Χίος, Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου

Έρευνα DW: Το πρόβλημα των ελληνικών hot spots σε αριθμούς

Τρί, 18/12/2018 - 19:35

Οι ήδη απάνθρωπες συνθήκες στα κέντρα προσφύγων των ελληνικών νησιών επιδεινώνονται εδώ και μήνες. Σειρά μέτρων θα μπορούσε να βελτιώσει την κατάσταση, ωστόσο αυτά δεν λαμβάνονται.

Παρά τις όποιες προσπάθειες έχει καταβάλει η ΕΕ, άνθρωποι που αναζητούν άσυλο εξακολουθούν να καταφθάνουν στα ελληνικά νησιά. Μάλιστα ο αριθμός αυτών που φθάνουν στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου από την Τουρκία υπερβαίνει τον αριθμό εκείνων που αποχωρούν από αυτά, δημιουργώντας ασφυκτικές συνθήκες στα κέντρα υποδοχής προσφύγων, τα οποία, βάσει των στοιχείων που ανέλυσε η DW, στεγάζουν διαρκώς υπεράριθμους αιτούντες άσυλο.

Η διεθνής νομοθεσία προβλέπει οι αιτήσεις χορήγησης ασύλου να εξετάζονται ξεχωριστά. Παρά τη συνδρομή της Διεθνούς Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), ο αριθμός των αιτήσεων ανά αρμόδιο υπάλληλο έχει αυξηθεί σημαντικά στην Ελλάδα. Στις αρχές του 2013 σε κάθε υπάλληλο αντιστοιχούσαν 26 αιτούντες άσυλο, ενώ το 2017 ο αριθμός των αιτούντων ανά υπάλληλο εκτοξεύθηκε σε 88. Οι αρμόδιες αρχές ναι μεν αύξησαν το προσωπικό, ωστόσο αυτό δεν συνέβη αρκούντως γρήγορα.

 

Εγκλωβισμένοι στα ελληνικά νησιά

Βάσει της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό, όσοι  αιτούντες άσυλο φθάνουν στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας αλλά δεν πληρούν τα κριτήρια για χορήγηση ασύλου μεταφέρονται πίσω στην Τουρκία. Παρά την αισθητή μείωση του αριθμού των αφίξεων από τότε που η συμφωνία τέθηκε σε εφαρμογή, ο αριθμός όσων φθάνουν είναι μεγαλύτερος όσων αποχωρούν από τα ελληνικά νησιά. Μετά από δύο χρόνια εφαρμογής της συμφωνίας 2.367 άτομα που δεν πληρούσαν τα κριτήρια για άσυλο επέστρεψαν στην Τουρκία. Το πόσο μικρός είναι αυτός ο αριθμός καθίσταται σαφές αν αναλογιστεί κανείς ότι μόνο τον Οκτώβριο του 2018 3.370 άνθρωποι έφθασαν μέσω θαλάσσης στα ελληνικά νησιά, σύμφωνα με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

Η Τουρκία κάνει δεκτούς μόνον μετανάστες που φιλοξενούνται στα νησιά. Αυτός ο γεωγραφικός περιορισμός σημαίνει ότι οι ελληνικές αρχές δεν μπορούν να μεταφέρουν τους αιτούντες άσυλο σε δομές φιλοξενίας της ενδοχώρας προκειμένου να αποσυμπιέσουν τα hot spots των νησιών. Πάντως, παρακάμπτοντας τον συγκεκριμένο περιορισμό, οι αρμόδιες αρχές μετέφεραν 23.000 ευάλωτα άτομα –όπως αρρώστους, γυναίκες και παιδιά- στην ενδοχώρα μεταξύ Ιανουαρίου και Οκτωβρίου 2018, όπως είπε στην DW εκπρόσωπος του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Αναγνωρίζοντας μεν τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες, εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) δήλωσε στην DW ότι αυτές δεν επαρκούν: «Στο διάστημα των τελευταίων τριών μηνών η UNHCR βοήθησε την ελληνική κυβέρνηση να μεταφέρει 8.000 αιτούντες άσυλο από τα νησιά σε καλύτερα καταλύματα στην ενδοχώρα. Ωστόσο, περί τις 10.000 νέες αφίξεις μέσω θαλάσσης καταγράφηκαν την ίδια περίοδο. […] Η επίσπευση της μεταφοράς (σ.σ.: από τα νησιά στην ενδοχώρα) πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί προτεραιότητα».

 

Αργή μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες της ΕΕ

 

Ένας ακόμη τρόπος να ανακουφιστούν τα ελληνικά νησιά θα ήταν να μετεγκατασταθούν πρόσφυγες που έχουν γίνει δεκτοί από την Ελλάδα σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ, όπως προέβλεπε το πρόγραμμα μετεγκατάστασης που είχε εκπονηθεί το 2015. Εντός δύο ετών επρόκειτο να μετεγκατασταθούν από την Ελλάδα 50400 άτομα, όμως μέχρι τον Οκτώβριο του 2018 μόλις 21.999 άνθρωποι αποχώρησαν από το ελληνικό έδαφος προς άλλα κράτη-μέλη.

Εφόσον οι άνθρωποι δεν αποχωρούν από τα κέντρα υποδοχής, μια άλλη λύση θα ήταν η διεύρυνσή τους. Οι δομές στη Λέσβο, τη Σάμο και τη Χίο είναι αυτές που αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα προβλήματα υπεραριθμίας. Αν και τα κέντρα φιλοξενίας περιβάλλονται από κενές εκτάσεις, αυτές είναι ιδιωτικές, με τις ελληνικές αρχές να διστάζουν να προβούν σε επέκταση των hot spots, δεδομένων των αντιδράσεων και των εντάσεων που έχουν προκληθεί στα νησιά κατά των εγκαταστάσεων αυτών.

 

Αντιδρώντας στη σοβαρότητα της κατάστασης, η ΕΕ διέθεσε επιπρόσθετα κονδύλια στην Ελλάδα. Πέραν των προβλεπόμενων 561 εκ. ευρώ προς την Ελλάδα για το διάστημα 2014-2020, η Κομισιόν διέθεσε επιπλέον 948 εκ. ευρώ μέσω μηχανισμών έκτακτης χρηματοδότησης. Τα χρήματα διοχετεύονται σε προγράμματα βελτίωσης στη διανομή τροφίμων και στην ποιότητα των καταλυμάτων, σε βελτίωση των υποδομών και διάθεση μετρητών σε μετανάστες και πρόσφυγες.

Πάντως, τα συγκεκριμένα προγράμματα στήριξης των ελληνικών αρχών ήρθαν να επισκιάσουν υπόνοιες για παρατυπίες στη διάθεση μέρους των κονδυλίων της ΕΕ για το προσφυγικό στην Ελλάδα. Με τις σχετικές έρευνες να βρίσκονται σε εξέλιξη, η αρμόδια για την υπόθεση Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) αρνήθηκε να προβεί σε κάποια δήλωση για το θέμα.

Παρ’ όλα τα προβλήματα, οι τοπικές αρχές, ευρωπαίοι αξιωματούχοι και ο τοπικός πληθυσμός καταβάλλουν προσπάθειες να αποκλιμακώσουν την κατάσταση. «Τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα πρέπει να αναλάβουν δράση και όχι και αρνούνται να δουν όλο αυτό ως ευρωπαϊκό ζήτημα», υπογράμμισε στην DW ο Σταύρος Μυρογιάννης, υπεύθυνος στο κέντρο προσφύγων του Καρά Τεπέ. Κατά τη γνώμη του, εάν δεν δοθεί ευρωπαϊκή λύση, όσα εκατομμύρια κι αν δαπανηθούν, τα προβλήματα θα παραμείνουν.

Σχετικά Άρθρα

Εισήγηση Νότη Μηταράκη στο διεθνές συνέδριο του Economist
Πέμ, 12/12/2019 - 19:35

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα κατ’ αρχάς να σας συγχαρώ και να σας ευχαριστήσω που μου δίνετε την ευκαιρία να μιλήσω για τη νούμερο ένα πρόκληση που αντιμετωπίζουν ως έθνος, το δημογραφικό. 

Μια πρόκληση μου επηρεάζει το κράτος πρόνοιας, τις δαπάνες υγείας και κοινωνικής αλληλεγγύης.

Μια πρόκληση που καταφανώς επηρεάζει τα διανεμητικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, όπως εφαρμόζεται σήμερα στην χώρα μας, και στην κύρια και στην επικουρική ασφάλιση. 

Βέβαια να τονίσουμε ότι το δημογραφικό είναι δημιούργημα ενός ευτυχούς και ενός δυστυχούς γεγονότος. 

Το ευτυχές είναι ότι ζούμε περισσότερο. Και όπως συζητήσαμε την προηγούμενη εβδομάδα στον ΟΑΣΑ στο Παρίσι είναι κάτι για το οποίο πρέπει να γιορτάζουμε.

To 2005 ένας άντρας 65 ετών θα ζούσε ακόμα 17 χρόνια και μια γυναίκα 20. Σήμερα ένας αντίστοιχος 65αρης θα ζήσει ακόμα 18,5 χρόνια και μια γυναίκα 22, ενώ το 2070 θα έχουμε φτάσει τα 24 χρόνια για τους άντρες και τα 27 για τις γυναίκες.

Το δυστυχές είναι ότι γεννάμε λιγότερο. Το 2007 είχαμε 112.000 γεννήσεις και το 2018 μόλις 86.500. Αντιστοιχούν μόλις 1,38 παιδιά ανά γυναίκα, όταν ο δείκτης διατήρησης του πληθυσμού είναι στα 2,1.  

Ένα σύστημα διανεμητικό όπως έχουμε σήμερα χρειάζεται περίπου 4 εργαζόμενους για 1 συνταξιούχο για να είναι βιώσιμο.

Εμείς σήμερα έχουμε  περίπου 1,64 εργαζόμενους ανά συνταξιούχο και το 2070 θα έχουμε 1,25.

Εξαιτίας του δημογραφικού, με το σημερινό συνταξιοδοτικό, ο συντελεστής αναπλήρωσης εισοδήματος από 70% το 2019 θα πέσει στο 56% το 2070 σύμφωνα με τις ισχύουσες μελέτες.

Άρα, από δημογραφικής πλευράς, το σύστημα πιέζεται. 

Και αυτό πρέπει να το αντιμετωπίσουμε, όχι αύριο, ή σε 10 χρόνια, αλλά σήμερα.

Όπως έχει πει ο ίδιος ο Πρωθυπουργός είναι ένα διακύβευμα σχεδόν υπαρξιακό. 

Καταρχάς να καθησυχάσω ότι δεν έρχομαι να εξαγγείλω σήμερα αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Ήδη με μέση ηλικία συνταξιοδότησης το 2030 στα 65 έτη, η Ελλάδα βρίσκεται ελαφρώς πιο ψηλά από το μέσο ευρωπαϊκό όρο που είναι στα 64,7 έτη. 

Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, ήδη στο Υπουργείο Εργασίας σχεδιάζουμε μια σειρά από δράσεις με θετικό αντίκτυπο. 

Πρώτον σταματάμε να βλέπουμε τιμωρητικά την εργασία των ήδη συνταξιούχων, μειώνοντας την περικοπή των συντάξεών τους. 

Δεύτερον εργαζόμαστε για την ανάσχεση του brain drain. 

Ταυτόχρονα με κίνητρα και ελέγχους στηρίζουμε την πλήρη απασχόληση και τις τυπικές μορφές εργασίας, άρα και την εισφοροδότηση. 

Ωστόσο, όλα αυτά τα μέτρα είναι βραχυπρόθεσμα και πυροσβεστικά.

Δεν αντιμετωπίζουν την αιτία του προβλήματος, δηλαδή το ότι τα διανεμητικά συστήματα δε μπορούν να σηκώσουν αποτελεσματικά το βάρος του δημογραφικού. 

Χρειαζόμαστε συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, μεικτά. Στα οποία θα υπάρχει στάθμιση των διαφορετικών κινδύνων (δημοσιονομικός, δημογραφικός, επενδυτικός). 

Μεικτό σύστημα συνεπάγεται την εισαγωγή στοιχείων κεφαλαιοποίησης παράλληλα με το Pay-as-you go σύστημα.

Ταυτόχρονα, πρέπει και το ίδιο το κράτος να αναπροσαρμόσει το ρόλο του και τις πολιτικές του ως θεματοφύλακας και διαχειριστής της κοινωνικής ασφάλισης. 

Η αποκλειστική στροφή προς ιδιωτικά ή αμιγώς προαιρετικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης έχει αποδειχτεί διεθνώς, ανεπαρκής. 

Αυτή τη στιγμή είμαστε στο στάδιο που πρέπει να προχωρήσουμε από την απλή διαπίστωση στο σχεδιασμό και την πράξη.

Ανοίγουμε το διάλογο και προχωράμε αποφασιστικά σε συγκεκριμένες προτάσεις, γιατί το μέλλον είναι ήδη εδώ και πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. 

Σας ευχαριστώ.