνο φτερωτοί άνθρωποι μπορεί να κατοικούν εκεί.
Σε λίγα λεπτά βρισκόμαστε σταματημένοι στη μικρή πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα με τα καφενεία και τους καλόκαρδους κατοίκους, οι οποίοι με κάποια περιέργεια κοιτάζουν να μάθουν «ποιος ήρτεν αφ’ τη Χώρα» (σ. 8-9).
Ακούω χωρίς να κουράζομαι τις πρώτες πληροφορίες για τον Άγιο Γιώργη: για τους σημερινούς του κατοίκους, για το όνομα του χωριού χάρη στο παλιό μοναστήρι τής περιοχής και για τον παμπάλαιο κώδικα του 1518 που αντιγράφτηκε το 1806, γεμάτο πολύτιμες μαρτυρίες για την παλιά ιστορία, την τοπογραφία και τη γλώσσα. “Ο Άγιος Γιώργης από Μοναστήρι αρχίζει να γίνεται χωριό”, είναι μια χαρακτηριστική φράση του Μαυρογιώργη. Μαθαίνουμε σιγά σιγά από εκείνον για τα χρόνια μετά το 1518, ενώ συνδέεται με δεξιοτεχνία η ζωή του χωριού με την ιστορία όλου του νησιού: γενοβέζικη κυριαρχία, κατοχή των Τούρκων, επανάσταση και σφαγή το 1822, αλλά και χαρμόσυνες μέρες της απελευθέρωσης, ενενήντα χρόνια αργότερα.
Ο δάσκαλος διηγείται, σχολιάζει, συνδέει, κρίνει – απαντά ακόμη και στις ερωτήσεις που θα του κάναμε. Και μας δείχνει συχνά τοπία, φωτογραφίες, ντοκουμέντα. Οι ιστορικές του πηγές είναι σοβαρές και η διασταύρωση και η κριτική τους ευφυής. Κι ας λέει ο Μαυρογιώργης στην αρχή του έργου του πως δεν υπάρχουν επιστημονικές βλέψεις κι ότι έχει επίγνωση παραλείψεων και άλλων ατελειών.
Ακούμε λοιπόν, συχνά, ονόματα σπουδαίων λογίων, που βλέπουμε και στο τέλος του Α΄ τόμου, στη Βιβλιογραφία με τις πηγές και τα βοηθήματα: Κοραής, Ζολώτας, Βίος, Άμαντος. Αλλά και επιφανών ξένων: Περνό, Φιστέλ ντε Κουλάνς, Σμιθ, Κάρλ Χόπφ. Ακούμε αριθμούς παλιών χιώτικων κωδίκων και αναφορές σε Αρχεία και μεταγενέστερες εφημερίδες του νησιού. Ο Παντελής Μαυρογιώργης έχει μελετήσει συστηματικά την ιστορία όλης της Χίου – γι’ αυτό και παρουσιάζει ένα γερό ιστορικό κάδρο όταν μιλάει για το χωριό του και τα Μαστιχόχωρα. Μας φαίνεται φυσικό, όταν λέει “τολμώ να διατυπώσω τη γνώμη”, ή “έχω τη γνώμη ότι γίνεται κάποια σύγχυση”, καθώς διορθώνει ουσιαστικά ορισμένους μελετητές ή φθάνει σε ένα νέο συμπέρασμα.
Ξαναγυρίζοντας στην ανάγνωση του βιβλίου, βλέπω το κεφάλαιο “O Άγιος Γιώργης στις σφαγές της Επανάστασης”. Είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της επιστημονικής ανησυχίας του συγγραφέα. Αναφέρεται στην επανάσταση της Χίου, παραθέτει στη συνέχεια απόσπασμα από την “Απολογία” του Σαμιώτη Λυκούργου Λογοθέτη, δίνει το λόγο στον Βαχίτ Πασά που διηγείται από τη δική του πλευρά τα γεγονότα και ύστερα παραθέτει στοιχεία από τα “Απομνημονεύματα” του Γρηγορίου Φωτεινού· ακόμη, πολύ ενδιαφέρουσες αφηγήσεις Αγιωργούσων σύγχρονων της σφαγής, εντυπώσεις περιηγητών, αλλά κι ένα δημοτικό τραγούδι για τη μεγάλη καταστροφή.
Τα αποσπάσματα και τα σχόλια του συγγραφέα μάς μεταφέρουν νοερά πίσω στο χρόνο – στις μέρες του μεγάλου σεισμού το 1881, στον ευφρόσυνο Νοέμβριο του ’12 κ.λ.π. Φυσικά, σε κάθε θέμα με ευρύτερο χιακό ενδιαφέρον, ο Αγιωργούσης αναγνώστης ενημερώνεται με πληρότητα για το γενέθλιο τόπο του και τη ζωή των συγχωριανών του.
Ιστορία όμως δεν είναι μόνο τα πολεμικά γεγονότα ή οι φυσικές καταστροφές. Την ιστορία γράφει η κοινωνία των ανθρώπων και στην καθημερινή ζωή. Διαβάζουμε πώς έφτιαχναν το σπιτικό τους οι Αγιωργούσοι, πώς ο κόπος του αγρότη οδηγούσε στην ποθητή συγκομιδή (σύκα, ρακί, κρασί, λάδι, μαστίχι), πώς δούλευαν οι μυλωνάδες κι οι καμινάρηδες. Παρακολουθούμε τις νοικοκυρές να ζυμώνουν, να υφαίνουν, να καβουρντίζουν τον καφέ· ακούμε το χτύπο του αργαλειού και τα τραγούδια της υφάντρας…
Η εξιστόρηση προς το τέλος αφορά νεότερες εποχές και οι γραπτές πηγές πληθαίνουν · μέσω του συγγραφέα παίρνουμε γεύση από τα πανηγύρια του χωριού κι ενημερωνόμαστε για τα σχολεία του, τους δασκάλους, τις εκκλησίες και τους νοτάριους. Ακόμη και οι διαθήκες, τα προικοσύμφωνα κι άλλα έγγραφα συναλλαγών μάς δείχνουν τον παλμό και τις προσδοκίες των χωριανών. Ο Μαυρογιώργης μάς ξαφνιάζει ευχάριστα εδώ κι εκεί με τη βιωματική του περιγραφή. Σαν να τον ακούμε να διηγείται: “Στην πόρτα του καφενείου του Σταυρή του Στρούμπου είδα κολλημένο ένα χαρτί· πλησιάζω και διαβάζω […] Ουδείς επιτρέπεται να κυκλοφορεί εις τας οδούς μετά την 21ην ώραν […] Πάσα πράξις διαταράξεως της τάξεως τιμωρείται δια θανάτου […] κλπ, κλπ. Εν Χίω 5 Μαΐου 1941”. Θα ήταν τότε ο νεαρός Παντελής 17 χρόνων.
Κυλάνε τα χρόνια. Πείνα, Μέση Ανατολή, Απελευθέρωση, Εμφύλιος, Μετανάστευση, Ο Άγιος Γιώργης σήμερα. Λέει ο αφηγητής: “Ο μισός Άγιος Γιώργης βρίσκεται στο χωριό κι ο άλλος μισός στην Αμερική και τα άλλα μέρη”.
Προς το τέλος διαβάζουμε: “πρέπει να ομολογήσω ότι μέσα στη δική μου ψυχή κατοικεί το παλιό χωριό με την ξένοιαστη ζωή των παιδικών μας χρόνων”. Ο Μαυρογιώργης μιλάει σαν Αγιωργούσης, σίγουρα όμως χωρίς ίχνος τοπικισμού. Πριν κλείσουμε τον Α΄ τόμο, διαβάζουμε κάτι που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να ελαφρύνει την ιστορική διήγηση. Φανταστείτε τον παιδάκι, καθισμένο σε μια ξερολιθιά, ν’ αγναντεύει εκστατικό τον ορίζοντα – σαν σε παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Από μακριά φαίνεται κρεμασμένο [το χωριό] στα φρύδια του βουνού· κι από κει πάνω ανοίγεται προς τα ανατολικά ένα συναρπαστικό και πλούσιο σε εναλλαγές τοπίο, που αγκαλιάζει τον Κάμπο με τα Καμπόχωρα, με τα υψώματα του Κορακάρη και τον Άγιο Μηνά και προχωρεί παρασέρνοντας τα μάτια πάνω στα νερά του Αιγαίου, τη μονοτονία των οποίων σπάνε τα νησάκια «Πάσπαργος», με το νυχτερινό του φάρο ν’ αναβοσβήνει, και το άλλο νησί το «Γούνι». Από δω ξανοίγεις ακόμη την Ανατολή, κι αναστενάζεις καθώς βλέπεις κατάντικρα την αρχαία Ιωνία, το Μίμαντα, ψηλό βουνό, που το ονομάζουν σήμερα από τα Τουρκικά, Καράπουρνο, το Άργμεννο (δηλαδή τα άσπρα χώματα της Μικράς Ασίας), την ελληνική πόλη Κρήνη που τη λένε σήμερα Τσεσμέ, τ’ Αλάτσατα, την Κάτω Παναγιά κι άλλες μικρές πολίχνες.
Το θέαμα στις νυχτερινές ώρες μοιάζει από δω πάνω να γίνεται παραμυθένιο, κάτω από το φως του φεγγαριού και τα σκόρπια ηλεκτρικά φώτα που σημαδεύουν τη ζωή των χωριών, κεντημένα πάνω στο μαύρο αστάρι της νύχτας (σ. 10).
Το δεύτερο βιβλίο, με τον υπότιτλο “Λαογραφικά-Τοπωνυμικά”, που εκδόθηκε κι αυτό στη Χίο, το 1991, με δαπάνη του Μορφωτικού Συλλόγου του Άι-Γιώργη, είναι αφιερωμένο στον παλιό δάσκαλο Αλέξανδρο Γαλανό. “Και τα λαογραφικά δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ιστορική αφήγηση της ζωής του χωριού με τις ιδιαιτερότητές της”, υπογραμμίζει στην αρχή ο εκπαιδευτικός μας. Αν στον Α΄ τόμο ήταν εμφανής η προσπάθεια να ξεκουράζεται ο αναγνώστης με διάφορους τρόπους, εδώ η αφήγηση κυλάει τόσο φυσικά και ακούραστα, που, χωρίς υπερβολή, δεν έχει διάθεση ν’ αφήσει κανείς το διάβασμα πριν φτάσει στο τέλος.
Ο κυρ Παντελής γράφει “από καρδιάς”, αναθυμάται τη ζωή και τα ήθη του παλιού καιρού κι ακούει, μεγάλος πια, τις γοητευτικές ιστορίες των παλιών συγχωριανών· όλα αυτά δίνονται σε φόντο έργων από σημαντικούς Έλληνες λαογράφους καθώς και ιστορικών πηγών της αρχαιότητας, τις οποίες ο ίδιος κατέχει απόλυτα. Ζωντανεύουν λοιπόν μπροστά μας σκηνές, γνώριμες στους πιο μεγάλους, ευχάριστες όμως σε όλους:
- για τα μικρά παιδιά (γέννα, νανουρίσματα, βαφτίσια)
- για το σμίξιμο των ανθρώπων (προξενιό, αρραβώνες, στεφανώματα, χαρές και γλέντια
- αλλά και για τον καημό της απώλειας.
Την αμεσότητα της διήγησης, που δείχνει την εξοικείωση του συγγραφέα με τη ζωή του χωριού κι ας έμενε στην πόλη, διακόπτουν πολλές σύντομες παρεμβάσεις και σχόλια.
Η Κυριακή του γάμου. Πομπή προς την εκκλησία
Όλοι οι Αγιωργούσοι παντρεύονται απόγεμα Κυριακής στην πρωτοεκκλησιά του χωριού μας. Από νωρίς το απόγευμα συγκεντρώνονται κοπέλες φιλονάδες για να στολίσουν τη νύφη και να της τραγουδήσουν τα προγαμήλια τραγούδια που γεμίζουν την ατμόσφαιρα από χαρές, συγκινήσεις και δάκρυα «έτσι που να μη γίνεται γάμος άκλαυτος».
Κι οι τρυφερές φωνές των κοριτσιών ακούονται να λένε
Συντρόφιτσά μου γκαρδιακή
κι αγάπη μου μεγάλη
σήμερι θα σου βάλουνε
ολόχρυσο στεφάνι.
Μια ταμπακέρα του πασά
ήταν ετούτη η κόρη
ούτ’ άνεμος την ήβλεπεν
ούτ’ ήλιος την εθώρει
και πολλά άλλα.
Ήταν συνήθεια στο χωριό η νύφη να γράφει τα ονόματα αυτών των κοριτσιών κάτω από τα παπούτσια που θα φορούσε, γιατί έτσι θα άνοιγε, και σε κείνες, όπως πίστευαν, σύντομα το δρόμο του γάμου.
Έχω ακουστά πως παλιά στο χωριό οι νύφες φορούσαν «στόφφες», μια επιβλητική τοπική ενδυμασία που δεν είναι τώρα ώρα για να την περιγράψω.
Σε κατοπινά χρόνια τη στολή αυτή την αντικατέστησαν με τα λεγόμενα «ατλάζια». Προσωπικά έφτασα να φορούν οι νύφες τον συνηθισμένο ποδήρη λευκό χιτώνα που φοριέται μέχρι σήμερα. Ακόμη φορούσαν ένα τούλινο πέπλο που εκάλυπτε το κεφάλι, εκτός από το πρόσωπο. Πιανόταν με γιρλάντα και έπεφτε πίσω στην πλάτη μέχρι τα άκρα των ποδιών. Αυτό σήμερα το έχουν καταργήσει.
Υποψιάζομαι ότι ο πέπλος αυτός είναι κατάλοιπο νυμφικής καλύπτρας που κρατά από την ελληνική αρχαιότητα. Στην τραγωδία του Αισχύλου «Αγαμέμνων» ακούμε τη μάντισσα Κασσάνδρα να λέγει πως ο χρησμός της δεν θα είναι μισοδιάφανος, όπως φαίνεται πίσω από τα καλύμματα το πρόσωπο της νιόπαντρης νύφης. Ο αρχαίος λόγος έχει ως εξής:
«Και μην ο χρησμός ουκ εκ καλυμμάτων έσται δεδορκώς,
νεογάμου νύμφης δίκην» (στίχ. 1177-78) (σελ. 24).
[Τα κείμενα βέβαια που ακούμε, είναι αποσπασματικά εξαιτίας της έλλειψης χρόνου και δεν δείχνουν δυστυχώς την πληρότητα και την τελείωση κάθε θέματος που υπάρχει στο βιβλίο].
Έχουν ενδιαφέρον οι γλωσσικές παρατηρήσεις σε λαϊκές αντιλήψεις (ο Άγιος Στυλιανός “στελιώνει” τα παιδιά και γίνονταν τάματα στον Άγιο Αιμιλιανό “για να μιλήσουν” όσα αργούσαν) και είναι αξιοπρόσεκτες οι συνδέσεις με την αρχαία παράδοση. Μεγάλη έκταση δίνεται στις γιορτές και τις ομαδικές εκδηλώσεις των συγχωριανών· όλοι είναι συμμέτοχοι, συμπάσχοντες και κυρίως συνεορτάζοντες. Οι μέρες της αποκριάς χρωματίζονται με το λεπτό χιούμορ και τη συγκρατημένη περιγραφή του συγγραφέα. Οι αναμνήσεις του κυριαρχούν:
Θυμούμαι παιδάκι, πόσο τρόμο έπαιρνα με όλα όσα έβλεπα μέσα στου Μπου. Θυμούμαι τον Νίκο τον Ξύδα να έχει καλύψει το πρόσωπό του με το μετωπικό οστούν μιας βουδοκεφαλής που κατέληγε σε τεράστια κέρατα, όντας έτσι πραγματικός όχι μασκαράς αλλά μοσκαράς.
Φορούσε μια μαύρη κελεμπία και στριγλούσε παράξενα σε μια γωνιά του Μπου, προσποιούμενος τους πόνους της γέννας και έχοντας τα σκέλη ανοιχτά, ενώ ένας δεύτερος, μώρος καμωμένος προσπαθούσε δήθεν να τον ξεγεννήσει παίζοντας το ρόλο του γιατρού.
Μια άλλη φορά ο Σταμάτης ο Κουνιός με παλιά ρούχα αξιωματικού καθισμένος σ’ ένα κουτσό γάδαρο έδινε με σπαρταριστό ύφος διαταγές στους στρατιώτες του, που φορούσαν παλιές στρατιωτικές στολές και κρατούσαν παλιοκαραμπίνες, ενώ κάποιος με μια παλιά σάλπιγγα σκορπούσε τρομαχτικά σαλπίσματα, και τότε ζάρωνα μέσα στα πόδια του πατέρα μου (σελ. 63-64).
Σε άλλα σημεία βλέπουμε παιγνιώδη αυτοκριτική: “Στον Άγιο Γιώργη συγκατοικούμε σχεδόν με τα φαντάσματα και τις γελλούδες”.
Παρέλαση κάνουν μπροστά μας οι αξέχαστοι τύποι του χωριού, χαμογελούμε με τα γιατροσόφια και τα γητέματα κι ακούμε προσεκτικά τις παροιμίες, τις παραδόσεις και τις ιστορίες των παραμυθάδων. Και απολαμβάνουμε την ντοπαλαλιά των αφηγήσεων προσέχοντας ωστόσο τις ιδέες των παλαιών σε βασικά ζητήματα: στο μόχθο για επιβίωση και ευδοκίμηση, την ξενιτιά, τον έρωτα, τη φιλία ή την προδοσία, την αντρειωμένη στάση στη ζωή…
Ένα δυνατό σημείο του δεύτερου τόμου είναι τα τραγούδια του χωριού. Κείμενα αυθεντικά, αρκετά από τα οποία άκουσε ο ίδιος ο γράφων ζωντανά ή του τα τραγούδησαν για το σκοπό της έρευνάς του οι χωριανοί. Όπως οι πεζές αφηγήσεις, έτσι και οι έμμετρες συνθέσεις αποτυπώνουν, με το δικό τους τρόπο, τις χαρές και τα βάσανα των ανθρώπων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν για τη δύναμη των εικόνων και το δραματικό τους χαρακτήρα οι παραλογές ή αλλιώς μπαλάντες, που τραγουδιόνταν στον Άγιο Γιώργη (όπως και σ’ άλλα μέρη, παρόμοιες). Ακούμε “ το σκλαβόπουλο”:
Έναν γκαράβιν έρκεται ανάμεσα πελά(γ)ου
έχει σκλαβάκια ελυτά, σκλαβάκια ’χει δεμένα,
μα ’να (μα ένα) σκλαβάκι ψυχερό βαριά αναστενάτζει.
Μέσα στημ μέσην του γιαλού εστάθην το καράβι
κι καπετάνιος αρωτά, τους ναύτες του ξετάτζει.
-Τίς ήταν που νεστέναξεν γκαι στάθην το καράβι.
Αν είν’ απέ τους ναύτες μου, ας πά ψωμοπεινάσουν
κι αν είν’ αφ τους λεβέντες μου, τσόχαν να τους εντύσω
μ’ αν είν’ αφ τα σκλαβάκια μου, να πά να λευτερώσω.
- (Δ)έν είν’ απέ τους ναύτες τσου μήδ’ απέ τους λεβέντες
μόνον ένα σκλαβόπουλο κλαίει κι αναστενάτζει.
- Σκλάβε πεινάς; σκλάβε διψάς; και κλαις κι αναστενάτζεις;
- Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μηδέ ρούχα μου λείπουν.
Ήμουν τριών ημερών γαμπρός, δώδεκα χρόνια σκλάβος
και τώρα τη γυναίκαμ μου άλλος την ευλογιέται.
Δεν το ’χω πως παντρεύγιεται, μηδέ πως ευλογιέται
Μόνον μπου παίρνει άντρα της τον πιο μεγάλ’ οχτρόν μου.
- Σκλάβε μου, γιά τραγούδησε και να σ’ ελευτερώσω.
- Λεφτοκαργιάν εφύτεψα στης φυλακής τημ πόρτα
και λεφτοκάρυν ήκοψα και λευτεργιά δεν είδα
και πάλι για τηλ λευτεριά το αίμα μου να χύσω.
- Σκλάβε μου άμε στο καλό και σκλάβος πια δεν είσαι.
Ώς να τωμ πει «Έχετε γεια» πήγε σαράντα μίλια
κι ώς να του πουν «Ώρα καλή» πήγεν εκατόδ δέκα.
Στη στράτα όπου πήαινε στη στράταν όπου λάλει
καλογεράκιν τ’ απαντά κι ήσκαβγεν έν’ αμπέλι.
- Ώρα καλή καλό(γ)ερε, «Καλώς τον το στρατιώτη».
- Για πε μου, πε μου, γέροντα, τίνος είναι τ’ αμπέλι;
- Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γυιού μου του Γιαννάκη
που ’τονε τριώμ μερών γαμπρός, δώδεκα χρόνια σκλάβος,
σήμερα τηγ γυναίκαν του άλλος την ευλογιέται.
- Για πε μου, πε μου, γέροντα, πλακώνω στα βλογίδια;
- Αν είν’ ο μαύρος σου γοργός πλακώνεις στα βλοΐδια
μ’ αν είν’ ο μαύρος σου αργός πλακώνεις στα φαΐδια.
Δίνει βιτσιάν του μαύρου του, πλακώνει στο ποτάμι.
Μιαν γκαλογρίτσαν απαντά, πλύνει κι αναστενάτζει.
- Ώρα καλή σου καλογριά, τίνος είναι τα ρούχα;
- Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γυιού μου του Γιαννάκη
που ’τονε τριώμ μερώγ γαμπρός, δώδεκα χρόνια σκλάβος
σήμερη τηγ γυναίκαν του άλλος παντρολογάται.
- Για πε μου, πε μου, καλογριά, πλακώνω στα βλογίδια;
- Αν είν’ ο μαύρος σου γοργός, πλακώνεις δέ πλακώνεις.
Ο μαύρος του χιλιμουντρά κι η κόρη τον γνωρίτζει.
- Λύσε τα στέφανα παπά, διώξετε την γκουμπάρα
Κι ο μαύρος που χιλιμουντρά είν’ του δικού μου άντρα.
Τούτος είναι κι ο άντρας μου κι ο αγαπητικός μου
Και η δεξιά μου αγκαλιά κι ο ευλογητικός μου (σελ. 212-213).
Καταλαβαίνουμε λοιπόν, κλείνοντας το βιβλίο, την έντονη φόρτιση που προκαλούσε η λαϊκή μούσα, όπως και την ομολογία του συγγραφέα (για ένα άλλο στιχούργημα) : “από μικρό παιδί, όταν το τραγουδούσε η μάνα μου σιωπούσα για να το ακούσω, γιατί ένοιωθα να με διαπερνούν ρίγη συγκινήσεως”.
O Παντελής Αναστασίου Μαυρογιώργης έγραψε δύο υποδειγματικά, μπορεί να πει κανείς, βιβλία για το χωριό του. Τα γραφόμενά του, σε μια ισορροπία επιστημονικών γνώσεων, κριτικής προσέγγισης και αποκάλυψης συναισθημάτων, ενημερώνουν, διδάσκουν και “ψυχαγωγούν” (με την αυθεντική έννοια της τελευταίας λέξης)· γιατί προβάλλουν και ερμηνεύουν το φαινόμενο της ζωής και του φυσικού της κύκλου στην πνευματική της διάσταση μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία.
Επειδή έχουν εξαντληθεί τα αντίτυπα, θερμά προτείνω την επανέκδοσή τους. Μαζί θα έχει θέση και ένα τρίτο μικρότερο βιβλίο, “Το Χιακό γλωσσάρι” με υλικό κυρίως από τον Άγιο Γιώργη, που με πολύ μόχθο επιμελήθηκε ο συγγραφέας μας αλλά δίστασε ή δεν πρόλαβε να το εκδώσει.
Ο άνθρωπος μένει στη μνήμη των άλλων από το έργο που άφησε πάνω στη γη: τα παιδιά, την οικογένεια, τη δράση, τα βιβλία του. Και την αξιοπρέπειά του. Για όλα αυτά ο αγαπητός μας καθηγητής, συμπολίτης και φίλος κέρδισε μια θέση στην καρδιά μας.
Νίκος Στουπάκης, δ.φ.
































