Αισώπου μύθοι Μέρος 12ο

Τρί, 31/10/2023 - 06:14
Λεωνίδας Πυργάρης

21. Αἶξ καὶ ὄνος

Αἶγα καὶ ὄνον ἔτρεφέ τις. Ἡ δὲ αἴξ, φθονήσασα τῷ ὄνῳ διὰ τὸ περισσὸν τῆς τροφῆς, ἔλεγεν ὡς ἄπειρα κολάζῃ, ποτὲ μὲν ἀλήθων, ποτὲ δὲ ἀχθοφορῶν, καὶ συνεβούλευεν ἐπίληπτον ἑαυτὸν ποιήσαντα καταπεσεῖν ἔν τινι βόθρῳ καὶ ἀναπαύσεως τυχεῖν. Ὁ δὲ πιστεύσας καὶ πεσὼν συνετρίβη. Ὁ δὲ δεσπότης τὸν ἰατρὸν καλέσας ᾔτει βοηθεῖν. Ὁ δὲ αἰγὸς πνεύμονα ἐγχυματίσαι ἔλεγεν αὐτῷ καὶ τῆς ὑγείας τυχεῖν. Τὴν δὲ αἶγα θύσαντες τὸν ὄνον ἰάτρευον.

Ὅτι ὅστις καθ’ ἑτέρου δόλια μηχανᾶται ἑαυτοῦ γίνεται τῶν κακῶν ἀρχηγός.

[Ένας άνθρωπος είχε μια κατσίκα κι έναν γάιδαρο. Η κατσίκα ζηλοφθονούσε το γάιδαρο, επειδή το αφεντικό τον τάιζε καλύτερα απ’ την ίδια. Μια μέρα λοιπόν τού είπε: «γάιδαρε, μια τέτοια ζωή τι τη θέλεις; Σ’ έχουνε δεμένο και κάνεις ένα σωρό δουλειές: άλλοτε γυρίζεις τη μυλόπετρα, άλλοτε κουβαλάς γομάρια κ.λπ κ.λπ. Ένας μονάχα τρόπος υπάρχει να λυτρωθείς απ’ τα βάσανά σου, να σαλτάρεις και να πέσεις σ’ έναν γκρεμό! Τότε μόνο θά ’βρεις ανάπαψη».

Ο γάιδαρος πείστηκε από τα λόγια τής κατσίκας, έπεσε στον γκρεμό και, φυσικά, σακατεύτηκε. Τότε το αφεντικό κάλεσε έναν κτηνίατρο για βοήθεια. Ο κτηνίατρος αποφάνθηκε πως ο μόνος τρόπος για να σωθεί ο γάιδαρος ήταν να φάει αυτός σούπα από πνεύμονα κατσίκας. Γιατί μόνο έτσι ο γάιδαρος θα έπαιρνε τα πάνω του και θα ξαναστεκόταν στα πόδια του.

Έτσι λοιπόν έσφαξαν την κατσίκα και γιάτρεψαν το γάιδαρο, με τη σούπα από το πνευμόνι της.

Δίδαγμα: μην ανοίγεις τού αλλονού το λάκκο διότι στο τέλος εσύ θα πέσεις μέσα!

Παροιμίες: «Όποιος σκάφτει το μνήμα τού γειτόνου του, σκάφτει το δικόν του», «Όποιος θέλει να βγάλει τ’ αμμάτι τού άλλου, βγαίνει το δικόν του πρωτύτερα», «Ο ετέρω δόλια μηχανώμενος τών εαυτού κακών πρόξενος γίνεται», «μὴ τέκταινε ἐπὶ σὸν φίλον κακὰ παροικοῦντα καὶ πεποιθότα ἐπὶ σοί. μὴ φιλεχθρήσῃς πρὸς ἄνθρωπον μάτην, μήτι σε ἐργάσηται κακόν (Παροιμίαι Σολομώντος, 3. 29-30). «Παγίδα ἡτοίμασαν τοῖς ποσί μου καὶ κατέκαμψαν τὴν ψυχήν μου· ὤρυξαν πρὸ προσώπου μου βόθρον καὶ ἐνέπεσαν εἰς αὐτόν» (Ψαλμός Δαυΐδ, 56. 7)].

22. Αἴλουρος καὶ ὄρνιθες

Αἴλουρος ἀκούσας ὅτι ἔν τινι ἐπαύλει ὄρνεις νοσοῦσι, σχηματίσας ἑαυτὸν εἰς ἰατρὸν καὶ τὰ τῆς ἐπιστήμης πρόσφορα ἀναλαβὼν ἐργαλεῖα, παρεγένετο, καὶ στὰς πρὸ τῆς ἐπαύλεως ἐπυνθάνετο αὐτῶν πῶς ἔχοιεν. Αἱ δὲ ὑποτυχοῦσαι· «Καλῶς, ἔφασαν, ἐὰν σὺ ἐντεῦθεν ἀπαλλαγῇς».

Οὕτως καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ πονηροὶ τοὺς φρονίμους οὐ λανθάνουσι, κἂν τὰ μάλιστα χρηστότητα ὑποκρίνωνται.

[Ένας γάτος πληροφορήθηκε πως σε μια αγροικία οι όρνιθες είχαν αρρωστήσει. Μεταμφιέστηκε λοιπόν σε γιατρό, πήρε μαζί του κι όλα τα σύνεργα τής ιατρικής και πήγε εκεί. Σταμάτησε μπροστά από το σπίτι κι έλεγε: «Γεια σας! Είμαι ο γιατρός. Ήρθα να ρωτήσω για την υγεία σας. Πώς πάτε; Μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι;».

Οι κότες τού απάντησαν: «Ευχαριστούμε πολύ για το «ενδιαφέρον». Μια χαρά είμαστε. Και θα είμαστε ακόμα καλύτερα, αν ξεκουμπιστείς από δω!».

Δίδαγμα: οι μυαλωμένοι άνθρωποι δεν ξεγελιώνται από τους σκάρτους, ακόμα κι αν οι σκάρτοι και οι ανήθικοι παριστάνουν τούς Αγίους.

Παροιμίες: «Παλιά αλεπού στην παγίδα δεν πιάνεται», «Στην παλιά πουτάνα πουτανιές δε γίνονται»].

23. Αἴλουρος καὶ ἀλεκτρυών

Αἴλουρος, συλλαβὼν ἀλεκτρυόνα, μετ’ εὐλόγου τοῦτον αἰτίας ἠβουλήθη καταφαγεῖν. Καὶ δὴ κατηγόρει αὐτοῦ ὡς ὀχληρὸς εἴη τοῖς ἀνθρώποις νύκτωρ κεκραγὼς καὶ μὴ συγχωρῶν ὕπνου τυγχάνειν. Τοῦ δ’ ἀπολογουμένου ἐπὶ τῇ ἐκείνων ὠφελείᾳ τοῦτο ποιεῖν, ὡς ἐπὶ τὰ συνήθη τῶν ἔργων ἐγείρεσθαι, πάλιν ὁ αἴλουρος αἰτίαν ἐπέφερεν ὡς ἀσεβὴς εἴη περὶ τὴν φύσιν, μητρὶ καὶ ἀδελφαῖς συμμιγνύμενος. Τοῦ δὲ καὶ τοῦτο πρὸς ὠφέλειαν τῶν δεσποτῶν πράττειν φήσαντος, πολλῶν αὐτοῖς ἐντεῦθεν ὠῶν τικτομένων, ὁ αἴλουρος εἰπών· «Ἀλλ’ εἰ σύ γε πολλῶν εὐπορεῖς εὐπροσώπων ἀπολογιῶν, ἔγωγε μέντοι ἄτροφος οὐ μενῶ», τοῦτον κατεθοινήσατο.

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι ἡ πονηρὰ φύσις πλημμελεῖν αἱρουμένη, εἰ μὴ μετ’ εὐλόγου δυνηθείη προσχήματος, ἀπαρακαλύπτως γε μὴν πονηρεύεται.

[Ένας γάτος έπιασε έναν πετεινό (κόκκορα). Έψαχνε πρόφαση κι αφορμή για να τον φάει. Άρχισε λοιπόν να του προσάπτει διάφορες κατηγορίες: «είσαι ενοχλητικός! Κάθε νύχτα φωνάζεις και χαλάς τον ύπνο τών ανθρώπων, κι όλοι είναι θυμωμένοι μαζί σου!». – «Μα για το καλό τους φωνάζω νυχτιάτικα: για να ξυπνάνε έγκαιρα και να πηγαίνουν πολύ πρωΐ στις δουλειές τους».

Ο γάτος όμως συνέχισε τις κατηγορίες: «είσαι μιαρός και αιμομείκτης: «καβαλλάς» ακόμα και την ίδια σου τη μάννα και τις αδερφές σου!». – «Μα κι αυτό το κάνω για το καλό τών ανθρώπων, για να αποκτούν τ’ αφεντικά μου πολλά αυγά και κλωσσόπουλα».

Τότε λέει ο γάτος: «Βλέπω πως ξέρεις να μου αραδιάζεις ένα σωρό πειστικές δικαιολογίες. Ωστόσο εγώ, φίλε μου, νηστικός δεν πρόκειται να μείνω. Πεινώ και θα σε φάω». Κι έτσι ο γάτος έφαγε τον πετεινό.

Δίδαγμα: ο σκάρτος άνθρωπος που έχει σκοπό του να αδικήσει, ακόμα κι αν δεν βρει μια εύλογη αφορμή, οπωσδήποτε θα επινοήσει κάποιο άλλο πρόσχημα και θα προχωρήσει, απροκάλυπτα και φανερά, στην αδικοπραγία του.

Παροιμίες: «Όποιος γυρεύγει τον καυγά, εύκολα τον ευρίσκει», «Έχει το ζωνάρι του απλωμένο για καυγά», «Τροχίτζει τα νύχια του για καυγά», «Για να ριστείς (=συνεριστείς), α μαλλώνεις καθημέρι», «Αν ρίζεσαι, θα σκουντουφλάς σε κάθε πέτραν π’ απαντάς», «Σκαλίζει τα πλατανόφυλλα για να βρει καυγά»].

24. Αἴλουρος καὶ μύες

Ἔν τινι οἰκίᾳ πολλοὶ μύες ἦσαν. Αἴλουρος δὲ τοῦτο γνοὺς ἧκεν ἐνταῦθα καὶ συλλαμβάνων ἕνα ἕκαστον κατήσθιεν. Οἱ δὲ μύες συνεχῶς ἀναλισκόμενοι κατὰ τῶν ὀπῶν ἔδυνον, καὶ ὁ αἴλουρος μηκέτι αὐτῶν ἐφικνεῖσθαι δυνάμενος, δεῖν ἔγνω δι’ ἐπινοίας αὐτοὺς ἐκκαλεῖσθαι. Διόπερ ἀναβὰς ἐπί τινα πάσσαλον καὶ ἑαυτὸν ἐνθένδε ἀποκρεμάσας προσεποιεῖτο τὸν νεκρόν. Τῶν δὲ μυῶν τις παρακύψας, ὡς ἐθεάσατο αὐτὸν, εἶπεν·«Ἀλλ’, ὦ οὗτος, σοί γε, κἂν θῦλαξ γένῃ, οὐ προσελεύσομαι».

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ φρόνιμοι τῶν ἀνθρώπων, ὅταν τῆς ἐνίων μοχθηρίας πειραθῶσιν, οὐκέτι αὐτῶν ταῖς ὑποκρίσεσιν [οὗτοι] ἐξαπατῶνται.

[Σ’ ένα σπίτι κυκλοφορούσαν πολλοί ποντικοί. Αυτό το αντιλήφθηκε ένας γάτος, πήγε σ’ εκείνο το σπίτι, κι άρχισε να πιάνει έναν έναν τους ποντικούς και να τους ξεπαστρεύει. Οι ποντικοί, βέβαια, που είδαν τον πληθυσμό τους συνεχώς να λιγοστεύει, άρχισαν να κρύβονται μέσα στις τρύπες τους και να μην ξεμυτούν.

Τώρα ο γάτος δεν μπορούσε πια να τους πιάνει. Σκαρφίστηκε λοιπόν ένα κόλπο για να τους βγάλει έξω από τις τρύπες τους: κρεμάστηκε από έναν πάσσαλο και προσποιόταν τον πεθαμένο. Ένας ποντικός ξεπρόβαλε δειλά δειλά από την κρυψώνα του, είδε τον «ψόφιο γάτο» και είπε: «εγώ, μάγκα μου, και τσουβάλι να γίνεις, δεν σε πλησιάζω!».

Δίδαγμα: οι μυαλωμένοι άνθρωποι, όταν «την πατήσουν» απ’ τους κακούς, δεν την ξαναπαθαίνουν.

Παροιμίες: «Όποιος καεί στο χυλό, φυσά και το γιαούρτι», «Όποιος καεί στην κουρκούτη, φυσά και το ξινόγαλο», «Όποιος καεί στον τραχανά, φυσά και το γιαούρτι», «Οπού ’χεν δάγκαμα φιδιού, και το σκοινί φογάται»//«Ὁ δηχθεὶς ὑπὸ ὄφεως καὶ τὸ σχοινίον φοβεῖται» (=όποιος δέχτηκε δάγκωμα από φίδι, φοβάται και το σκοινί). «Τυράννων εἴ τις τῆς πείρας βλάβην ἔχει, φεύγει φυλαττόμενος καὶ νεκρῶν τάφους» (=όποιος έχει υποστεί βλάβη από τυράννους και αυταρχικούς ανθρώπους, αυτός στο μέλλον φοβάται και τους τάφους τών πεθαμένων].

25. Ἀετὸς καὶ κολοιὸς καὶ ποιμήν

Ἀετὸς καταπτὰς ἀπό τινος ὑψηλῆς πέτρας ἄρνα ἥρπασε· κολοιὸς δὲ τοῦτο θεασάμενος διὰ ζῆλον τοῦτον μιμήσασθαι ἠθέλησε· καὶ δὴ καθεὶς ἑαυτὸν μετὰ πολλοῦ ῥοίζου ἐπὶ κριὸν ἠνέχθη. Ἐμπαρέντων δὲ αὐτοῦ τῶν ὀνύχων τοῖς μαλλοῖς, ἐξαρθῆναι μὴ δυνάμενος ἐπτερύσσετο, ἕως ὁ ποιμήν, τὸ γεγονὸς αἰσθόμενος, προσδραμὼν συνέλαβεν αὐτὸν καὶ περικόψας αὐτοῦ τὰ ὀξύπτερα, ὡς ἑσπέρα κατέλαβε, τοῖς ἑαυτοῦ παισὶν ἐκόμισε. Τῶν δὲ πυνθανομένων τί εἴη τὸ ὄρνεον, ἔφη· «Ὡς μὲν ἐγὼ σαφῶς οἶδα, κολοιός, ὡς δὲ αὐτὸς βούλεται, ἀετός».

Οὕτως ἡ πρὸς τοὺς ὑπερέχοντας ἅμιλλα, πρὸς τῷ μηδὲν ἀνύειν, καὶ ἐπὶ συμφοραῖς προσκτᾶται γέλωτα.

[Ένας αετός «βούτηξε» (εφόρμησε) από μια ψηλή κορφή κι άρπαξε ένα αρνί. Μια κάργια (καλιακούδα) είδε αυτή τη σκηνή. Θέλησε κι η κάργια να «το παίξει αετός». Ετοιμάζεται λοιπόν για επίθεση και ορμά, με πολλή φόρα, πάνω σ’ ένα κριάρι. Όμως μπλέχτηκαν τα νύχια της στα μαλλιά τού κριαριού, και δε μπορούσε να φύγει, κι απεγνωσμένα φτερούγιζε για να πετάξει μακριά!

Ο βοσκός παρατήρησε όλη εκείνη την εικόνα, τρέχει κοντά, πιάνει την κάργια και της ψαλιδίζει τα μεγάλα της φτερά. Και, μόλις νύχτωσε, την έφερε στα παιδιά του, στο σπίτι. Κι όταν τα παιδιά του τόν ρώτησαν «τι πουλί είναι αυτό, μπαμπά;», τους απάντησε: «σύμφωνα με τη δική μου γνώση, είναι κάργια. Σύμφωνα όμως με τα δικά του μυαλά, είναι αετός».

Δίδαγμα: το να προσπαθείς να παραβγείς με καλύτερούς σου αυτό από τη μια δεν βγάζει πουθενά και είναι άδικος κόπος κι από την άλλη, όταν θα έρθει η ώρα τής αποτυχίας, γίνεσαι ρεζίλι στα μάτια τής κοινωνίας και οι πάντες γελάνε με τα χάλια σου. Άρα ο άνθρωπος οφείλει να διαθέτει την απαιτούμενη αυτογνωσία και να θέτει στόχους εφικτούς για τον ίδιο και πραγματοποιήσιμους. Δηλαδή οι στόχοι μας πρέπει να είναι ανάλογοι τών δυνατοτήτων μας. Οι φιλοδοξίες μας και τα κάθε είδους σχέδιά μας για το μέλλον οφείλουν να ευθυγραμμίζονται προς τις δυνατότητές μας (οικονομικές, διανοητικές κ.ά).

Παροιμίες: «Κρέμασε το καλάθι σου όσο πά’ το χέρι σου!», «Κατά το κρεββάτιν και τ’ όνειρο», «Ό,τι κάμνουν οι ρήγαινες κάμνουν κι οι μαγείραινες», «Μη δαγκάνεις πιότερο απ’ ό,τι μπορείς να μασήσεις!»].

26. Ἀετὸς καὶ κάνθαρος

Ἀετὸς λαγωὸν ἐδίωκεν· ὁ δὲ ἐν ἐρημίᾳ τῶν βοηθησόντων ὑπάρχων, ὅν μόνον ὁ καιρὸς παρέσχε, κάνθαρον ἰδών, τοῦτον ἱκέτευεν. Ὁ δὲ παραθαρσύνας αὐτόν, ὡς ἐγγὺς ἐλθόντα τὸν ἀετὸν ἐθεάσατο, παρεκάλει μὴ ἀπάγειν αὐτοῦ τὸν ἱκέτην. Κἀκεῖνος ὑπεριδὼν τὴν μικρότητα ἐν ὄψει τοῦ κανθάρου τὸν λαγωὸν κατεθοινήσατο. Ὁ δὲ ἀπ’ ἐκείνου μνησικακῶν διετέλει παρατηρούμενος τοῦ ἀετοῦ τὰς καλιὰς καί, εἴ ποτε ἐκεῖνος ἔτικτε, μετάρσιος αἰρόμενος ἐκύλιε τὰ ὠὰ καὶ κατέασσε, μέχρις οὗ πανταχόθεν ἐλαυνόμενος ὁ ἀετὸς ἐπὶ τὸν Δία κατέφυγεν (ἔστι δὲ τοῦ Διὸς ἱερὸς ὁ ὄρνις), καὶ αὐτοῦ ἐδεήθη τόπον αὐτῷ πρὸς νεοττοποιίαν ἀσφαλῆ παρασχεῖν. Τοῦ δὲ Διὸς ἐν τοῖς ἑαυτοῦ κόλποις τίκτειν ἐπιτρέψαντος αὐτῷ, ὁ κάνθαρος τοῦτο ἑωρακώς, κόπρου σφαῖραν ποιήσας, ἀνέπτη καὶ γενόμενος κατὰ τοὺς τοῦ Διὸς κόλπους ἐνταῦθα καθῆκεν. Ὁ δὲ Ζεὺς ἀποσείσασθαι τὴν κόπρον βουλόμενος, ὡς διανέστη, ἔλαθεν τὰ ὠὰ ἀπορρίψας. Ἀπ’ ἐκείνου τέ φασι περὶ ὄν καιρὸν οἱ κάνθαροι γίγνονται μὴ νεοττεύειν τοὺς ἀετούς.

Ὁ λόγος διδάσκει μηδενὸς καταφρονεῖν λογιζομένους ὅτι οὐδεὶς οὕτως ἐστὶν ἀδύνατος ὡς προπηλακισθεὶς μὴ δύνασθαί ποτε ἑαυτὸν ἐκδικῆσαι.

[Ένας αετός καταδίωκε έναν λαγό. Ο φουκαράς ο λαγός, επειδή ήταν ολομόναχος μέσα στην ερημιά και δεν υπήρχε εκεί κανείς να τον βοηθήσει, είδε ένα σκαθάρι – αυτό τού φανερώθηκε εκείνη την ώρα μπροστά του – και το παρακάλεσε να τον βοηθήσει.

Το σκαθάρι πράγματι ενθάρρυνε το λαγό και του έδωσε ψυχολογική υποστήριξη. Κι όταν το σκαθάρι είδε τον αετό να πλησιάζει απειλητικά το λαγό, παρακάλεσε τον αετό να μην αρπάξει το λαγό, που είχε προσφύγει ως ικέτης στο σκαθάρι.

Αλλά ο αετός, βλέποντας πως το σκαθάρι ήταν μια σταλιά πράμα, το θεώρησε τελείως ασήμαντο και το περιφρόνησε εντελώς. Έτσι, χωρίς κανέναν ηθικό ενδοιασμό, προχώρησε κανονικά στη θανάτωση τού λαγού.

Όμως, ύστερα από ’κείνο το συμβάν, το σκαθάρι έτρεφε άσβηστο μίσος για τον αετό: έβαλε λοιπόν στο μάτι τη φωλιά τού αετού. Και, κάθε φορά που ο αετός γεννούσε αυγά, το σκαθάρι σκαρφάλωνε απ’ το έδαφος ψηλά στη φωλιά τού αετού, ανασήκωνε τ’ αυγά του, τα κατρακυλούσε προς τη γη, κι αυτά, πέφτοντας στο έδαφος, γίνονταν κομμάτια. Όπου κι αν πήγαινε ο αετός να γεννήσει τ’ αυγά του, παντού τον καταδίωκε το σκαθάρι και δεν τον άφηνε σε ησυχία. Το σκαθάρι έτρεφε μνησικακία απέναντι στον αετό, κι είχε γίνει ο εφιάλτης τού αετού.

Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο, ο αετός ζήτησε καταφύγιο στον ίδιο το Δία. Εξάλλου ο αετός είναι το ιερό πτηνό τού Δία, το έμβλημά του. Ο αετός τώρα ικετεύει το Δία να του εξασφαλίσει ένα μέρος σίγουρο για εγγυημένη νεοσσοποιΐα (=γέννα νεοσσών).

Ο Δίας πράγματι ανταποκρίνεται στο αίτημα τού αετού, και του επιτρέπει να γεννά αυτός τ’ αυγά του μέσα στην ποδιά του: «από ’δώ και μπρος εγώ εγγυώμαι για τις γέννες σου! Τ’ αυγά σου, όποτε τα γεννάς, θα βρίσκονται πάνω στα πόδια μου κι εγώ θα σου τα προσέχω!».

Το σκαθάρι, όταν το είδε αυτό, έφτιαξε μια μπάλα από κοπριά, πέταξε ψηλά προς τον Όλυμπο, κι έριξε την κοπριά πάνω στην αγκαλιά τού Δία. Ο Δίας, στην προσπάθειά του να πετάξει από πάνω του την κοπριά, καθώς σηκώθηκε ολόρτος για να τινάξει τα ρούχα του, κατά λάθος έριξε κάτω τ’ αυγά τού αετού και τά ’σπασε. Από ’κείνο το συμβάν και μετά, οι αετοί ουδέποτε γεννούν τ’ αυγά τους την ίδια εποχή που γεννιούνται τα σκαθάρια.

Δίδαγμα: μην περιφρονείς κανέναν, ούτε τον πιο ασήμαντο! Ακόμα κι αυτός που τον θεωρείς ασήμαντο και τιποτένιο, αν τον προσβάλεις και του τσαλακώσεις την αξιοπρέπεια, είναι σε θέση να σε καταστρέψει! Ο καθένας έχει την αξιοπρέπειά του και την τιμή του, κι αυτή θα πρέπει να γίνεται απολύτως σεβαστή. Όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στην αξιοπρεπή μεταχείριση και στην τιμή.

Παροιμίες: «Κι εγώ απ’ τον Αδάμ εγεννήθηκα». «Είπερ εκ πεύκης, καγώ εκ ξύλων επηγνύμην»].

27. Ἀετὸς καὶ ἀλώπηξ

Ἀετὸς καὶ ἀλώπηξ φιλίαν πρὸς ἀλλήλους ποιησάμενοι πλησίον ἑαυτῶν οἰκεῖν διέγνωσαν, βεβαίωσιν φιλίας τὴν συνήθειαν ποιούμενοι. Καὶ δὴ ὁ μὲν ἀναβὰς ἐπί τι περίμηκες δένδρον ἐνεοττοποιήσατο· ἡ δὲ εἰσελθοῦσα εἰς τὸν ὑποκείμενον θάμνον ἔτεκεν. Ἐξελθούσης δὲ αὐτῆς ποτε ἐπὶ νομήν, ὁ ἀετός, ἀπορῶν τροφῆς, καταπτὰς εἰς τὸν θάμνον καὶ τὰ γεννήματα ἀναρπάσας, μετὰ τῶν ἑαυτοῦ νεοττῶν κατεθοινήσατο. Ἡ δὲ ἀλώπηξ ἐπανελθοῦσα, ὡς ἔγνω τὸ πραχθέν, οὐ <τοσοῦτον> ἐπὶ τῷ τῶν νεοττῶν θανάτῳ ἐλυπήθη ὅσον ἐπὶ τῇ ἀμύνῃ· χερσαία γὰρ οὖσα πετεινὸν διώκειν ἠδυνάτει. Διόπερ πόρρωθεν στᾶσα, ὃ μόνον τοῖς ἀδυνάτοις καὶ ἀσθενέσιν ὑπολείπεται, τῷ ἐχθρῷ κατηρᾶτο. Συνέβη δ’ αὐτῷ τῆς εἰς τὴν φιλίαν ἀσεβείας οὐκ εἰς μακρὰν δίκην ὑποσχεῖν· θυόντων γάρ τινων αἶγα ἐπ’ ἀγροῦ, καταπτὰς ἀπὸ τοῦ βωμοῦ σπλάγχνον ἔμπυρον ἀνήνεγκεν· οὗ κομισθέντος ἐπὶ τὴν καλιάν, σφοδρὸς ἐμπεσὼν ἄνεμος ἐκ λεπτοῦ καὶ παλαιοῦ κάρφους λαμπρὰν φλόγα ἀνῆψε. Καὶ διὰ τοῦτο καταφλεχθέντες οἱ νεοττοὶ (καὶ γὰρ ἦσαν ἔτι ἀτελεῖς οἱ πτηνοί) ἐπὶ τὴν γῆν κατέπεσον. Καὶ ἡ ἀλώπηξ προσδραμοῦσα ἐν ὄψει τοῦ ἀετοῦ πάντας αὐτοὺς κατέφαγεν.

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ φιλίαν παρασπονδοῦντες, κἂν τὴν τῶν ἠδικημένων ἐκφύγωσι κόλασιν δι’ ἀσθένειαν, ἀλλ’ οὖν γε τὴν ἐκ θεοῦ τιμωρίαν οὐ διακρούονται.

[Ένας αετός και μια αλεπού πιάσανε φιλίες. Κι αποφάσισαν να μένουν κοντά κοντά, για να συμπαραστέκεται ο ένας στον άλλον. Και ο μεν αετός έφτιαξε φωλιά πάνω σ’ ένα ψηλό δέντρο, η δε αλεπού έκαμε τη δική της φωλιά μέσα σ’ έναν θάμνο, στο ίδιο δέντρο αποκάτω.

Μια φορά η αλεπού βγήκε για κυνήγι. Ο αετός, επειδή δεν είχε κάτι να φάει, κατέβηκε απ’ την ψηλή φωλιά του κάτω στο θάμνο, δηλαδή στη φωλιά τής αλεπούς. Εκεί άρπαξε όλα τα μωρά τής αλεπούς, τα κουβάλησε πάνω στη φωλιά του, και, μαζί με τα αετόπουλά του, τα φάγανε.

Η αλεπού, όταν γύρισε στη φωλιά της, συνειδητοποίησε τι είχε πάθει. Στενοχωρήθηκε πολύ, όχι και τόσο για το θάνατο τών παιδιών της αλλά πιο πολύ για την αδυναμία της να εκδικηθεί τον αετό: γιατί η ίδια ως ζώο τής ξηράς ένοιωθε πως δεν ήταν σε θέση να τα βάλει μ’ ένα ζώο τού αέρα! Έτσι λοιπόν πήγε κι έκατσε λίγο μακρύτερα απ’ τη φωλιά της και καταριόταν τον αετό. Αυτό μονάχα απομένει στους ανήμπορους και ταπεινωμένους, όταν αυτοί αδικούνται, να ρίχνουν κατάρες.

Λίγον καιρό αργότερα, τον αετό, που πρόδωσε τη φιλία τής αλεπούς κι έδειξε υπέρμετρη ασέβεια απέναντί της, τον χτύπησε η Θεία Δίκη: κάποιοι, σ’ ένα γειτονικό χωράφι, θυσίαζαν μια κατσίκα. Ο αετός «βούτηξε» από ψηλά πάνω στο βωμό, εκεί που βρίσκονταν τα κρέατα τής σφαγμένης κατσίκας. Άρπαξε ένα κομμάτι κρέας, στο οποίο όμως υπέβοσκε φωτιά. Ο αετός, χωρίς βέβαια να καταλάβει πως σιγόκαιε το κρέας που άρπαξε, το κουβάλησε μέσα στη φωλιά του. Εν τω μεταξύ ο αέρας δυνάμωσε κι η φωτιά, που ξεκίνησε από ένα μικρό και ξερό κλαδάκι, ξαφνικά φούντωσε, κι απλώθηκε πολύ γρήγορα στα φρύγανα και στα ξερόκλαδα τής φωλιάς.

Ολόκληρη η φωλιά τού αετού γίνεται παρανάλωμα τού πυρός! Τα αετοπουλάκια, αφτέρωτα ακόμα, πέφτουν στο έδαφος. Η αλεπού τρέχει και τ’ αρπάζει. Μπροστά στα μάτια τού αετού τα τρώει όλα!

Η ιστορία αυτή διδάσκει πως, όποιος προδίδει τη φιλία, ακόμα κι αν αποφύγει την εκδίκηση εκείνου τον οποίο αδίκησε, λόγω αδυναμίας τού τελευταίου, πάντως δεν γλυτώνει από τη Θεία Τιμωρία.

Παροιμίες: «Ἀρετῆς οἰκεῖον ‹εἶναι›, κακίας ἀλλότριον» (Να είσαι οικείος με την αρετή, ξένος με την κακία) (3.1.172α, Κλεόβουλος Εὐαγόρου Λίνδιος. Επτά Σοφοί, Στοβαίος). «Μὴ προσδέχου τὸ φαῦλον» (Να μην αποδέχεσαι το κακό) (3.1.172δ, Θαλῆς Ἐξαμίου Μιλήσιος. Επτά Σοφοί, Στοβαίος). «Ἡττῶ ὑπὸ δικαίου» (Να υποχωρείς μπροστά στο δίκαιο) (3.1.173, Σωσιάδου τῶν ἑπτὰ σοφῶν ὑποθῆκαι). «Πρᾶττε δίκαια» (Να πράττεις πάντοτε το δίκαιο) (3.1.173, Σωσιάδου τῶν ἑπτὰ σοφῶν ὑποθῆκαι). «Ψυχὴν ἔθιζε πρὸς τὰ χρηστὰ πράγματα» (Να προπονείς την ψυχή σου στο δρόμο τού καλού!) (Μένανδρος 548)./Ψυχῆς ἐπιμέλου τῆς σεαυτοῦ καθὰ δύνῃ (Νοικοκύρεψε την ψυχή σου όσο μπορείς!) (Μένανδρος 551)./Ψυχῆς γὰρ οὐδέν ἐστι τιμιώτερον (Τίποτε πιο ιερό απ’ την ψυχή μας!) (Μένανδρος 552). «Δράξασθε παιδείας, μήποτε ὀργισθῇ Κύριος καὶ ἀπολεῖσθε ἐξ ὁδοῦ δικαίας» (Ψαλμός Δαυΐδ, 2. 12)./Νεώτερος ἐγενόμην καὶ γὰρ ἐγήρασα καὶ οὐκ εἶδον δίκαιον ἐγκαταλελειμμένον, οὐδὲ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ζητοῦν ἄρτους (Ψαλμός Δαυΐδ, 36. 25). «ἐπιλαβοῦ ἐμῆς παιδείας, μὴ ἀφῇς, ἀλλὰ φύλαξον αὐτὴν σεαυτῷ εἰς ζωήν σου. ὁδοὺς ἀσεβῶν μὴ ἐπέλθῃς, μηδὲ ζηλώσῃς ὁδοὺς παρανόμων· ἐν ᾧ ἂν τόπῳ στρατοπεδεύσωσι, μὴ ἐπέλθῃς ἐκεῖ, ἔκκλινον δὲ ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ παράλλαξον» (Παροιμίαι Σολομώντος, 4. 13-15). «Όγοιος πάει τον ίσον δρόμον, δεν σκοντάβγει ποτέ του». «Αφ’ τον ίσιο δρόμο ποτέ σου μη ξεβγαίνεις!». «Πορπάτει όμορφα! Σού ’ρχεται!». «Εδώ πλερώνουνταιν όλα!», «Έχει ο καιρός γυρίσματα, να πλερωθούν τα κρίματα», «Έχει ο καιρός γυρίσματα κι ο χρόνος μεσονύχτια, τα ψάρια είναι στο γιαλό και πιάνονται στα δίχτυα»].

28. Ἀγαθὰ καὶ κακά

Ὑπὸ τῶν κακῶν τὰ ἀγαθὰ ἐδιώχθη ὡς ἀσθενῆ ὄντα· εἰς οὐρανὸν δὲ ἀνῆλθεν. Τὰ δὲ ἀγαθὰ ἠρώτησαν τὸν Δία πῶς εἶναι μετ’ ἀνθρώπων. Ὁ δὲ εἶπεν <μὴ> μετ’ ἀλλήλων πάντα, ἓν δὲ καθ’ ἓν τοῖς ἀνθρώποις ἐπέρχεσθαι. Διὰ τοῦτο τὰ μὲν κακὰ συνεχῆ τοῖς ἀνθρώποις, ὡς πλησίον ὄντα, ἐπέρχεται, τὰ δὲ ἀγαθὰ βράδιον, ἐξ οὐρανοῦ κατιόντα.

Ὅτι ἀγαθῶν μὲν οὐδεὶς ταχέως ἐπιτυγχάνει, ὑπὸ δὲ τῶν κακῶν ἕκαστος καθ’ ἑκάστην πλήττεται.

[Τα αγαθά (τα καλά, οι ευτυχισμένες στιγμές, η ευτυχία), ως πιο αδύναμα, εκδιώχθηκαν απ’ τα κακά (τα βάσανα, τις στενοχώριες, τη δυστυχία), και αποδήμησαν στον ουρανό. Εκεί που πήγαν, τα αγαθά ρώτησαν το Δία: «πώς θα γίνει να πάμε ξανά δίπλα στους ανθρώπους και να κατοικήσουμε μαζί τους;».

Κι ο Δίας απάντησε: «όλα μαζί αποκλείεται να ξανακατεβείτε στη γη. Θα κατεβαίνετε στους ανθρώπους ένα αγαθό κάθε φορά!».

Να γιατί τα κακά πέφτουν μαζεμένα στους ανθρώπους, – γιατί, βλέπεις, είναι δίπλα τους – ενώ τα αγαθά αργούν να κάνουν την εμφάνισή τους, εφόσον κατεβαίνουν απ’ τον ουρανό.

Δίδαγμα: η ευτυχία δύσκολα πιάνεται. Αντίθετα η δυστυχία πολύ συχνά χτυπά τού καθενός την πόρτα. Η εναλλαγή ευτυχίας και δυστυχίας είναι θεμελιακό γνώρισμα τής ανθρώπινης ζωής, όπως ακριβώς και η εναλλαγή τών αντιθέτων είναι θεμελιακό γνώρισμα τής ίδιας τής Φύσης.

Παροιμίες: «Χαρά χωρίς σφαχτό δεν γίνεται». «Γάμος χωρίς σφαχτό δεν γίνεται». «Τὸ ἀντίξουν συμφέρον καὶ ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν καὶ πάντα κατ' ἔριν γίνεσθαι» (Το αντίθετο συγκλίνει, και απ' τις διαφορές γεννιέται η πιο όμορφη αρμονία, και τα πάντα γίνονται με τη διχόνοια) {25. (8). Kranz} (Ηράκλειτος). «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή» (Ο δρόμος που ανεβαίνει κι ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ένας κι ο ίδιος δρόμος) {27. (60). Kranz} (Ηράκλειτος). «Καὶ ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἕν ἐστιν» (Το καλό και το κακό είναι ένα και το αυτό) {36. (58). Kranz} (Ηράκλειτος). «Ἄλλοτέ τοι πάσχων ἀνιήσεαι, ἄλλοτε δ' ἕρδων/χαιρήσεις· δύναται δ' ἄλλοτε ἄλλος ἀνήρ» (Θέογνις, Elegia st. 991-992 Diehl). «Ἆρ᾽ ἐστὶ συγγενές τι λύπη καὶ βίος;» (Ζωή και Πόνος ταυτόσημα) (Μένανδρος)].

29. Ἀγαλματοπώλης

Ξύλινόν τις Ἑρμῆν κατασκευάσας καὶ προσενεγκὼν εἰς ἀγορὰν ἐπώλει· μηδενὸς δὲ ὠνητοῦ προσιόντος, ἐκκαλέσασθαί τινας βουλόμενος, ἐβόα ὡς ἀγαθοποιὸν δαίμονα καὶ κέρδους δωρητικὸν πιπράσκει. Τῶν δὲ παρατυχόντων τινὸς εἰπόντος πρὸς αὐτόν· «Ὦ οὗτος, καὶ τί τοῦτον τοιοῦτον ὄντα πωλεῖς, δέον τῶν παρ’ αὐτοῦ ὠφελειῶν ἀπολαύειν;» ἀπεκρίνατο ὄτι ἐγὼ μὲν ταχείας ὠφελείας τινὸς δέομαι, αὐτὸς δὲ βραδέως εἴωθε τὰ κέρδη περιποιεῖν.

Πρὸς ἄνδρα αἰσχροκερδῆ μηδὲ θεῶν πεφροντικότα ὁ λόγος εὔκαιρος.  

[Ένας αγαλματοποιός κατασκεύασε έναν ξύλινο Ερμή. Τον μετέφερε λοιπόν στην αγορά για να τον πουλήσει. Αλλά κανείς ενδιαφερόμενος δεν παρουσιάστηκε για να τον αγοράσει. Ο αγαλματοπώλης, θέλοντας να προσελκύσει υποψήφιους αγοραστές, διαλαλούσε πως ο θεός αυτός, δηλαδή ο Ερμής, είναι αγαθοποιός (=ευεργέτης, αγαθοεργός) και πως πάντα φέρνει κέρδη στους ανθρώπους.

Ένας απ’ τους παρισταμένους πλησίασε τον αγαλματοπώλη και του είπε: «καλέ μου άνθρωπε, εφόσον, όπως διαλαλείς, ο θεός Ερμής έχει τέτοια προσόντα, γιατί τον πουλάς και δεν τον κρατάς για λόγου σου, ώστε να απολαύσεις εσύ τα οφέλη του;».

Και ο αγαλματοπώλης απάντησε: «μα εγώ χρειάζομαι τα οφέλη άμεσα, ενώ αυτός φέρνει τα κέρδη μακροπρόθεσμα».

Η παραπάνω ιστορία ταιριάζει σε άνθρωπο απατεώνα και αισχροκερδή, ο οποίος δεν υπολογίζει ούτε τους θεούς].

30. Ἁλιεῖς λίθον ἀγρεύσαντες

Ἁλιεῖς σαγήνην εἷλκον· βαρείας δὲ αὐτῆς οὔσης, ἔχαιρον καὶ ὠρχοῦντο, πολλὴν εἶναι νομίζοντες τὴν ἄγραν. Ὡς δὲ ἀφελκύσαντες ἐπὶ τὴν ἠιόνα τῶν μὲν ἰχθύων ὀλίγους εὗρον, λίθων δὲ καὶ ἄλλης ὕλης μεστὴν τὴν σαγήνην, οὐ μετρίως ἐβαρυθύμουν, οὐ τοσοῦτον ἐπὶ τῷ συμβεβηκότι δυσφοροῦντες ὅσον ὅτι καὶ τὰ ἐναντία προειλήφεισαν. Εἷς δέ τις ἐν αὐτοῖς γηραιὸς ὢν εἶπεν· «Ἀλλὰ παυσώμεθα, ὦ ἑταῖροι· χαρᾶς γάρ, ὡς ἔοικεν, ἀδελφή ἐστιν ἡ λύπη, καὶ ἡμᾶς ἔδει τοσαῦτα προησθέντας πάντως παθεῖν τι καὶ λυπηρόν».

Ἀτὰρ οὖν καὶ ἡμᾶς δεῖ τοῦ βίου τὸ εὐμετάβλητον ὁρῶντας μὴ τοῖς αὐτοῖς πράγμασιν ἀεὶ ἐπαγάλλεσθαι, λογιζομένους ὅτι ἐκ πολλῆς εὐδίας ἀνάγκη καὶ χειμῶνα γενέσθαι.

[Κάποιοι ψαράδες τραβούσαν τα δίχτυα τους. Επειδή τα ένοιωθαν βαριά και φουσκωμένα, ήταν γεμάτοι από χαρά, και τα τραβούσαν ρυθμικά, πιστεύοντας πως είχαν πιάσει μεγάλη ψαριά. Όμως, μόλις αποτράβηξαν τα δίχτυα στην ακροθαλασσιά, είδαν πως τα ψάρια ήταν ελάχιστα και πως τα δίχτυα ήταν γεμάτα πέτρες κι άλλες σαβούρες τής θάλασσας.

Οι ψαράδες το έφεραν βαρέως όλο αυτό. Τους πείραξε όχι και τόσο το γεγονός πως έπιασαν λίγα ψάρια όσο το ότι είχαν ανασύρει απ’ το βυθό τής θάλασσας τόση σαβούρα.

Τότε ένας ψαράς ανάμεσά τους, ο πιο γέρος στα χρόνια, τους είπε: «ας μη λέμε τίποτα, φίλοι μου, κι ας μη βαρυγκομούμε! Η λύπη είναι αδελφή τής χαράς. Καιρός ήταν κι εμείς, που έχουμε πιάσει τόσο πολλές και καλές ψαριές και που έχουμε χαρεί τόσο πολύ ως τώρα, να πάθουμε και μια στενοχώρια!».

Δίδαγμα: ο άνθρωπος, παρατηρώντας πόσο ευμετάβλητη είναι η ζωή, πρέπει να μην επιχαίρει συνεχώς με τα ίδια πράγματα, αλλά να έχει πάντα στο μυαλό του ότι ύστερα από ένα «παρατεταμένο καλοκαίρι» ακολουθεί συνήθως «ένας βαρύς χειμώνας». Δηλαδή είναι βασικός νόμος τής Ζωής και της Φύσης η εναλλαγή καταστάσεων, η αρμονική συνύπαρξη τών αντιθέτων.

Παροιμίες: «Το βράδυ κλαίει και το πρωί γελά», «Ήφαγες γλυκομάρουλο, φάγε και πικρομάρουλο», «Ήπιες το κρασί, πιε και την ίλη» (ιλύν=λάσπη, κατακάθι). «Ήφαγες το μέλι, πιε και το ξίδι». Βυζαντινή παροιμία: «Ως εδέξου τας πηκτάς, δέξου και τας εμπηκτάς» (=όπως έφαγες το νεόπηκτο και νωπό τυρί, έτσι να φας και τις μπουνιές-γροθιές)].

Άλλες απόψεις: Του Λεωνίδα Πυργάρη