
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Ξεφυλλίζοντας τον πρώτο τόμο (συλλογή κάποιων άρθρων μου) που εξεδόθη το 2017 με την οικονομική συμπαράσταση κάπου φίλου[1] μου και της αείμνηστης συζύγου του, στην ενότητα «Κοινωνικά Θέματα» το μάτι μου πέφτει σε κάποιο κείμενο (άρθρο) με τον πιο πάνω τίτλο. Έχοντας κάποιο ελεύθερο χρόνο, το ξαναδιάβασα προσεκτικά και ομολογουμένως… μορφώθηκα!... Αξίζει λοιπόν να το διαβάσετε κι εσείς!...
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ I. ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ
Η πασχαλινή συνάντηση των Επωνύμων Χίων
(Ευεργετών, Δωρητών, Πνευματικών Ταγών και Ηρώων)
…Ένα κομμάτι από την ιστορία μας χρήσιμο για όλες τις ηλικίες!...
Οκτώβριος 2013
«Αντιγράφοντας» την ιδέα των αρχαίων προγόνων μας[2] όπου στον Άδη συναντιόνται άνθρωποι που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους εν ζωή, ούτε ζούσαν συγχρόνως (την ίδια εποχή), ούτε στον ίδιο τόπο, φαντάζομαι τους Χιώτες Ευπατρίδες[3] (και όχι μόνο) να συναντιόνται κάπου και να συζητούν μεταξύ σοβαρού και αστείου τα προβλήματα του τόπου τους (της Χίου εν προκειμένω και της Ελλάδας γενικότερα)!
Από το διάλογο και τις συστάσεις μεταξύ των ο αναγνώστης (ή ο ακροατής) μορφώνεται μαθαίνοντας την ιστορία του τόπου του με τρόπο απλό και κατανοητό, και όχι με «καταναγκασμούς». Ιδιαιτέρως για τα παιδιά που ρουφάνε κυριολεκτικά τα παραμύθια και τις ιστορίες και ο εγκέφαλος τους είναι «άγραφο χαρτί» το κείμενο αυτό θα αποτυπωθεί με ανεξίτηλα γράμματα για όλη τους τη ζωή!
Το κείμενο αυτό εκτός από μέσο διασκεδάσεως μέσα από το οποίο μπορείς να περάσεις όμορφα κάποιο μέρος του χρόνου σου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Ο μεγάλος παραμυθάς ο Ευγένιος Τριβιζάς (ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν της Ελλάδας θα έλεγα) έχει πει: «Αν θέλεις να μάθει κάτι το παιδί, κάντο παραμύθι», δηλ. να μορφώσουμε τους νέους μας γνωρίζοντάς τους τη βιογραφία κάποιων ανθρώπων, που άφησαν τα σημάδια τους στην κοινωνία και του τόπου τους και της Ελλάδος και όλου του κόσμου (Βαρβάκης π.χ.), άλλους με υλικά και άλλους με πνευματικά και άυλα μέσα, με τρόπο όχι κουραστικό...
Ελπίζω ότι κάποιος από τους αναγνώστες του παρόντος κειμένου να έχει την καλοσύνη να έλθει σε επαφή μαζί μου, να ανταλλάξουμε ιδέες και αφού το κείμενο «προσαρμοσθεί» καταλλήλως να γίνει θεατρικό σκετς για τα παιδιά ή ταινιούλα (γιατί όχι;) για τους πιο μεγάλους!
Έχουμε στην Πατρίδα μας και «μυαλά» (εγκεφάλους) που πολλά από αυτά δυστυχώς βρίσκονται σε «χειμερία νάρκη» και ανθρώπους με χρήματα στα μπαούλα τους...
Κι επειδή -όπως συνηθίζω να λέω- «όλα εδώ θα μείνουν», ελπίζω να υπάρξουν κάποιοι να «μπολιάσουν» τους νέους μας με την ιστορία του τόπου μας.
Καλή φώτιση λοιπόν...
Γένοιτο!
Το θέμα μας. Νύχτα Μ. Παρασκευής: Δεν πρόλαβα να επισκεφθώ τον φίλο και γείτονά μου τον Γιάννη τον Ψυχάρη την ημέρα (το συνηθίζω από χρόνια, διότι όλοι οι πεθαμένοι έχουν συγγενείς και φίλους που τους επισκέπτονται στον τάφο τους, τουλάχιστον την Μ. Παρασκευή, ο Γιάννης δεν έχει κανέναν!...) και έτσι βρέθηκα νυχτιάτικα να κάθομαι στη μαρμάρινη πλάκα του τάφου του και να σκέφτομαι.
Εξήντα χρόνια περίπου πριν: Σε επετειακή εορτή που διοργάνωσαν οι Τοπικές Αρχές προς τιμήν του, θυμάμαι τις Μοιρολογίστρες Χιώτισσες (Πυργούσαινες) να τον κλαίνε ενώ εμείς Ναυτοπροσκοπάκια περήφανα μέσα στην ωραία μας στολή, να προσπαθούμε να διατηρούμε την τάξη, σαν τιμητικό άγημα... Οι επίσημοι καταθέτουν στεφάνια, κάποιος βγάζει έναν («ξύλινο», ως συνήθως) λόγο και όλα τελειώνουν εκεί!...
Σήμερα καθισμένος στο μνήμα, βλέπω απέναντι τα φώτα της Μικράς Ασίας, να τρεμοσβήνουν όπως και τα αστράκια στον έναστρο ουρανό. Τα ρούχα μου και τα ρουθούνια μου, είναι ποτισμένα από το λιβάνι του Επιταφίου και των Αποκαθηλώσεων που παρηκολούθησα... Δεν γνωρίζω αν έπαθα ό,τι και η Πυθία που έλεγε τους χρησμούς της υπό την επίδραση των μυρωδικών και του καπνού από τα φύλλα της δάφνης που καιγόταν και δεν κατάλαβα αν ήμουν σε ονειρική κατάσταση ή όχι, όμως άκουσα ξαφνικά μέσα στην απόλυτη ησυχία μια φωνή να λέει με ειρωνικό τόνο:
«Γεια σου φίλε, τι κάνεις εδώ, δεν έχεις οικογένεια, δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις;» Κοίταξα γύρω μου, αλλά δεν είδα κανέναν... η δε φωνή με επανέφερε στην «πραγματικότητα»: «Μην κοιτάς γύρω σου και προπάντων μην κοιτάς ψηλά... Δεν ξέρεις ότι οι Ουρανοί ανοίγουν όταν γεννιέται ο Κύριος και στην Ανάσταση Του; Σήμερα κοίτα εδώ κάτω!» Γύρισα προς τη μαρμάρινη πλάκα απ’όπου έβγαινε η φωνή... Η πλάκα είχε μετακινηθεί και στη βάση του μνήματος καθόταν ένας καλοντυμένος κύριος, μετρίου αναστήματος με ρούχα εποχής και με ένα μαλακό καπέλο: «Σκέφθηκα», συνέχισε, «επειδή σου έχω κάποια υποχρέωση, να σου συστήσω κάποιους φίλους... Ξέρεις εμείς στον κάτω κόσμο δεν έχουμε πολλά πράγματα να μοιράσουμε... Ό,τι είχαμε και δεν είχαμε τα αφήσαμε πάνω σε σας... Άλλος βέβαια άφησε υλικά αγαθά και άλλος πνευματικά. Να, π.χ. αυτός που ανεβαίνει άφησε όλο του το βιος στις Πατρίδες του: Στην Ελλάδα και στη Ρωσία!»
Γύρισα και κοίταξα αυτόν που ανέβαινε: Ένα γεροντάκι άρρωστο με περίεργα ρούχα μισοστρατιωτικά-μισοπολιτικά, κάθισε βαριανασαίνοντας στη μισοτραβηγμένη ταφόπλακα... Παρά την ηλικία του (πρέπει να ήταν 80 και) τα μάτια του ήταν σπινθηροβόλα και εξογκωμένα σαν να έπασχε από θυρεοειδή. «Είναι», συνέχισε ο «ξεναγός» μου -ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον Γιάννη τον Ψυχάρη-, «ο Ιωάννης Ανδρέου Λεοντής, τον οποίον ξέρετε εσείς ως "Βαρβάκη", διότι έμοιαζε με τα πουλιά της Πατρίδος του... Ξέρεις βέβαια τα Ψαρά τα οποία είναι μεν ξακουστά για τους ήρωες τους, θα μείνουν βέβαια ξακουστά και από την εγκατάλειψη των αρχόντων σας (μας)», συνέχισε να λέει ειρωνικά. Ο Βαρβάκης με βαριά φωνή με διέκοψε: «Μην τον ακούς», μου λέει, «όλα θα πάνε καλά».
Καθώς μιλούσε τον παρατηρούσα: Ήταν γεμάτος ουλές! Σε σχετική ερώτησή μου, μου εξήγησε ότι όταν τίναξε στον αέρα με το μπουρλότο του το τουρκικό Ντελίνι στον Τσεσμέ, απέναντι, έδειξε με το δάχτυλο του, ανατινάχτηκε κι εκείνος μαζί με το πλήρωμά του, και οι Ρώσοι (οι άνθρωποι από το στόλο των Ορλώφ για τους οποίους «δούλευε») τον περιέθαλψαν, τον έραψαν και τελικά... επέζησε με πολλές ουλές. «Εκατό χρόνια πριν τον Ψυχάρη και σχεδόν πενήντα χρόνια πριν τον πατριώτη μου τον Κωνσταντή τον Κανάρη», συνέχισε το μονόλογο του ο Βαρβάκης. «Βέβαια ο κύριος από εδώ», και έδειξε τον Ψυχάρη, «είναι τυχερός διότι τον θάψατε εδώ και καλοπερνά, ενώ εγώ είμαι θαμμένος στη Ζάκυνθο και δεν έχω τόση περιποίηση, κι επιπλέον δεν βλέπω και τα Μικρασιατικά Παράλια. Αλλά δεν βαριέσαι, έτσι το’θελε ο Θεός, να πεθάνω εκεί με πνευμονία στα 84 μου χρόνια και όχι με πολεμικό τραύμα. Έπειτα μην ξεχνάτε ότι ο Θεός με βοήθησε, ο Θεός με φώτισε, αν προτιμάτε, να πατεντάρω και να διατηρήσω το μαύρο χαβιάρι, κι έτσι με τα χρήματα που έκανα βοήθησα τους συνανθρώπους μου Έλληνες και Ρώσους».
Εκείνη την ώρα ακούστηκε ένα βαρύ βήμα και παρουσιάστηκε ένας βρακοφόρος με κάτασπρα μαλλιά και γενειάδα! «Καλώς τον Κωνσταντή», αναφώνησε ο Βαρβάκης, «κατά τη φωνή! Κι ότι πήγαινα να συμπληρώσω το παράπονο μου ότι όλοι ξέρουν τον Κωνσταντίνο Κανάρη ως μεγάλο μπουρλοτιέρη, αλλά αγνοούν εμένα που ανατίναξα την υποναυαρχίδα του Οθωμανικού Στόλου, ένα περήφανο και πελώριο Ντελίνι. Αληθεύει ότι το πλοίο που ανατίναξες εσύ ήταν πιο μεγάλο;» Ο Κωνσταντής, θέλεις ζαλισμένος καθώς διάβηκε την πλάκα του τάφου, θέλεις δεν άκουσε την ερώτηση, δεν έδωσε απάντηση... Στράφηκε προς εμένα που παρακολουθούσα αμίλητος το μονόλογο του Βαρβάκη και με παρακάλεσε να κάνω τις συστάσεις.
Εγώ του συνέστησα τον Βαρβάκη και τον Ψυχάρη αλλά δεν είχα δει ένα ξερακιανό γεροντάκι που καθόταν παράμερα και παρακολουθούσε m συζήτηση. Μέσα στο μισοσκόταδο κάτι μου θύμιζε. Τον κοίταξα προσεκτικά αλλά προτού ρωτήσω πλησίασε με δειλά βήματα και αυτοσυστήθηκε: «Αδαμάντιος Κοραής, άοπλος και άρρωστος μια ζωή. Το όπλο μου ήταν η πένα και νομίζω ότι κάπως κι εγώ βοήθησα στην απελευθέρωση του Έθνους μας με τον τρόπο μου!...» Πάντα σεμνός και ταπεινός, σκέφθηκα εγώ αλλά η χοντρή φωνή του Κωνσταντή με επανέφερε εις την τάξη: «Κι εσύ ποιος είσαι»; «Εγώ, αλήθεια, ποιος είμαι εγώ και κάνω παρέα με προσωπικότητες σαν Εσάς; Λέγομαι Τριπολίτης Αναστάσιος του Ιωάννου και της Μαρίας και είμαι ένα ασήμαντο ανθρωπάκι». «Τι;» με διέκοψε ο Κωνσταντής, «Γνώριζα τον παππού σου, τον Καπετάν-Αναστάση. Έχω μάλιστα υπογράψει το δίπλωμά του (του Πλοιάρχου) με αύξοντα αριθμό 15 και με ημερομηνία 30 Μαΐου 1877!...». «Μπράβο μνήμη!» μουρμούρισα εγώ που τα είχα χαμένα, και συνέχισε: «Μάλλον είχα και τον άλλο σου παππού στο πλήρωμα μου, τον Μάρκο». «Ναι», μουρμούρισα, «ο άλλος μου παππούς λεγόταν από το τότε Μάρκος Μπουρλώτος[4], λόγω ακριβώς αυτής της συμμετοχής του στο πλήρωμά Σας!... Αλλά, Εξοχότατε, ας μιλάμε για Σας, σας παρακαλώ και όχι για τους συγγενείς μου»! «Εγώ», συνέχισε, «τι να πρωτοθυμηθώ; -και μη με λες Εξοχότατο γιατί δεν το αντέχω- τι να πρωτοθυμηθώ, τη φτώχεια στα Ψαρά ή τα μεγαλεία στην Αθήνα... Όσο ψάχναμε για ένα κομμάτι ψωμί στα νιάτα μας τόσο πετούσαμε στα σκυλιά τ’αποφάγια μας στην Αθήνα, θυμάμαι εκείνον τον λεβεντόγερο, που εκ των υστέρων μάθαμε ότι ήταν ο Ματρώζος, να ζητιανεύει έξω από το Υπουργείο των Ναυτικών μετά από τα όσα προσέφερε στον αγώνα υπέρ της απελευθέρωσης της Πατρίδας μας και φρίττω[5]. Ευτυχώς, τώρα που τον συναντώ στον κάτω κόσμο που και που, μπορώ να τον κοιτάζω ίσια στα μάτια, διότι όλο και κάτι βοήθησα για την αποκατάστασή του!...».
Την υπέροχη ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί με τα λεγόμενα του Καπετάν-Κωνσταντή του Ψαριανού, ήλθε να διακόψει μια φασαρία από την είσοδο του Άδη (από την τραβηγμένη πλάκα, θέλω να πω). Γυρίζοντας προς τα εκεί βλέπουμε έναν κομψό άνδρα, πολύ ευκίνητο για την ηλικία του, να βγαίνει συνοδευόμενος από μια γυναίκα, όχι πολύ όμορφη αλλά με την καλοσύνη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της που το στόλιζε ένα γλυκό χαμόγελο. Και οι δύο φορούσαν ρούχα εποχής και ήταν ντυμένοι σαν να επρόκειτο να πάνε σε δεξίωση. Ο άνδρας κρατούσε ένα ημίψηλο κι ένα μπαστούνι, από αυτά που κρατάνε όχι για να στηρίζονται αλλά μάλλον για «μόδα», η δε γυναίκα φορούσε ένα πλατύγυρο καπέλο στολισμένο με λουλούδια. Και οι δύο μας χαιρέτισαν με μια κλίση της κεφαλής τους και είπαν: «Γεια σας Πατριώτες». Εμείς τους ανταποδώσαμε τον χαιρετισμό απορημένοι, διότι από όσα ξέραμε... δεξίωση στον κάτω κόσμο δεν γινόταν...
Το ζευγάρι μας έλυσε mv απορία, αφού πρώτα μας συστήθηκε: «Κύριος Ανδρέας Συγγρός και κυρία Ιφιγένεια Συγγρού, το γένος Σκυλίτση» μας είπαν με μια φωνή. «Η στολή μας είναι ανάλογη της περιστάσεως» συνέχισαν. «Πάμε να παρακολουθήσουμε τον Επιτάφιο στη Μητρόπολη κι εκεί καθώς ξέρετε θα είναι και ο Χαρίλαος Τρικούπης και ο Γεώργιος ο Α'». «Ώπα», είπα εγώ μάλλον δυνατά, «τούτοι οι δυο είναι μάλλον για το Δρομοκαΐτειο. Αλήθεια που είναι ο Δρομοκαΐτης;». «Μην ανησυχείς», ακούστηκε στο σκοτάδι η φωνή του Ψυχάρη, «και τον έχω καλέσει: είναι δυνατόν μέσα σε μια συγκέντρωση Χίων να μην έχουμε και κάποιον ν’ασχολείται με τους ψυχοπαθείς; Δεν έχετε ακούσει το ποιηματάκι που λέει: Από λίγο ως πολύ, όλοι οι Χιώτες είν’τρελλοί;»
«Μ’αυτό το πλευρό να κοιμάστε κύριε Γαλλοθρεμμένε Γιάννη» (εννοούσε βέβαια τον Ψυχάρη). «Εγώ ταξίδεψα από την Κωνσταντινούπολη (που με αγόρασε σαν σκλαβάκι ο θείος μου ο Αγέλαστος... που ήταν όμως πάντα γελαστός) στο Μπερούτι (Βηρυτό), στη Μέση Ανατολή, στη Γαλλία (Μασσαλία), αλλά πέθανα στην Πατρίδα μας τη Χίο και τα κόκκαλά μου είναι εκεί... Τώρα άλλο θέμα αν με τιμούνε οι Πατριώτες μας και αν σκυλεύουν οι Κυβερνήσεις της Ελλάδας στο Κληροδότημά μου... Πράσινοι-γαλάζιοι κλπ. γυρεύουν να με φάνε. Ευτυχώς όμως υπάρχει και Θεός τον οποίον οι ζωντανοί τον ονομάζουν Σύνταγμα και Συμβούλιο της Επικρατείας».
Ο άνθρωπος που βγήκε από τον Άδη και τα είπε όλα με μια ανάσα, ήταν ο Ζωρζής Δρομοκαΐτης, ο άρχοντας, ο άνθρωπος, ο ευεργέτης των τρελλών, ο οποίος έζησε τη ζωή του κοσμοπολίτικα αλλά αθόρυβα. Ο άνθρωπος που εκτός από τον πλούτο του που τον μοίρασε απλόχερα, βοήθησε να δημιουργηθεί και το Εμπορικό Επιμελητήριο Μασσαλίας (Ε.Ε.Μ.). «Άραγε», σκέφθηκα, «δεν μπορεί μέσα στις τόσες "αδελφοποιήσεις", δεν θα ήταν ωραίο να αδελφοποιηθεί και το Ε.Ε.Μ. με το Ε.Ε. Ελλάδος ή έστω της ιδιαιτέρας μας Πατρίδας της Χίου;».
Ο Δρομοκαΐτης, εύσωμος, αρχοντικός, γεμάτος αλλά όχι χονδρός, με παχύ μουστάκι και μεγάλα μάτια, συνέχισε: «Δεν καταλαβαίνουν αυτοί οι ανεγκέφαλοι που κυβερνούν την Ελλάδα (διότι ναι, οι περισσότεροι είναι ανεγκέφαλοι), δεν καταλαβαίνουν επαναλαμβάνω ότι διώχνουν ευεργέτες αντί να τους τιμούν; Έχουν υπ’όψιν τους ότι όλα μα όλα τα Νοσηλευτικά Ιδρύματα έχουν γίνει εν όλω ή εν μέρει από Δωρεές και Ευεργεσίες;».
Απότομα σηκώθηκε ο Συγγρός από εκεί που καθόταν να διακόψει -μάλλον άκομψα- τον Δρομοκαΐτη: «Αγαπητέ Συμπατριώτη», άρχισε με στόμφο, «παρά το ότι δεν γνωριστήκαμε εν ζωή, εκτιμώ το έργο σου και εκτιμώ το γεγονός ότι εσύ περιέθαλψες μια ομάδα ανθρώπων, τους ψυχασθενείς, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα μέχρι τότε, όπως κι εγώ περιέθαλψα μιαν άλλη ευαίσθητη ομάδα ανθρώπων, τους πάσχοντες από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και τις πόρνες που μέχρι τότε ης "αποθήκευαν" κυριολεκτικώς στις καρβουναποθήκες των Καμινιών. Πέραν από αυτό όμως -και ο Θεός να την ευλογεί- ποιος γνωρίζει ότι το 1/3 του "Ευαγγελισμού" το έχει κάνει η σύζυγος μου;» (και σ’αυτό το σημείο πέρασε τρυφερά το χέρι του γύρω από τους ώμους της γυναίκας του) «που διετέλεσε και Πρόεδρος του Δ.Σ. του νοσοκομείου» (νομίζω πρώτη Πρόεδρος ή τουλάχιστον πρώτη γυναίκα Πρόεδρος Δ.Σ. νοσοκομείου). «Και», συνέχισε, «δεν αναφέρομαι ούτε στα κτήματα που χάρισα στο Ελληνικό Κράτος, π.χ. το κτήμα -Γεωργική Σχολή- στα Ανάβρυτα, ούτε τον Ισθμό της Κορίνθου, που εγώ τον τελείωσα, ούτε για τις 600 σχολικές αίθουσες».
«Ως εκεί!» ακούστηκε η φωνή του Ψυχάρη. «Μην πεις άλλα διότι θα σε λένε "ξιπασμένο". Άλλωστε», συνέχισε, «περισσότερο ξακουστός είσαι για τα Λαυρεωτικά, παρά για τα καλά που έκανες... Τοκογλύφο και απατεώνα σε ανεβάζουν και σε κατεβάζουν τα ΜΜΕ της χώρας μας. Βέβαια, κανένας δεν μιλάει για τις τωρινές φούσκες του Χρηματιστηρίου. Απλώς προσπαθούν να στρέφουν την προσοχή του κόσμου αλλού! Άλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε δηλαδή!!!»
«Για το όνομα του θεού...», ακούστηκε η φωνή του Κοραή, «αφήστε και κάποιον άλλον να μιλήσει»! «Κοίτα ποιος μιλάει για θεό», ακούστηκε η φωνή του Γ. Ψυχάρη. «Εσένα άθεο σε ανεβάζουν, άθεο σε κατεβάζουν»! «Το τι είμαι και στο τι πιστεύω μόνο εγώ ξεύρω», απάντησε ο Κοραής. «Αλλά -χωρίς να θέλω να κάνω το δικηγόρο του κυρίου Συγγρού- δεν είναι δυνατόν ένας τόσο ευαίσθητος άνθρωπος σαν τον Συγγρό να έχει κλέψει φτωχούς που προσπάθησαν να πλουτίσουν με ης μετοχές της Λαυρεωτικής. Το πόσο ευαίσθητος είναι μπορώ να το αποδείξω με δύο επιχειρήματα. Το πρώτο ήδη το ακούσατε: όταν είδε ης πόρνες βουτηγμένες στην καρβουνόσκονη σης αποθήκες των Καμινιών απεφάσισε με τον γέρο Καθηγητή Φωτεινό να κάνει το γνωστό νοσοκομείο, το οποίο υλοποίησε βέβαια η γυναίκα του. Και το δεύτερο, που δεν το γνωρίζετε, στη μεγάλη φωτιά της Κωνσταντινουπόλεως, δεν έτρεξε στο σπίτι του να σώσει τα χρυσαφικά και τα λεφτά από το χρηματοκιβώτιό του, αλλά έτρεξε στους στάβλους να γλιτώσει τα άλογά του να μην καούν. Αυτό για μένα σημαίνει ευαισθησία και ανθρωπιά», συνέχισε ο Κοραής!...
Μια ολιγόλεπτη ησυχία ακολούθησε. Τα άστρα στον ουρανό αναβόσβησαν όπως και τα φώτα απέναντι στον Τσεσμέ. Ένα φωταγωγημένο πλοίο (μάλλον το «Νήσος Χίος») έσχιζε βιαστικά την απαστράπτουσα επιφάνεια της θάλασσας. «Κοίτα, πλοίο» ακούστηκε η φωνή του Κανάρη, «αυτό μάλλον δεν καίγεται με μπουρλότο»! «Συμφωνώ», ακούστηκε να λέει ο έτερος μπουρλοτιέρης, ο Βαρβάκης. «Τώρα οι εξ αγχιστείας πατριώτες μου οι Ρώσοι, παίζουν τον πόλεμο με τους Αμερικανούς πατώντας κουμπιά από απόσταση μερικών εκατοντάδων μιλίων». «Εσείς», ακούστηκε ο Συγγρός, «είστε πλασμένοι με τη θάλασσα, το αίμα σας και ο ιδρώτας σας μυρίζουν θάλασσα», είπε ο Συγγρός απευθυνόμενος στους Βαρβάκη και Κανάρη. «Εγώ όμως τη χάρηκα, τη γλέντησα περνώντας πρώτος από τον Ισθμό της Κορίνθου, ταξιδεύοντας μέσα στα Επτάνησα, περιπλέοντας τις ακτές της Νοτίου Ιταλίας και φθάνοντας μέχρι τη Μασσαλία!» «Ωχ! τώρα θα μας το παίξει και θαλασσοπόρος!» ακούστηκε ο -πάντοτε είρων- Ψυχάρης. «Εσύ τι λες Ιωάννη Αντρέγιεβιτς Λεοντή, ή προτιμάς να σε λέμε Βαρβάκη;»
«Εγώ, τι να πω;» απήντησε ο πάντα σεμνός Βαρβάκης. «Επειδή υπάρχει κι άλλος Γιάννης, εσύ δηλ. ο Γιάννης ο Ψυχάρης, καλύτερα να με λέτε Βαρβάκη! Εγώ λοιπόν», συνέχισε, «ακολούθησα το δρόμο των Ορλώφ και του Σπυρίντωφ, δηλ. ξεκίνησα από τη Βαλτική-Ατλαντικός (Δυτική Ευρώπη)-Γιβραλτάρ-Μεσόγειος-Επτάνησα-Πελοπόννησος. Επτά καράβια γεμάτα προμήθειες για τους πρόσφυγες και τους πένητες. Οι πολλοί χωριανοί μου (Ψαριανοί) ήταν στη Μονεμβασιά, αλλά δεν βαριέσαι έφαγαν κι άλλοι πολλοί... Ο Θεός μας βοήθησε και δεν είχαμε ούτε ναυάγια, ούτε ρεσάλτα από πειρατές. Βέβαια κουράστηκα, έπαθα πνευμονία κι άφησα την τελευταία μου πνοή στη Ζάκυνθο. Εκεί με έθαψαν διότι δεν υπήρχαν τα τεχνικά μέσα να διατηρηθεί το σώμα μου και να ταφώ στα Ψαρά».
«Δεν βαριέσαι», ακούστηκε η χαρακτηριστική φωνή του Κοραή, «ανδρών επιφανών, πάσα γης τάφος. Να εγώ πέθανα στο Παρίσι. Κάποιοι φρόντισαν να μεταφερθούν τα οστά μου στο Α' Νεκροταφείο και μου έφτιαξαν περικαλή τάφο... Και τι έγινε; Μια φορά το χρόνο με θυμούνται κάποιοι πατριώτες μας και μου ψέλνουν ένα τρισάγιο, ενώ εσύ!», είπε απευθυνόμενος στον Ψυχάρη... «Εγώ, τι εγώ;» απάντησε ο Ψυχάρης. «Αν δεν έχεις δικά σου παιδιά δεν σε θυμάται κανένας... Να, κι ο Τριπολίτης με επισκέπτεται πότε-πότε από την εποχή που γειτονέψαμε... Πιο μπρος πάνω από το δρόμο με έβλεπε κι εκείνος!».
Και ο Τριπολίτης απαντά: «Περίεργος είμαι π θα γίνει και με μένα, όταν θα έρθει η ώρα να κλείσω τα μάπα μου! Έχω τέσσερα παιδιά, πολλούς συγγενείς και πολλούς φίλους... όμως ζω σε ανασφάλεια: επειδή δεν είμαι σίγουρος αν θα με θάψουν εδώ (στη Χίο εννοώ) αγόρασα ήδη τάφο, εδώ στο Δημοτικό Νεκροταφείο πάνω από το Μερσινίδι! Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε!...».
«Κάλλιο ταφόδενε παρά ταφογύρευε», είπε κοροϊδευτικά ο Ψυχάρης. «Ε, κύριοι, παρακαλώ, για ηρεμήστε», είπε ο Δρομοκαΐτης. «Συγνώμη κυρία μου», είπε απευθυνόμενος στην Ιφιγένεια Συγγρού, «κι εμένα δεν με πολυεπισκέπτονται στον Αγ. Ιωάννη τον Σιερό, αλλά δεν γκρινιάζω. Κι εδώ που τα λέμε καλύτερα να επισκέπτονται τους συγγενείς τους που τους θάβουν ζωντανούς στα ψυχιατρεία παρά εμάς τους νεκρούς, που ούτε είχαμε ούτε χάσαμε τίποτα!...».
Μετά από αυτή τη διαπίστωση του Ζωρζή Δρομοκαΐτη, ησυχία τάφου απλώθηκε γύρω. Μόνο το κράξιμο ενός γκιόνη ακουγόταν ρυθμικά πάνω στον διπλανό σχίνο, και η μηχανή ενός καϊκιού που περνούσε ανοικτά. Και ξαφνικά, έτσι για να ελαφρύνει mv ατμόσφαιρα, ακούστηκε μια περίεργη φωνή να απαγγέλλει ένα ποίημα:
Ἐγώ, Γεώργιος Σουρής, ἱππότης τοῦ Σωτῆρος
καὶ Χιώτης διαβολόλωλος ἀστείου χαρακτῆρος,
ἐπιχειρῶ νὰ σᾶς εἰπῶ ξηρῶς κι ἐν συντομίᾳ,
τὰ μᾶλλον σπουδαιότερα τοῦ βίου μου σημεῖα,
προτοῦ οἱ βιογράφοι μου καθ' ὅλα μ' ἀνατάμουν
καὶ εἰς ὅλην τὴν ὑφήλιον ρεντίκολο μὲ κάμουν.
Κατ' ἄλλους εἶμαι γέννημα τῆς ἡρωίδος Χίου
καὶ λέγουν, πὼς ἐξ εὐγενοῦς κατάγομαι στοιχείου,
πλὴν ἄλλοι παραδέχονται πατρίδα μου τὴν Σῦρον
καὶ ἄλλοι περισσότεροι τὴν νῆσον τῶν Κυθήρων.
Ἀλλὰ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι πάντα Χιώτης,
μὰ κάποτε καὶ Συριανὸς κι ἔσθ' ὅτε Τσιριγώτης.
«Νάτα μας», τον διακόπτει ο Κοραής, «ευτυχώς που υπήρξε και κάποιος με χιώτικη καταγωγή, να διακωμωδήσει την τότε περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η οποία ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν απέχει και πολύ από τη σημερινή». Πράγματι, ο «κάποιος» ήταν ο... Σουρής, ο οποίος παρουσιάστηκε όχι πολύ καλοντυμένος (συνήθως κυκλοφορούσε με «ελαφριά ενδυμασία» όπως μας εξήγησε). Ο Σουρής κάθισε σε μια γωνιά εντυπωσιασμένος από τόσες παρουσίες και κάτι μουρμούριζε πότε-πότε κρατώντας σημειώσεις για τις προσεχείς του εκδόσεις (σ.σ.: περιμένω να δω τι θα γράψει για εκείνη την αξέχαστη βραδιά!...).
Όμως ξαφνικά από την έξοδο του Άδη φάνηκαν τρία άτομα που περπατούσαν με το χαρακτηριστικό βάδισμα των ναυτικών που ζουν σε κινούμενο έδαφος (το κατάστρωμα του πλοίου συνήθως κινείται ανάλογα με τον κυματισμό της θάλασσας). «Ε, Πατριώτες», φώναξαν, «εμάς δεν θα μας καλωσορίσετε; Κάτι κάναμε κι εμείς για την Πατρίδα», είπαν και οι τρεις με μια φωνή και μια βαριά προφορά. Και μας συστήθηκαν: «Αδελφοί Γέμελοι από τα Καρδάμυλα της Χίου -Μιχάλης και Γιάννης- και Καπετάν-Γιάννης Πατέρας από την Αιγνούσα». Και αρπάζοντας εγώ τη συνέχεια της κουβέντας εξήγησα στους υπόλοιπους ότι οι μεν Γέμελοι μαζί με τις συζύγους τους, Παρασκευή και Καλλιόπη, έχουν φτιάξει στο Δρομοκαΐτειο τη Γεμέλειο Νοσηλευτική Σχολή και το Γηροψυχιατρικό Τμήμα, ο δε Καπετάν-Γιάννης Πατέρας έχει φτιάξει, ως γνωστόν, τη Νέα Πτέρυγα του «Ευαγγελισμού». Ο Ψυχάρης που τους γνώριζε διότι από εκεί περνούσαν πηγαίνοντας στα Καρδάμυλα, είπε πάλι περιπαιχτικά: «Ήντα Χιώτης, ήντα Καρδαμυλιώτης». Εντύπωση μου έκανε η σιωπή του Καπετάν-Γιάννη Πατέρα, αλλά από ό,τι έμαθα αργότερα ποτέ δεν ήταν πολυλογάς!...
Από μακριά ακούστηκε μια καμπάνα... Μάλλον το Μερσινίδι (η Μυρτιδιώτισσα) θα είναι, είπα μέσα μου... Αλλά τι στο καλό, οι καλόγεροι δεν κοιμούνται το βράδυ; Αλλά, σχεδόν συγχρόνως με το χτύπημα της καμπάνας, ακούω ένα ελαφρύ βηματισμό και ένα θρόισμα από... ράσο. Σηκώνω τα μάτια μου και βλέπω έναν λεβεντόγερο ρασοφόρο, ο οποίος και... αυτοσυστήθηκε: «Μάλλον οι περισσότεροι δεν με γνωρίζετε. Λέγομαι Χριστόφορος Σερέμελης και ήμουνα Ηγούμενος στο Μοναστήρι της Μυρτιδιώτισσας κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, θα έχετε διαβάσει μάλλον τα κατορθώματα της ομάδας μας στα βιβλία του Παναγιώτη Καρασούλη για τους αντιστασιακούς του ΕΑΜ που βοηθούσαμε τους κυνηγημένους (Έλληνες και ξένους) να περάσουν απέναντι στα Μικρασιατικά παράλια, για να γλιτώσουν από τη μανία των Γερμανών κατακτητών». Όλοι κουνήσαμε το κεφάλι μας με επιδοκιμασία, κοιτάζοντάς τον με θαυμασμό, σκεπτόμενοι πόσοι ήρωες υπήρξαν στην Ελληνική Ιστορία, πολεμώντας τον κατακτητή (Τούρκο ή Γερμανό δεν έχει σημασία) φορώντας ράσο, με πρόσφατο, σχετικά, παράδειγμα τους Πλάτωνα Φραγκιάδη, Μητροπολίτη Χίου, και τον παπά-Σταμάτη Χαρτουλάρη, που θανατώθηκαν από τους Τούρκους.
Πάλι μεσολάβησε μια βαριά σιωπή. Ο Γιάννης ο Ψυχάρης, πήρε το λόγο μόνος του και με το ειρωνικό του ύφος μας εξήγησε ότι «αν θέλουμε να παρελάσουν όλοι οι επώνυμοι Χιώτες, θα έπρεπε να καθίσουμε τουλάχιστον τρία μερόνυχτα και να λέμε τα κατορθώματα τους. Π.χ. -συνέχισε- δεν κάλεσα τους Αργέντηδες, Ράλληδες, Πετροκόκκινους κ.ά. επωνύμους διότι δεν τους βρήκα. Μην ξεχνάτε ότι ο Παράδεισος φιλοξενεί δισεκατομμύρια καλούς ανθρώπους και όχι μόνον Χριστιανούς! Να, -συνέχισε- προχθές συνάντησα τον Όμηρο ο οποίος βέβαια... ζει στον κόσμο του. Μα ελπίζω -συνέχισε- να τα ξαναπούμε σύντομα και να καλέσω και άλλους επωνύμους Χιώτες».
Ένα τρίξιμο που ακούστηκε σαν να μετακινήθηκε καρέκλα, με έκανε να κοιτάξω πάνω από τον ώμο του Ψυχάρη, προς το βάθος: Πράγματι στην καρέκλα καθόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με τη χαρακτηριστική «μαγουλίκα» (μαντήλα στο κεφάλι) που φορούσαν παλαιότερα οι ηλικιωμένες Χιώτισσες. Δίπλα της όρθια με το χέρι της περασμένο τρυφερά στους ώμους της γιαγιάς, ήταν μια νέα γυναίκα!... Ο Ψυχάρης έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε... εμπιστευτικά: «Είναι οι δύο Μαρίες, Μάνα και Κόρη του Καπετάν-Παναγιώτη του Τσάκου!... Η νέα μας ήλθε σχετικά πρόσφατα... Στη μνήμη τους ο Καπετάν-Παναγιώτης έχει κάνει το ομώνυμο Κληροδότημα που βοηθάει πολύ κόσμο!... Ας είναι γερός και ας έλθει κοντά μας αφού συμπληρώσει 100 χρόνια ζωής κάνοντας αγαθοεργίες».
Μια πνοή από ψυχρό αέρα που φύσηξε με... ξύπνησε! (με έφερε στην πραγματικότητα). Γύρισα και είδα τον τάφο: τίποτα, η ταφόπλακα ήταν στη θέση της και πάνω στη μαρμάρινη στήλη η «φάτσα» του Ψυχάρη να με κοιτάζει μέσα στο σεληνόφως και να μοιάζει να χαμογελά ειρωνικά! Κοίταξα το ρολόι μου και συγχρόνως ακούστηκε από μακριά το ρολόι της Παναγιάς της Ερυθιανής να χτυπάει ρυθμικά: 12 τα μεσάνυχτα... Μάλλον το επισκεύασαν[6] από τον περσινό «ρουκετοπόλεμο» σκέφθηκα, και μάλλον θα το ξανασπάσουν και φέτος οι Αγιομαρκούσοι! Αλλά, δεν βαριέσαι, η ζωή συνεχίζεται!...
Καληνύχτισα τον Γιάννη τον Ψυχάρη και έφυγα για το σπίτι μου που φαινόταν απέναντι, σε απόσταση λιγότερη από 300-400 μέτρα, προβληματισμένος με όσα προηγουμένως διημείφθησαν μεταξύ των επωνύμων!
Ελπίζω μέσα από την... πολυλογία μου να κατάφερα να «μπολιάσω» τον αναγνώστη (ή τον ακροατή) με κάποιες γνώσεις που θα τον προτρέψουν να τις επεκτείνει, βλέποντας π.χ. μέσα στη Βουλή των Ελλήνων τον πίνακα του Κ. Βολονάκη[7] που απεικονίζει τα εγκαίνια του Ισθμού της Κορίνθου τον οποίο αποπεράτωσε ο Ανδρέας Συγγρός (μεγάλη ιστορία... ακόμα θα περιμέναμε το Κράτος να το τελειώσει) ή βλέποντας τα αγάλματα του Κοραή, του Βαρβάκη κλπ επωνύμων, να γνωρίζει «κάτι» γι’αυτούς.

Κ. Βολανάκης, Τα εγκαίνια του Ισθμού της Κορίνθου, 25 Ιουλίου 1893.
Ελπίζω ο σπόρος που έσπειρα (για να χρησιμοποιήσω τα λόγια ΕΚΕΙΝΟΥ) να πέσει σε γόνιμο έδαφος, να βλαστήσει και να αποφέρει καρπούς. (... Γένοιτο και πάλι).
Το κείμενο αφιερώνεται:
α) Στη μνήμη των ανθρώπων που με έκαναν ΑΝΘΡΩΠΟ, και β) Στη νεολαία μας, για να διδαχθούν μέρος της Ιστορίας μας και να είναι υπερήφανοι για τους προγόνους μας!
Με ΑΓΑΠΗ,
Εκτίμηση και Σεβασμό
ο «Χιώτης διαβολόλωλος αστείου χαρακτήρος»
κατά τον Γ. Σουρή
Ευχαριστίες: Στην δακτυλογράφο των καμένων μου κ. Πολυμνία Μπαντουβά για τη συμβολή της στην υλοποίηση του παρόντος πονήματος.
[1] Αναζητώντας οικονομική ενίσχυση για την έκδοση του Β΄ Τόμου (Α΄ Τόμος 2017, Τίτλος: «Επί παντός επιστητού»), η απάντηση ήταν ΑΡΝΗΤΙΚΗ από τους συνεργάτες του φίλου μου!... Ο ίδιος βέβαια… μάλλον δεν έχει ιδέα!...
[2] Στην πραγματικότητα, ο Λουκιανός, στον οποίο κυρίως αναφέρομαι (2ος αι.), ήτο εξελληνισμένος Σύρος σοφιστής και σατυρικός συγγραφέας.
[3] Με τον όρο Ευπατρίδης ή/και Επώνυμος στο παρόν κείμενο, εννοώ ανθρώπους που είχαν σχέση με τη Χίο -όχι απαραίτητα καταγωγή- και άφησαν τα σημάδια τους σιην ιστορία του τόπου, με υλική ή πνευματική κληρονομιά!!!
[4] Το επίθετο της οικογενείας ήταν Τολούδης αλλά μετά το κατόρθωμα (την ανατίναξη της Ναυαρχίδος) τον φώναζαν πλέον Μπουρλώιο.
[5] Το γνωστό περιστατικό που τόσο γλαφυρά περιγράφεται στο ομώνυμο ποίημα «Ο Ματρώζος».
[6] Εδώ αναφερόμαστε στο γνωστό έθιμο ίου ρουκειοπολέμου.
[7] Βλέπε εικόνα στη σελ. 228.































