
Οι πολλοί άγνωστοι αριθμοί που εμφανίστηκαν στην οθόνη του τηλεφώνου μας το πρωί της Πέμπτης 4 Οκτωβρίου 2014 με ψύλλιασαν πως κάτι δεν πήγαινε καλά, αφού δεν περίμενα κανένα τηλεφώνημα από το εξωτερικό… Και δεν έπεσα έξω καθώς ακούστηκε η φωνή της Σοφίας, της κόρης του Πάνου Καρασούλη, από το μακρινό Βανκούβερ. Και το επόμενο δευτερόλεπτο περίμενα τι θα ακούσω: «Ο μπαμπάς πέθανε» είπε με σπασμένη φωνή και τη στιγμή εκείνη «έσπασε» και η δική μου. Μια ίωση τον ταλαιπωρούσε τις τελευταίες μέρες, ένιωθε πολύ αδύναμος, είχε χάσει τη διάθεσή του και εκείνο το πρωινό, μόλις σηκώθηκε, κατέρρευσε και κατέληξε… Όρθιος, όπως όρθιος, παλληκάρι και αγωνιστής ήταν σε όλα τα 94 χρόνια που έζησε.
Από σήμερα και για τις τρεις επόμενες Τρίτες η εκπομπή «Ανθρώπινες Διαδρομές» θα είναι αφιερωμένη στη μνήμη του. Σαν ένα λιτό μνημόσυνο σε συνεντεύξεις που μου είχε δώσει τον Δεκέμβρη του 1995…
Έτσι μας άφησε χρόνους και ο κύριος Πάνος, από τους τελευταίους επιζώντες μιας ηρωικής γενιάς. Της γενιάς της Εθνικής Αντίστασης, την οποία ο ίδιος τιμούσε και στα κατοπινά χρόνια μέχρι που έφυγε για την ξενιτιά, αλλά ούτε εκεί την ξέχασε. Μας τη θύμιζε στις επετείους με τα γραπτά του. Ο κυρ-Πάνος που μπορεί να ήταν μικρός το δέμας, αλλά απέδειξε πως όσο μπόι του έλειπε τόση γενναιότητα έκρυβε στα στήθια του. Στα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής, ως ασυρματιστής, όταν ήρθε κρυφά στη Χίο με τον Ιάσονα. Όταν κρατούσε ένα υποτυπώδες ημερολόγιο και τα ιστορικά γεγονότα τα μετέφερε στο βιβλίο του για την Εθνική Αντίσταση, το οποίο έκανε και δύο εκδόσεις. Και μάλιστα εκ των υστέρων βρήκε και άλλους συναγωνιστές του και κατέγραψε με υπομονή και επιμέλεια και τις δικές τους μαρτυρίες… Κι ένα ακόμα τα "Ημερολόγια ασυρμάτου" υπό μορφή βιογραφίας. Ήταν παθιασμένος με τη δημοκρατία και την ελευθερία.
Ο Πάνος Καρασούλης ήταν ένας γλυκός, σοβαρός, απλός, αθόρυβος άνθρωπος. Είχα την τύχη με έχω τακτική επαφή μαζί του κι εδώ και στην ξενιτιά και είμαι ευτυχής που με τιμούσε με τη φιλία του και με αγαπούσε. Ήταν η ζωντανή ιστορία μας. Αιωνία η μνήμη του!
Του Δημήτρη Φρεζούλη




































