Τα ξεχάσαμε;

Παρ, 19/03/2021 - 09:44

Το παρακάτω κάπου το διάβασα και το είχα κρατήσει στο αρχείο μου για όλους εκείνους που ισχυρίζονται ότι τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι περνούσαν καλύτερα από σήμερα… Το ερώτημα είναι ποια ήταν εκείνη η καλοσύνη, αν εξαιρέσει κανείς πως ήταν πιο «δεμένοι» μεταξύ τους, αν και τότε δεν έλειπαν οι κακίες και τα μίση. Πέρασαν τα χρόνια και οι περισσότεροι, με μια δόση νοσταλγίας, ξεχάσαμε όλα όσα έκαναν τη ζωή δύσκολη πριν τη δεκαετία του ‘ 70… Και το 53% σε ένα γκάλοπ είπε ότι τη δεκαετία του ‘ 60 περνούσαμε καλύτερα…

Ξεχάσαμε ότι η νεογνική και παιδική θνησιμότητα ήταν τεράστια. Σχεδόν 2 στα 10 παιδιά πέθαιναν πριν ενηλικιωθούν. Πολλές γυναίκες πέθαιναν στη γέννα. Αλλά κάναμε πολλά παιδιά, οπότε μας περίσσευαν.

Λέμε οι πόλεις και τα χωριά ήταν υπέροχα, γραφικά. Ξεχάσαμε τους χωματόδρομους παντού, όπου τα παιδιά έπαιζαν ευτυχισμένα, μιας και λίγα πήγαιναν σχολείο. Όταν είχαν να φάνε βέβαια. Ή όταν δεν δούλευαν από 12 χρονών.

Τα σπίτια ήταν απλά, λιτά, απέριττα. Συνήθως παράγκες, οι τυχεροί είχαν πέτρινα που το χειμώνα είχαν «υπέροχη» μούχλα και υγρασία ενώ η απουσία αφρόλουτρων και σαπουνιών τους γλύτωνε πολύτιμο χρόνο. Δεν υπήρχαν τουαλέτες μέσα στα σπίτια και απολάμβαναν την υπέροχη αφόδευση στην ελληνική ύπαιθρο.

Οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν ειλικρινείς. Η γυναίκα ψήφιζε ό,τι και ο άντρας. Έπαιρνε και το όνομα του, όχι μόνο το επώνυμο αλλά και το μικρό. Μήτσαινα, του Δημήτρη, Γιώργαινα του Γιώργη.

Δεν υπήρχε αυτισμός και κατάθλιψη. Ο τρελός της γειτονιάς ή του χωριού ήταν ένας από εμάς. Τον κοροϊδεύαμε ή του πετούσαμε πέτρες και περνούσαμε πολύ ωραία.

Οι σχέσεις των ανθρώπων με τα ζώα ήταν επίσης «όμορφες». Δεν υπήρχαν αδέσποτα! Γιατί οι «καλοί» χωριάτες όποτε έβλεπαν αδέσποτο ή το πυροβολούσαν ή του έριχναν φόλα. Τα παιδιά επίσης έδεναν ντενεκεδάκια στην ουρά τους ή τα πιο μερακλίδικα τους έβαζαν και στουπί με φωτιά.

Κρέας τρώγαμε μια φορά το εξάμηνο και αν, οπότε δεν υπήρχε δυσκοιλιότητα και υψηλή χοληστερίνη. Ούτε καρκίνος. Ο κόσμος πέθαινε αγνά, από μια απλή ίωση, από πνευμονία, ελονοσία, διφθερίτιδα, κοκίτη. Και ζούσε έως τα 55 του. Ούτε σύνταξη, ούτε να ταλαιπωρείται στις ουρές των τραπεζών.

Οι καρδιές των ανθρώπων όμως ήταν κοντά γιατί περνούσαμε εκείνα τα υπέροχα βράδια. Ιδίως το χειμώνα τουρτουρίζοντας από το κρύο αγκαλιά όλοι μαζί για να ζεσταθούνε.

Τι τα θέτε τι τα γυρεύετε… Θαρρώ πως όσο μεγαλώνουμε θέλουμε να «επιστρέφουμε» σε εκείνα τα πρώτα χρόνια μας για να παρηγορούμαστε, επειδή οδεύουμε προς το τέλος. Μπορούν όμως να συγκριθούν τα τότε με τα σημερινά; Μην είμαστε παράλογοι και ας μη ξεχνάμε τι «τραβήξαμε»…

 

Του Δημήτρη Φρεζούλη

 

Σχετικά Άρθρα