
Οι βεγγέρες το χειμώνα και οι πεζούλες το καλοκαίρι ήταν οι κύριοι χώροι συνάντησης των γειτόνων κάποιες άλλες εποχές, όχι και τόσες μακρινές. Συναντήσεις στις οποίες όχι μόνο δεν επικρατούσε αφωνία αλλά το αντίθετο. Ήταν οι ώρες της ξεκούρασης από τον κάματο της μέρας, έδιναν την ευκαιρία στους γειτόνους και όχι μόνο να πουν τα «νέα» της ημέρας, καθώς τότε δεν υπήρχαν και τηλεοπτικά δελτία, να καταθέσουν τις εμπειρίες από τις ασχολίες τους, να κουτσομπολέψουν κιόλας, να κόψουν και να ράψουν, να περάσουν ευχάριστα.
Σε αυτές τις πεζούλες στρέφει την προσοχή του τούτη τη φορά ο αγαπητός Γιάννης Παϊδούσης με το νέο βιβλίο του «Καμπούσικες ιστορίες της πεζούλας και άλλα Χιώτικα». Ένας Παϊδούσης που για δεύτερη φορά μας εκπλήσσει ευχάριστα και είμαστε εν αναμονή και της… τρίτης έκπληξης γιατί έχει διάθεση και όρεξη να αποτυπώσει με επιτυχία όλα όσα χάνονται. Προηγήθηκαν οι «Καμπούσικες Ιστορίες της βεγγέρας» και τώρα σειρά πήραν εκείνες της πεζούλας.
Έτσι για δεύτερη φορά ο Γιάννης μας εντυπωσιάζει με την παράθεση όλων όσα έχουν σχέση με το παρελθόν που έχει περάσει στην ιστορία καθώς η μνήμη του παραμένει καταπληκτική. Όλα όσα ήταν ξεχασμένα έρχονται και πάλι στην επιφάνεια θυμίζοντας σε εμάς τους παλιότερους αλήστου μνήμης εποχές και στους νεότερους όλα όσα επηρέαζαν την καθημερινή ζωή των προγόνων τους.
Μένουν λοιπόν στην ιστορία αυτού του τόπου, όλα εκείνα που τα εξαφάνισε η εξέλιξη αλλά ήταν και αυτά που αποτελούσαν τον επιούσιο λίγων χρόνων πριν…
Πάνω από 200 ήταν οι ιστορίες της βεγγέρας που είχε καταγράψει ο Παϊδούσης στο πρώτο βιβλίο του. Ιστορίες απλές, απλοϊκές, λαϊκές, αστείες, σοφές κάποιες φορές, που οι περισσότερες προέρχονταν από μια καθημερινότητα που δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή. Όμως ο Γιάννης δεν αρκέστηκε μόνο στην ευτράπελη πλευρά των ιστοριών αυτών αλλά παρέθεσε και αντίστοιχες που καυτηρίαζαν συμπεριφορές και νοοτροπίες κάποιων καμπούσων περιβολάρηδων.
Στις ιστορίες της πεζούλας αλλάζει προσανατολισμό. Παραθέτει, με μαεστρία οφείλω να ομολογήσω, όλα όσα έχουν σχέση με το κτήμα και το σπίτι, ιδιαίτερα το Καμπούσικο, τις συνθήκες της ζωής αλλά και τις συνήθειες ανδρών και γυναικών τόσο μέσα στο σπίτι όσο και εκτός σπιτιού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενότητα που έχει σχέση με ό,τι αφορούσε τις ασχολίες των κατοίκων που παρατίθενται αναλυτικά ενώ στην ιστορία μένουν και όλα όσα μια φορά κι έναν καιρό είχαν σχέση με τις καλλιέργειες, τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν και που τώρα πια αποτελούν ανάμνηση. Και φυσικά περιλαμβάνονται και άλλες ιστορίες, κυρίως χιουμοριστικές, με παθήματα αλλά και με ευτράπελες καταστάσεις.
Οι «Καμπούσικες ιστορίες της πεζούλας» σε μια άρτια έκδοση του «άλφα πι» αποτελούν ένα ιστορικό ντοκουμέντο για να θυμίζει μιαν άλλη εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί. Μπράβο Γιάννη!
Του Δημήτρη Φρεζούλη





































