Μαρτυρία για την 21η…

Τετ, 21/04/2021 - 09:55

21η Απριλίου σήμερα και ας ταξιδέψουμε στο 1967 να δούμε μέσα από τη μαρτυρία του αγαπητού αξέχαστου συγχωριανού (Θυμιανούση) ράφτη Κώστα Πλακωτάρη πώς βίωσε την πρώτη ημέρα, όπως την είχα καταγράψει παλιά… Ένα λιτό μνημόσυνο στη μνήμη του.  

   «Πρώτη μέρα, πάω στο ραφείο και ακούω απ’ το πρωί, εμβατήρια. Κατάλαβα… Δικτατορία. Καρφιτσώνω πάνω στα ρούχα τίνος είναι το ένα, τίνος είναι το άλλο και στέλνω στα σπίτια τους όσα ήτανε έτοιμα. Στα άλλα βάζω χαρτάκια πάνω. Το μεσημέρι πάω να φάω, και στο γυρισμό βλέπω τον Γιώργη το χωροφύλακα. Ένας χοντρός ήτανε, καλό παιδί. Καλή του ώρα. Με κοίταζε από το σπίτι του από την βεράντα. Λέω, πώς με κοιτάζει αυτός έτσι. Σαν να ήθελε να μου πει κάτι.

   Προχωρώ. Βγαίνοντας από του Λαϊνά έξω το στεναδάκι βλέπω κάτω από το σταθμό (ήταν απέναντι από το φούρνο Ψαρρού) μια κούρσα. Λέω, από μέσα μου, αυτή είναι για μένα. Θα με πιάσουνε, την πρώτη μέρα κιόλας; Δεν το περίμενα. Αλλά άμα είδα την κούρσα, είδα και το χωροφύλακα, λέω για μένα είναι αυτοί.

   Πράγματι, περνώντας το μπακάλικο του Αφεντή, βγαίνει από πίσω μου ο Στρατής ο χωροφύλακας και από μπρος βγαίνει ο νωματάρχης, απ’ του Κόρμαλου το μπακάλικο. Και με βάζουνε μες στη μέση. Κι από πίσω ο Γιώργης ο χοντρός.

   Με πάνε απάνω στο σταθμό, με ψάχνουνε. Εγώ διαμαρτυρόμουνα. Ο χοντρός ο χωροφύλακας, μου λέει, μην τους μιλείς. Λέω, τι, θα με σκοτώσουνε; Λέει, μην τους μιλείς. Φύγανε αυτοί κάποια στιγμή και μου είπε αυτή την κουβέντα ο Γιώργης.

   Ημουν με το πουκάμισο και με πήγανε στην Ασφάλεια Χώρα... Με το που μπαίνω μέσα στο κρατητήριο βλέπω, 8 ανθρώπους κι εγώ εννιά. «Γεια σας βρε παιδιά! Δόξα τω Θεώ» λέω, «καλά κι είναι κι ετούτοι και κάμνουνε καμιά δικτατορία κι ανταμώνουμε, γιατί είχα να σας δω 2-3 χρόνια. Κρουαζιέρα ανά τας νήσους, όλα πληρωμένα. Το συσσίτιο, ύπνος, όλα πληρωμένα». Τώρα πού θα μας πάνε. Λογαριάζαμε πως θα μας πάνε στον Άγιο Στράτη, δεν λογαριάζαμε Γυάρο.

   Μείναμε εδώ λίγο καιρό, στις φυλακές. Άξαφνα λένε για μεταγωγή. Νύχτα.  Πού μας πάνε παιδιά. Νομίζαμε ότι πάνε να μας σκοτώσουνε. Εγώ λέω, στους στρατώνες μας πάνε, πού μας πάνε. Μας είχανε ξαναπάει στους στρατώνες το ’48. Μας πάνε στις φυλακές της Χίου, εδώ. Οι φαντάροι μας φέρνανε φαΐ, ένα καζάνι, τρεις με τα αυτόματα, ένας ανθυπολοχαγός επικεφαλής και περνούσανε και μας δίνανε φαΐ. Μας βάλανε σ’ ένα αρματαγωγό μέσα να μας πάρει ταξίδι.

   Στη δικτατορία ούτε να μιλήσεις μπορείς και ο καθένας απ’ αυτούς μπορεί να σηκώσει το πιστόλι και να σε σκοτώσει. Πικρό φαρμάκι, την ώρα που με πηγαίνανε. Γιατί ανθρώποι είμαστε. Είναι στιγμές και στιγμές. Είναι στιγμές που σε πνίγει. Λες, δηλητήριο, πού με πάνε, γιατί; Κι είναι και άλλες στιγμές που το ρίχνεις στην τρελή, λες δεν βαριέσαι. Μας πήγανε στη Γυάρο.

   Αύριο η συνέχεια από τη Γυάρο…

Σχετικά Άρθρα