
ΟΜΙΛΙΑ
Ηρακλέους Μαλανδρίνου
Άρχοντος Πρωτοψάλτου Σμύρνης
Εκφωνήθηκε στην Παλαιά Βουλή των Ελλήνων στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2026 ημέρα Κυριακή και ώρα 19:00.
Σεβαστέ π. Ηλία, εκπρόσωπε του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου.
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Σμύρνης κ.Βαρθολομαίε
Σεβασμιώτατε Άγιοι Αρχιερείς
Αγαπητέ κ. Γεώργιε Αρχοντάκη Πρόεδρε της Ενώσεως Σμυρναίων
Άρχοντες Πρωτοψάλτες, Πρωτοψάλτες, Λαμπαδάριοι, Δομέστικοι και Βασταχτές.
Ψάλτες παντός οφφικίου και ψαλτικού αναβαθμού.
Μαθητές και μαθήτριες της Ψαλτικής Τέχνης.
Φιλόμουσοι πάντες.
Με την προτροπή και την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μου Αγίου Σμύρνης κ. Βαρθολομαίου, βρίσκομαι σήμερα εδώ, σε αυτό το ιστορικό βήμα της παλαιάς Βουλής των Ελλήνων, έχοντας επιφορτιστεί με την ύψιστη τιμὴ και συνάμα την μεγάλη ευθύνη, να πραγματευθώ ενός θέματος το οποίο συγκινεί και εμπνέει κάθε φιλόμουσο χριστιανὸ. Συγκινεί όμως και εμπνέει ιδιαιτέρως εμάς όλους, όσοι μετέχουμε της ψαλτικής τέχνης, ως διάκονοι των αναλογίων της Εκκλησίας, αλλά και όλους όσοι, έλκουν την καταγωγή τους από την ευλογημένη Μικρασία, και ειδικά από την ιστορική πόλη της Σμύρνης. Το θέμα, το οποίο σήμερα έχουμε ενώπιον μας, φέρει τον τίτλο η «Ψαλτική παράδοση της Σμύρνης», η οποία αποτελεί τον αδαμάντινο εκείνο κρίκο της εκκλησιαστικής μουσικής παράδοσης, ο οποίος δια μέσου των αιώνων, αναπτύχθηκε και μεγαλούργησε στην πόλη αυτή «των αθανάτων ονείρων».
Η Σμύρνη, η ξακουστή Πόλη της Ιωνίας, ονομαζομένη κατὰ καιροὺς «Το Παρίσι της Ανατολής», δεν υπερείχε μόνο εμπορικά και πνευματικά εντός του Οθωμανικού κόσμου, αλλά κατείχε και μια τεράστια μουσική παράδοση, τόσο κοσμική όσο και εκκλησιαστική. Η Εκκλησιαστική, η οποία και θα μας απασχολήσει, φυτεύτηκε εκεί εκ της Βασιλευούσης, αλλ΄όμως άνθησε με ίδιον άρωμα.
Στη Σμύρνη, η Ψαλτική για πολλούς αιώνες, συνδύαζε το αυστηρό ύφος της Πατριαρχικής παραδόσεως, μετα της εκφραστικής λεπτότητος, και της μουσικής καλλιέπειας, η οποία ανέβλυζε εκ του Ιωνικού πνεύματος, και της πολυπολιτισμικής κοινωνίας της.
Στο σημείο αυτό είναι μια καλή ευκαιρία να πω εξαρχής, πως όταν μιλάμε για το ύφος το οποίο χαρακτήριζε την Ψαλτική της Σμύρνης, δεν μιλάμε μόνο για το ύφος το οποίο παραλάβαμε, από τις έντυπες εκδόσεις του Νικολάου Πρωτοψάλτου Σμύρνης και των επιγόνων του. Μελετώντας κανείς κώδικες Πρωτοψαλτών Σμύρνης πριν το Νικόλαο, αντιλαμβάνεται ευθύς, πως στη Σμύρνη επικρατούσαν μέλη αυστηρά βυζαντινά, χωρίς μελικές υπερβολές και υπεραναλύσεις, οι οποίες ναι μεν καθιερώθηκαν στην περιοχή πριν την Μικρασιατική καταστροφή, αλλ’όμως δεν αποτελούν το μοναδικό δείγμα μουσικής γραφής, αυτού το οποίο ονομάζουμε Σμυρναϊκή εκκλησιαστική μουσική. Μελοποιήσεις είτε παλαιών κλασικών μαθημάτων, όπως τα παρέλαβαν από Βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς μελοποιούς, είτε σύγχρονες για την εποχή μελοποιήσεις, βασισμένες στους δρόμους και τα πατήματα προγενεστέρων μουσικών και διδασκάλων της Ψαλτικής Τέχνης, αποτελούσαν για πάμπολλα χρόνια το κεντρικό και βασικό μουσικό ρεπερτόριο, της λειτουργικής και λατρευτικής μουσικής στη Σμύρνη. Σήμερα, θα έχουμε το προνόμιο, να αντιληφθούμε του λόγου το αληθές, από τον χορό μας, ο οποίος αποτελείται από μαθητές, φίλους και συνεργάτες μας, με τους οποίους στο τέλος θα ψάλλουμε μαθήματα της Σμυρναϊκής Ψαλτικής παράδοσης, τόσο της παλαιότερης όσο και της νεότερης.
Αυτό το οποίο σήμερα ονομάζουμε Σμυρναϊκό ύφος, και το οποίο έφτασε στον Ελλαδικό χώρο μετά το 1922, αποτελεί θα λέγαμε την τελευταία εκδοχή μιας τοπικής δημιουργίας, η οποία περιλαμβάνει την περίοδο 1833-1906, και η οποία είναι αποτέλεσμα της καθοριστικής συμβολής, μιας πληθωρικής μουσικά και ψαλτικά προσωπικότητας, του μακροβιότερου Πρωτοψάλτου Σμύρνης Νικολάου Γεωργίου. Ο Νικόλαος, φαίνεται να έμεινε στη θέση αυτή για περίπου πενήντα τρία χρόνια, αφήνοντας πλήθος μαθητών και μουσικών εκδόσεων, πράγμα που καθόρισε τη διαμόρφωση ενός άλλου ύφους, που τελικά επικράτησε, έφτασε μέχρι τις ημέρες μας, και το οποίο χαρακτηρίζουμε Σμυρναϊκό.
Η Σμύρνη, η «Καλλίστη» των αρχαίων, η «άκρα πόλις» των νεωτέρων χρόνων, υπήρξε ανέκαθεν σταυροδρόμι πολιτισμών και εμπορίου. Η στρατηγική της θέση στο Αιγαίο, ως φυσική πύλη προς την Ανατολή, την κατέστησε κέντρο. Εντός αυτού του κοσμοπολίτικου χωνευτηρίου, ο Ελληνισμός της Σμύρνης διατήρησε, διέδωσε και καλλιέργησε, την εθνική και θρησκευτική του ταυτότητα, με περισσή υπερηφάνεια και ζήλο. Κατά τον 19ο αιώνα η πόλη έσφυζε από ζωή, με Έλληνες, Τούρκους, Αρμένιους, Εβραίους και άλλες εθνικότητες, οι οποίοι ζούσαν αρμονικά και με ευγενή ανταγωνισμό. Αποτελούσε λαμπρό κέντρο παιδείας, μουσικής, τυπογραφίας και θεολογικού στοχασμού. Στους μεγαλοπρεπείς Ναούς αυτής, και κυρίως στον Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Φωτεινής, αναπτύσσεται ένα ιδιαίτερο ψαλτικό ύφος, με ξεχωριστή αισθητική και μελωδική καλαισθησία. Τηρείται η πατριαρχική τάξη, και δεσπόζει στις ακολουθίες η αρμονία μεταξύ ιερατείου και ψάλτου. Όλα αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία, διότι αποτελούν το υπόβαθρο της Ψαλτικής άνθησης στην πόλη αυτή.
Στη Σμύρνη, η Ψαλτική Τέχνη θεωρούνταν ως μία εκ των κορυφαίων εκφράσεων του Ελληνικού πνεύματος και της Ορθόδοξης πίστης. Δεν περιοριζόταν εντός των τειχών των ιερών Ναών, αλλά διαπότιζε την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Οι Ψάλτες δεν ήταν μόνο λειτουργικοί συνεργάτες κατά την τέλεση της λατρείας, αλλά σεβάσμιες μορφές με κύρος, ήθος, σεμνότητα και αφοσίωση στο λειτούργημα τους. Πνευματικοί τρόπον τινά οδηγοί, φορείς της παράδοσης και καλλιτέχνες εγνωσμένης αξίας και αποδοχής. Η φωνή τους αντηχούσε στις Θείες Λειτουργίες, στους εσπερινούς και γενικότερα στις ιερές ακολουθίες. Επίσης δεν έλειπαν και από τις κοινωνικές συνάξεις, την ψυχαγωγία αλλά και την διδασκαλία νέων ανθρώπων, τους οποίους προετοίμαζαν για το αναλόγιο. Η Ψαλτική ήταν η μουσική γλώσσα της πίστεως, ικανή να μεταφέρει την κατάνυξη, την χαρά, την θλίψη και την ελπίδα. Μέσα από αυτή, οι Σμυρνιοί εξέφραζαν τα βάθη της ψυχής τους, κοινωνούσαν με το Θείο, λειτουργούσαν και βίωναν τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου. Εκεί η Ψαλτική, δεν υπήρξε απλή εκκλησιαστική ανάγκη, αλλά πνοή ζώσα, καρδία πάλλουσα, συνδετικός κρίκος μεταξύ ουρανού και γης, πιστών και Θεού. Ήταν η φωνή της προσευχής, η έκφραση της ευλάβειας, η εκδήλωση του κάλλους της Ορθοδοξίας. Εξελίχθηκε σε ιδιαίτερη σχολή, με ένα μοναδικό ιδίωμα, το οποίο ενώθηκε με τις ψυχές των Ορθοδόξων Σμυρνιών και χάραξε ανεξίτηλο το σημάδι της στην ιστορία της εκκλησιαστικής μουσικής.
Το Σμυρναϊκό Ψαλτικό ιδίωμα από τον Νικόλαο Πρωτοψάλτη Σμύρνης και μετά, χαρακτηρίζεται από μελωδικό πλούτο και εκφραστικότητα, στοιχεία τα οποία το κάνουν ξεχωριστό και ιδιαίτερα αγαπητό. Τα μέλη είναι περίτεχνα με έντονες μελωδικές γραμμές, γεμάτα καλλωπισμούς και καλοφωνίες. Οι μουσικές φράσεις διακρίνονται από μια βαθιά εκφραστικότητα, ικανή να μεταδίδει πλήθος συναισθημάτων, και να διεγείρει τον ψυχικό κόσμο του ακροατή – πιστού. Δεν υπάρχει ξηρή καταγραφή σημαδιών, αλλά ζωντανή γραπτή ερμηνεία. Στον ρυθμό, ενώ τηρούνται οι κανόνες της μετρικής και της ακρίβειας, υπάρχει μια θαυμαστή ευλυγισία ιδίως στα αργοσύντομα και αργά μέλη. Ο ρυθμός δεν είναι άκαμπτος, αλλά επιτρέπει στον Ψάλτη να αποδίδει το μέλος, με λελογισμένη ελευθερία και προσωπική έκφραση, χωρίς να παραβιάζει το μέτρο.
Η Σμυρναϊκή σχολή, στην τελευταία φάση της, ενώ ακολουθεί με σεβασμό την Ψαλτική παράδοση, και τους κανόνες της Εκκλησιαστικής Μουσικής, δεν είναι στατική. Εισήγαγε, καινοτόμα στοιχεία, νέες μελωδικές γραμμές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις, εμπλουτίζοντας το ρεπερτόριο, χωρίς όμως να απομακρύνεται από το εκκλησιαστικό πνεύμα. Αυτό όμως δεν έτυχε της αποδοχής των Πατριαρχικών Πρωτοψαλτών την εποχή εκείνη.
Η Σμύρνη ευτύχησε να αναδείξει μεγάλο αριθμό φωτισμένων μουσουργών και αριστοτεχνών Ψαλτών, οι οποίοι θεμελίωσαν και διέδωσαν το Σμυρναϊκό ιδίωμα. Οι Σμυρνιοί Ψάλτες, ήταν γνωστοί για την εξαιρετική καλλιφωνία τους. Είχαν άριστη φωνητική καλλιέργεια, καθαρότητα στην άρθρωση των λέξεων, και τέλεια εκφορά του ποιητικού κειμένου. Η τεχνική τους αρτιότητα ήταν υψηλή, πράγμα που τους επέτρεπε την εκτέλεση και των πιο δύσκολων μελών, με άνεση και ακρίβεια.
Στη σημερινή μας ομιλία για την Ψαλτική παράδοση της Σμύρνης, θα εστιάσουμε σε τρείς από τους πολλούς, οι οποίοι υπήρξαν Πρωτοψάλτες Σμύρνης, με σημαντικό μελοποιητικό και διδασκαλικό έργο στον τόπο. Πρόκειται για τρεις ονομαστούς Πρωτοψάλτες, οι δυο εκ των οποίων ήταν Χιώτες, ως και ο νυν Πρωτοψάλτης Σμύρνης και είναι σημαντική διαπίστωση αυτή, καθώς ο επηρεασμός της Ψαλτικής παράδοσης της Χίου από την Σμύρνη, αλλά και η σχέση της λόγο του κομβικού σημείου του νησιού, είχαν σαν αποτέλεσμα πολλές φορές να έχουμε καί στη Χίο πολλούς Σμυρναίους Πρωτοψάλτες αλλά καί στη Σμύρνη και κυρίως στον Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Φωτεινής, Χιώτες Πρωτοψάλτες. Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο επιλέξαμε να αναφερθούμε σε αυτές τις τρεις σπουδαίες προσωπικότητες, είναι γιατί, όπως προανέφερα, στο τέλος της ομιλίας μας θα ψάλλουμε από χορού με μαθητές, φίλους και συνεργάτες μου, μέλη αυτών των τριών, μέσα από τα οποία θα αντιληφθεί το φιλόμουσο ακροατήριο, το μέγεθος της μουσικής δεινότητας των, αλλά και την παραδοσιακή έκφραση της ψαλτικής τέχνης, όπως αυτή υπήρχε στην Σμύρνη από παλαιά αλλά και μέχρι σχεδόν τα γεγονότα του 1922. Θα καταδείξουμε τόσο μέσα από τις ιστορικές και μουσικές περιγραφές μας, οι οποίες θα είναι σύντομες (δεν θα σας κουράσω με πολλά λόγια), όσο και μέσα από την από χορού εκτέλεση μαθημάτων της Σμύρνης, πως η ντόπια ψαλτική της περιοχής είχε δυο βασικά στάδια. Το πρώτο, αφορά μια πολύ μεγάλη και μακρά περίοδο ρεπερτοριακής ψαλτικής συνέπειας, η οποία συνδεόταν άμεσα και αποκλειστικά με την Πατριαρχική ψαλτική και ακραιφνή βυζαντινή χειρόγραφη παράδοση. Το δεύτερο, την προφορική και γραπτή εξέλιξη και ενός άλλου ύφους, με ιδιώματα και χαρακτηριστικά τα οποία έφτασαν μέχρι τις ημέρες μας, και πλέον ονομάζουμε Ψαλτική της Σμύρνης.
Ο πρώτος στον οποίο θα αναφερθούμε είναι ο Πρωτοψάλτης Σμύρνης Θεοδόσιος Ιεροδιάκονος ο Χίος. Ο Θεοδόσιος έζησε, δίδαξε και έψαλλε στη Σμύρνη. Γεννήθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα. Υπήρξε εξηγητής, μελοποιός και κωδικογράφος και μέλη του έχουν διασωθεί σε διάφορους κώδικες στην παλαιά μέθοδο ανάγνωσης της γραφής. Ο Θεοδόσιος απολάμβανε να υπογράφει ως Χίος αλλά και όσοι κωδικογράφοι τον αναφέρουν ακολουθούν το ίδιο μοτίβο. Άλλωστε απ’ ότι φαίνεται γεννήθηκε και παρέμεινε στη Χίο για αρκετά χρόνια προτού μεταβεί στη Σμύρνη και αναλάβει Πρωτοψάλτης εκεί. Υπήρξε Δάσκαλος με έντονη δράση και πολλούς μαθητές με σπουδαιότερο τον μετέπειτα ξακουστό Πέτρο Λαμπαδάριο της Μ.τ.Χ.Ε. ο οποίος διδάχτηκε την ψαλτική Τέχνη από τον Θεοδόσιο κατά την περίοδο που βρισκόταν στη Σμύρνη και πριν μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Το κωδικογραφικό έργο του Θεοδοσίου περιλαμβάνει δυο αυτόγραφους κώδικες. Το χειρόγραφο Αγίου Παύλου 146, έναν σπουδαίο κώδικα του 1758, στον κολοφώνα του οποίου αναφέρει «Η παρούσα μουσική βίβλος η περιέχουσα….. εγράφθη ιδιοχείρως παρ’ εμού του ιεροδιακόνου Θεοδοσίου πρωτοψάλτου μητροπόλεως Σμύρνης».
Το δεύτερο χειρόγραφο από το χέρι του Θεοδοσίου είναι το 128 της Μονής του Αγίου Παύλου. Ο Θεοδόσιος και εδώ συνεχίζει την καταγραφή παλαιών μαθημάτων. Είναι σημαντικό να εστιάσουμε στην προσπάθεια την οποία καταβάλει να διασώσει και να διαδώσει παλαιά μαθήματα με στοιχεία καταγραφής ασματικής παράδοσης. Καταλήγοντας, όπως αναφέρει ο Δημήτριος Κολλιντζάς στο έργο του «Η διαχρονική συμβολή της νήσου Χίου στην ανάπτυξη και εξέλιξη της ψαλτικής τέχνης», έκδοση του Χορού Ψαλτών Χίου, «συνειδητοποιεί κανείς πως ο Θεοδόσιος ο Χίος αναδεικνύεται όχι απλός και παθητικός αντιγραφέας μελών, αλλά συνεχιστής και φορέας ψαλτικών παραδόσεων, τις οποίες, με συνεχή μελέτη και σεβασμό, καταγράφει και διασώζει προς μελέτη και χρήση από τους σύγχρονους του και τους επόμενους».
Σήμερα, θα ευτυχήσουμε στο τέλος να ακούσουμε από το χορό μας το ενδέκατο εωθινό Δοξαστικό του σε ήχο πλάγιο του τετάρτου και εξήγηση Ιωάννου Αρβανίτη Μουσικολόγου στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, τον οποίο ευχαριστώ θερμά για την αγάπη του και την καλοσύνη του να μας το εμπιστευτεί, καθώς επίσης και το θαυμάσιο Κοινωνικό των Εγκαινίων σε ήχο πλάγιο του πρώτου και εξήγηση πάλι του Μουσικολόγου Ιωάννου Αρβανίτη.
Μια σύντομη μουσικολογική προσέγγιση του συγκεκριμένου εωθινού είναι η εξής. Το μάθημα είναι τονισμένο στον πλάγιο του τετάρτου. Το μέλος κινείται αυστηρά στο βαρύ τετράχορδο – πεντάχορδο του ήχου δείχνοντας πως μπορούν να αναπτυχθούν παραδοσιακές και όμορφες μελωδικές γραμμές μέσα σε ένα πεντάχορδο αναδεικνύοντας όλη την ομορφιά του ήχου με σεμνότητα και μουσικά όρια. Ένα μικρό πέρασμα σε ήχο Τέταρτο Άγια της Παπαδικής στη λέξη «Ανάστασιν», είναι αυτή που αλλάζει το ηχοτοπίο του όλου μαθήματος οξύνοντας την συγκεκριμένη λέξη ακριβώς γιατί αποτελεί την βαρύνουσα θεολογική λέξη κλειδί και θέλει να την τονίσει λαμπρύνοντας την μέσα από το οξύ τετράχορδο. Μια προκαταληκτική φράση σε ήχο πλάγιο του πρώτου στον Πα – συνηθισμένη στον πλάγιο του τετάρτου στιχηραρικό – μας προετοιμάζει για να ησυχάσει και να καταλήξει το μέλος στην τονική του ήχου του Νη.
Τον Πρωτοψάλτη Σμύρνης Θεοδόσιο Ιεροδιάκονο τον Χίο, διαδέχεται το 1768 στο αναλόγιο του Μητροπολιτικού Ναού της Αγίας Φωτεινής, ο μαθητής του Δημήτριος Λώτος ο Χίος με τον τίτλο (όπως ο ίδιος αγαπά να υπογράφει στα χειρόγραφα του) Πρωτοψάλτης της των Σμυρναίων Εκκλησίας. Είναι ο δεύτερος στον οποίο θα αναφερθούμε σήμερα. Πρόκειται για έναν σπουδαίο και μοναδικό κωδικογράφο και καλλιγράφο, στενό φίλο του Αδαμαντίου Κοραή, με τον οποίο μάλιστα διατηρούσε τακτική αλληλογραφία η οποία διασώζεται και από την οποία μαθαίνουμε πάρα πολλές πληροφορίες σχετικά με τον Πρωτοψάλτη μας αλλά και την περιρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής.
Η περίπτωση του Δημητρίου Λώτου αποτελεί μιας εξαιρετικής σημασίας περίπτωση Πρωτοψάλτου – μελοποιού – κωδικογράφου, ταυτόχρονα και μια ιδιάζουσα περίπτωση ανθρώπου τόσο σε επίπεδο διαπροσωπικό όσο και σε επίπεδο εκκλησιαστικών σχέσεων. Πολλές προσωπικές και οικογενειακές δυσκολίες και συμφορές, θέματα υγείας και κυρίως την απώλεια της αγαπημένης του θυγατέρας.
Η έρευνα έχει φέρει στην επιφάνεια ένα πραγματικά ογκώδες κωδικογραφικό έργο του Δημητρίου Λώτου Χίου και Πρωτοψάλτου Σμύρνης. Περίπου δεκαεννέα αυτόγραφα του έχουν ταυτοποιηθεί. Αρκετά έχουν δυστυχώς καταστραφεί ή χαθεί στο πέρασμα του χρόνου, κάτι που ανεβάζει τον αριθμό αρκετά. Αξίζει κανείς να θαυμάσει τα χειρόγραφα του τα οποία τα οποία ξεχωρίζουν για την αισθητική τους, την εξαιρετική καλλιγραφία τους και τα στολίσματα τους σε βαθμό να τα χαρακτηρίσει κανείς έργα τέχνης. Μεγάλη βαρύτητα έδινε και στην καταγραφή της προθεωρίας στα αυτόγραφα του, από τα οποία αντλούμε σημαντικά στοιχεία για τα θεωρητικά της Μουσικής μας λίγο πριν την Μεταρρύθμιση των τριών Διδασκάλων.
Υπήρξε Διδάσκαλος Μουσικής στη Σμύρνη με μεγάλο αριθμό μαθητών. Ίδρυσε σχολείο Μουσικής από το οποίο κυρίως βιοπορίζονταν. Ο τόπος και η περίοδος στην οποία έδρασε ο Πρωτοψάλτης μας υπήρξαν ιδανικές για να ασχοληθεί και με την εξωτερική μουσική. Ο Λώτος ως άνθρωπος του πνεύματος και εξαιρετικού κύρους και αποδοχής μουσική προσωπικότητα στη Σμύρνη ασχολήθηκε και με την κοσμική μουσική. Δυστυχώς δεν έχουμε μεγάλο αριθμό σχετικών χειρογράφων παρα μόνο τρία στα οποία καταγράφει συνθέσεις κοσμικής μουσικής, όχι δικές του. Τα χειρόγραφα αυτά βρίσκονται στις ιερές Μονές Αγίου Παύλου, Ξηροποτάμου και Σινά.
Στο τέλος θα ακούσουμε από τον Χορό μας ένα καταπληκτικό κοινωνικό μάθημα των εγκαινίων σε ήχο πλάγιο του πρώτου και μέλος Δημητρίου Λώτου Πρωτοψάλτου Σμύρνης. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα παλαιάς παπαδικής μελοποιίας με εξαιρετικές μουσικές φράσεις, περάσματα και εμβολές ήχων, κορυφώσεις και εξάρσεις με αποκορύφωμα την παρεκβολή συντόμου κρατήματος πριν το Αλληλούια. Χαρακτηριστικό όλων των παλαιών μελισματικών μαθημάτων αυτού του είδους. Ο Λώτος υπήρξε μια κορυφαία μουσική προσωπικότητα το έργο και η αξία του οποίου ακόμα δεν έχει αποτιμηθεί επαρκώς.
Ο τρίτος στον οποίο θα αναφερθούμε είναι ο Νικόλαος Πρωτοψάλτης Σμύρνης. Αυτό το οποίο σήμερα χαρακτηρίζουμε ως Σμυρναϊκό ψαλτικό ιδίωμα είναι αυτό το οποίο δημιούργησε, δίδαξε και διέδωσε ο Νικόλαος και οι επίγονοι του. Μαθητής αρχικά του Μανουήλ Πρωτοψάλτου και κατόπιν σπουδαστής στην Γ’ Πατριαρχική σχολή στην οποία διδάχτηκε το νέο σύστημα από τους τρείς Δασκάλους. Η γέννηση του τοποθετείται ανάμεσα στο 1790 με 1800 κατά τον Μιχαήλ Περπινιά στην Αίνο της Ανατολικής Θράκης. Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Μουσικούς του 19ου αιώνα και ο μακροβιότερος ίσως πρωτοψάλτης Σμύρνης αφού έψαλλε στην Σμύρνη για 53 ολόκληρα χρόνια. Δημιούργησε μια ισχυρή μουσική παράδοση από το αναλόγιο της Αγίας Φωτεινής Σμύρνης καθώς επίσης και μέσα από τη διδασκαλία του σε πλήθος μαθητών, εκδοτική δραστηριότητα κλπ. Κατάφερε να γίνει γνωστός και τα μαθήματα του να διαδοθούν και εκτός Μικρασίας, στην Ελλάδα στο Άγιον όρος και αλλού. Το ύφος του διαφέρει αρκετά από το ύφος των Πατριαρχικών Πρωτοψαλτών και Λαμπαδαρίων, των οποίων αντιμετώπισε την έντονη αμφισβήτηση. Ο Νικόλαος υπήρξε το δίχως άλλο μια προσωπικότητα βεληνεκούς, η οποία καθόρισε τα μουσικά πράγματα της Σμύρνης και άλλαξε εντελώς αυτό το οποίο μέχρι τότε χαρακτηριζόταν Σμυρναϊκή ψαλτική και η οποία ταυτιζόταν σχεδόν ολοκληρωτικά με την Πατριαρχική και την Κωνσταντινουπολίτικη Ψαλτική παράδοση.
Σήμερα θα ακούσουμε από χορού το πρώτο στιχηρό του εσπερινού σε ήχο δεύτερο. Πρόκειται για ένα αργό στιχηρό με ωραιότατα διατονικά περάσματα. Καθώς επίσης και τον πρώτο στίχο «Ρόδον το αμάραντον» μετα κρατήματος από το οκτάηχο σχετικό μάθημα. Πρόκειται για μια ωραιότατη μουσική σύνθεση κατά μίμηση του γνωστού οκτάηχου μαθήματος «Θεοτόκε παρθένε» κυρ Πέτρου Μπερεκέτη με την καταληκτική του φράση να μεταβαίνει ως εισοδική του επόμενου στίχου σε ήχο δεύτερο διατονικό ή λέγετο.
Συμπερασματικά
Η παράδοση η οποία χαρακτηρίζει την ψαλτική της Σμύρνης, μπορεί να διακριθεί σε δυο περιόδους.
Η πρώτη οριοθετείτε με τον Νικόλαο Σμύρνης και αφορά την περίοδο εκείνη πριν από αυτόν. Αυτή χαρακτηρίζετε από μια αυστηρή προσήλωση στο ακραιφνές βυζαντινό και μεταβυζαντινό ρεπερτόριο των μεγάλων κλασικών μουσουργών και συνθετών της μουσικής μας. Τα μέλη τα οποία ψαλλόταν στην Σμύρνη και μάλλον και στην ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας έχουν ως αναφορά τους το αυστηρό, λιτό και δωρικό ύφος των μαθημάτων που είχαν καθιερωθεί να ψάλλονται εντός του Πανσέπτου Πατριαρχικού Ναού. Οι μελοποιήσεις αυτές τόσο στη συλλαβική – σύντομη όσο και στην μελισματική – αργοσύντομη και αργή εκδοχή τους, χαρακτηρίζονται από μελωδικές γραμμές και μοτίβα τα οποία συναντούμε τόσο στο παλαιό στιχηράρι όσο και στην παλαιά παπαδική μελοποιία. Φράσεις που κινούνται κατά κύριο λόγο εντός ενός μουσικού πενταχόρδου με σπάνιες εξάρσεις και κορυφώσεις, χωρίς υπερβολές και μελωδικές εκτροπές και κυρίως χωρίς την χρήση υπεραναλυτικής σημειογραφίας και καταχρηστικής χρήσης των φθορών, χαρακτηριστικά τα οποία συναντούμε στην δεύτερη περίοδο. Μιλούμε δηλαδή για ένα μεγάλο κύκλο βαθιάς προσήλωσης, μαθητείας αλλά και μουσικής δημιουργίας της Ψαλτικής της Σμύρνης προς την ψαλτική παράδοση της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και της Κωνσταντινούπολης γενικότερα.
Η δεύτερη περίοδος είναι εκείνη που όπως είπαμε ξεκινά με τον Νικόλαο Γεωργίου Πρωτοψάλτη Σμύρνης και τους επιγόνους του. Εδώ αλλάζει εντελώς το ψαλτικό κάδρο και η παράδοση της Σμύρνης. Βεβαίως και για να μην παρεξηγηθώ, μιλάμε και πάλι για την ίδια τέχνη, το ίδιο μουσικό σύστημα, την ίδια σημειογραφία και εν τέλει για την ίδια μουσική αλλά με ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία διαμορφώνουν μια νέα μουσική πραγματικότητα. Αυτή είναι τελικά η νέα παράδοση η οποία θα καθιερωθεί στην περιοχή και θα χαρακτηρίσει μέχρι τις ημέρες μας το ύφος εκείνο το οποίο ονομάζουμε Σμυρναϊκό. Εδώ μιλάμε για νέες μελωδικές φράσεις και γραμμές, εξεζητημένα μελωδικορυθμικά σχήματα, χρήση έως βαθμού υπερβολής φθορών και χροών, υπεραναλυτική σημειογραφία με έντονες μελωδικές φράσεις, κορυφώσεις, βυθίσεις και επιτηδευμένα μελωδικά τόξα. Ένα νέο λοιπόν ψαλτικό ύφος, εξαιρετικής δυσκολίας στην ερμηνεία του τέτοιας που συχνά υπερβαίνει τις δυνατότητες του ερμηνευτή, ταυτόχρονα όμως εξαιρετικής αισθητικής και ωραιότητας. Μαθήματα τα οποία απολαμβάνουν θαυμασμού κατά την ερμηνεία τους από ικανούς εκτελεστές και τα οποία διαδόθηκαν τόσο στο Άγιον Όρος όσο και στον ευρύτερο Ελλαδικό χώρο.
Έτσι λοιπόν, η Σμύρνη δεν υπήρξε απλώς ένα κέντρο, όπου ευδοκίμησε η Ψαλτική αλλά κάτι ακόμα μεγαλύτερο, μια ιδιαίτερη και ονομαστή ψαλτική σχολή, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μελοποιούς και ερμηνευτές, οι οποίοι έθεσαν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στην υπόθεση της Βυζαντινής Μουσικής.
Η Ψαλτική της Σμύρνης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και πιο ιδιαίτερα κεφάλαια της ψαλτικής τέχνης. Δεν είναι απλώς ένα ιστορικό μουσικό ύφος, αλλά μια ζωντανή μαρτυρία της εκκλησιαστικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής του Μικρασιατικού Ελληνισμού.
Τα γνωστά γεγονότα διέκοψαν βίαια τη φυσική συνέχεια αυτής της παράδοσης στον τόπο όπου γεννήθηκε. Όμως δεν την εξαφάνισε. Αντιθέτως, η ψαλτική της Σμύρνης μεταφέρθηκε στον Ελλαδικό χώρο μαζί με τους πρόσφυγες. Εδώ η Σμυρναίικη Ψαλτική βρήκε νέο έδαφος για να συνεχίσει να ζει.
Σήμερα το ύφος αυτό συνεχίζει να επιβιώνει με διάφορους τρόπους. Πρώτον μέσα από την προφορική μετάδοση από παραδοσιακούς Δασκάλους οι οποίοι διδάχτηκαν από παλαιούς Σμυρνιούς Πρωτοψάλτες το ύφος αυτό. Δεύτερον, μέσω ηχογραφήσεων παλαιών ψαλτών που ήρθαν από τη Σμύρνη, οι οποίες αποτελούν πολύτιμο υλικό μελέτης. Τρίτον, μέσα από τη σύγχρονη έρευνα, τη μουσικολογική σπουδή, τις μελέτες και τις εκδόσεις.
Το ψαλτικό ύφος της Σμύρνης πρέπει να το μελετάμε σε βάθος ώστε να κατανοούμε το ύφος, τη μορφολογία του αλλά και το ήθος το οποίο αποπνέει μέσα από τη σχέση μουσικής και λόγου, καθώς επίσης και το πνευματικό του υπόβαθρο. Μας καλεί να δούμε την ψαλμωδία όχι ως καλλιτεχνική επίδειξη αλλά ως διακόνημα και προσευχή.
Κλείνοντας, η ψαλτική παράδοση της Σμύρνης δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Ανήκει σε όσους την αγαπούν, τη μελετούν και τη ζουν μέσα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Η ευθύνη να συνεχιστεί αυτή η παράδοση βαραίνει ιδιαίτερα τους νέους ψάλτες, οι οποίοι καλούνται να συνδέσουν με σεβασμό την παράδοση με τη ζωντανή εμπειρία της πίστης.
Σας ευχαριστώ.

































