Απόσπασμα από το «ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ», εκδόσεις Λεξίτυπον.

Τρί, 01/12/2020 - 18:49
Η πρώτη... γκρίνια του χρόνου

Ένα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ εθίμων, εορτών. συνηθειών, συνταγών, προσωπογραφιών, διηγήσεων, φωτογραφιών και αναμνήσεων, το οποίο γυρίζει τους μεγάλους στα παιδικά και νεανικά τους χρόνια και περιγράφει στα παιδιά και τους νέους  τις εποχές που οι ΑΞΙΕΣ είχαν τον πρώτο λόγο στην καθημερινότητα  εκείνη που θα την έλεγε κανείς ΑΘΩΑ κι ας ήταν γεμάτη ΑΓΩΝΕΣ.

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ Ο ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΣ

Επί τέλους έφτασε…

Πώς είναι σαν περιμένουμε να περάσει από το φτωχικό μας ένα πρόσωπο σεβάσμιο, σπουδαίο και διάσημο, φορτωμένο φήμη και προσόντα, σαν τον καθηγητή μας ας πούμε ή τον απόστρατο στρατηγό φίλο του μπαμπά μας, έστω και τον παππού μας, ο οποίος αργά και που μας επισκέπτεται, πάντα σοβαρός, αρχοντικός, λιγάκι παράξενος, πολύ αυστηρός, μα πάντοτε φορτωμένος με πεσκέσια, χαρτζιλίκια, ιστορίες, πακέτα με νουθεσίες και σακούλια ολόκληρα με εμπειρίες;

Πώς μοιάζει η Παρασκευή ατέλειωτη σαν πλησιάζει το Σαββατοκύριακο γεμάτο υποσχέσεις ανάπαυσης, διασκέδασης, αποδράσεων από τη ρουτίνα, καταχρήσεων φαγητών και ποτών, συναντήσεων με φίλους κι αγαπημένους κι άλλων πολλών επιθυμιών και σχεδίων που είναι αδύνατον όλα να πραγματοποιηθούν, μα…δεν πειράζει;

Ε, κάπως έτσι είναι κι όταν περιμένουμε να μπει ο Δεκέμβρης κι όλα να μπουν μαζί του στην τελική ευθεία για τις μεγάλες, τις υπέροχες, τις μοναδικές μέρες των Χριστουγέννων και της Παραμονής του Καινούριου Χρόνου.

Καθώς φτάνει τούτος ο μήνας ο αρχοντικός, μοσχοβολά ο αγέρας του ελιά και κυπαρίσσι, αφού τα τζάκια ντουμανιάζουν για ν’ αντέξουν οι φτωχοί την παγωμένη του ανασαιμιά κι οι πλούσιοι να ζεστάνουν την απαιτητική του φιλοξενία.

Απάνω στον από διάφανο μαύρο κρύσταλλο νυχτερινό ουρανό, αραδιασμένα σαν μεραρχίες υποδοχής χρυσοστολισμένες, εκατομμύρια αστέρια, φωτίζουν τη μεγαλόπρεπή του έλευση και της ατέλειωτης συνοδείας του τον δρόμο.

Μήτε του Μεγαλέξαντρου τα στρατά, ούτε των Ρωμαίων οι θρίαμβοι μπορούνε να συγκριθούν με την δική του ακολουθία!

Από πού να ξεκινήσει κανείς και πού να φτάσει μέχρι ν’ απαριθμήσει τούτη την κουστωδία την πολυάριθμη, την ποικιλόμορφη, την πολυδάπανη, τη διάσημη και τη φαντασμένη.

Αφού, δεν είναι μόνο ο μεγαλόσχημος ο Δεκέμβρης που περιστοιχίζεται από το πλήθος των υποτελών του, αλλά κι οι ακολουθίες των υποτελών του, που τους ακολουθούν και πολλαπλασιάζουν τη μεγαλοπρέπεια , τη λάμψη και τη σπατάλη της επίδειξης και της μεγαλομανίας τους.

Γιατί, σαν τους πολιτικάντηδες που συνωστίζονται γύρω από τον Πρόεδρο και τον Πρωθυπουργό για να φωτογραφηθούν μαζί του μια φορά κι ύστερα επιδεικνύουν το στιγμιότυπο εσαεί με περηφάνια, έτσι και, πολλές από τις μεγαλύτερες γιορτές κι εκδηλώσεις του χρόνου, τριγυρίζουν τον Δεκέμβρη για να κλέψουν λίγη από τη λάμψη των Χριστουγέννων και της Παραμονής.

Είναι κι οι πολύ μεγάλοι και σεβάσμιοι άγιοι, όπως η Αγία Βαρβάρα, ο Άγιος Σάββας, ο Άγιος Νικόλας, η Αγία Άννα, ο άγιος Σπυρίδωνας κι ο Άγιος Ελευθέριος που κάθε χρόνο κάνουν μεγάλες φιέστες και δεξιώσεις στις ονομαστικές τους εορτές και δεν αφήνουν τον κοσμάκη να πλήξη.

Βάλε μετά και μέτρα, εκτός από τις στρατιές των αγγέλων και των αρχαγγέλων, οι οποίοι αυτή την περίοδο πρωτοστατούν και κηδεμονεύουν όλες τις εκδηλώσεις και τις επετείους απανταχού της γης, με το Σπήλαιο της Βηθλεέμ και τη Φάτνη πρώτα-πρώτα, είναι και τα τάγματα κι οι φάλαγγες των καλικατζάρων κι όλων των άλλων δαιμόνων και δαιμονίων που οι παραδόσεις των λαών επινόησαν, τα οποία, σαν όλους τους φτωχοδιάβολους, ευκαιρίας δοθείσης , μέσα στα γλέντια και την αναμπουμπούλα χαίρονται κι ανδραγαθούν.

Ακολουθούν οι νύμφες, οι νεράιδες κι όλα τα ξωτικά τα ξελογιαστικά που παίρνουν την άδεια τους τούτο τον καιρό κι ανεβαίνουν στον απάνω κόσμο για αταξίες και ντράβαλα, μιμούμενα τους ανθρώπους, όσους στις διακοπές τους κάμνουν ό,τι πιο κουτό κι ανεύθυνο μπορούν και το πληρώνουν ύστερα πολύ ακριβά, μπορεί και σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή τους.

Πρόσθεσε, τους Τρεις Μάγους που, χωρίς θωρακισμένα άρματα συνοδείας και έναν σεβαστό αριθμό σεκιουριτάδων και σωματοφυλάκων δεν τολμούν πια να βγουν στην μακρινή τους την πορεία, με τα δηλωμένα υπερπολύτιμα δώρα για το Βρέφος στις αποσκευές τους.

Μην ξεχάσεις να λογαριάσεις το πλήθος των περίεργων βοσκών που συνωστίζονται και ποδοπατιούνται πια- ύστερα από τόσων αιώνων διαφήμιση - για να πάρουν μέρος στο ριάλιτυ κι από κοντά λογάριασε τις βοσκοπούλες, τα βοσκόπουλα, τους ξενοδόχους, τους υπηρέτες, τους ταξιδιωτικούς πράκτορες, τους ξεναγούς, τους ιπτάμενους, τους προϊστάμενους και τους υφιστάμενους, που με το δίκιο τους διαμαρτύρονται και σπρώχνονται να βγουν μπροστά φωνάζοντας:

«Μια φορά το χρόνο είναι βρε αδερφέ που θα καταναλώσει ο πας εις τον δέκατο τρίτο και αν δεν φάμε κι εμείς από την πίτα τί θ’ απογίνουμε με τέτοια κρίση;» Κι έχουν τα δίκια τους.

Για να ρίξω όμως κι άλλη μια ματιά…Ποιους ξέχασα; Ποιοι απομείνανε αλογάριαστοι;

Αααα…Οι αθώοι αμνοί είναι στο τέλος, τα γαϊδουράκια, τα σκυλάκια κι όλα τα άλλα ζωάκια καθώς και τα παιδάκια που δεν μέτρησα. Γιατί, αυτά βλέπεις, όπου τα θέλεις πάνε, ότι τους πουν κάνουν, ότι τους δώσουν καταναλώνουν κι έτσι μένουν πάντα πίσω, αμέριμνα κι άκακα, να χαίρονται με την καρδιά τους την γιορτή, χωρίς ν’ αγχώνονται για λούσα, φανφάρες, έξοδα και προβληματισμούς.

Άλλωστε, εκείνα έχουν τον πρώτο ρόλο τελικά στο ταμπλό βιβάν της γέννησης, αφού ο Θεϊκός σκηνοθέτης, διακρίνοντας από πείρας το πηγαίο τους πάθος για την αγνότητα και την ανιδιοτελή τους έφεση στην προσφορά, τα έβαλε δίπλα στο θείο βρέφος να ζεσταίνουν με της καρδιάς τους τη φλόγα την φάτνη Του και να κρατούν μακριά Του των μεγάλων και των ισχυρών την παγωμένη υστεροβουλία.

Για δες λοιπόν ως πού βαστά του Δεκέμβρη η παρδαλή ακολουθία!

Κι εκείνος, σαν όλους τους ηλικιωμένους που είδαν κι έμαθαν πολλά και καρφάκι πια δεν τους καίγεται, έρχεται και τους ανέχεται αναγκαστικά, όπως κάνει εκατομμύρια χρόνια τώρα, μα να του χαλάσουν τη διάθεση και την πρόθεση δεν μπορούν- παρόλο που αιώνια το προσπαθούν με πείσμα.

Κι εγώ, που κουράστηκα πια να καταμετρώ λακέδες φτιασιδωμένους, συγγενείς και φίλους υποχρεωμένους, θαυμαστές κουρασμένους και συνοδούς ανίδεους, αθώους, τελευταίους και καταϊδρωμένους, έφθασα στα στερνά μέχρι το τελωνείο του Χρόνου, λαχταρώντας να παραλάβω εκείνον τον γεράκο τον γελαστό, με τ’ άσπρα μουστάκια και τα γένια τα πλούσια σαν την καρδιά του –και την κοιλιά του- εκείνον τον παππού τον πραγματικά αγαθό και προικισμένο που τον περιμένουμε όλοι.

Μου είπαν όμως πως, έφτασε αργά κι έτσι που τα μπαγκάζια του είναι πολλά, πλούσια σε προσδοκίες και μ’ ελπίδες φορτωμένα , τον κράτησαν για να περάσει την επαύριο με τον καινούριο χρόνο παρέα.

 

Άλλες απόψεις: Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου