Σήμερα έχουμε... ποίηση

Σαν χρονογράφημα από τον Δημήτρη Τσεσμετζή
Δείτε τις Φωτογραφίες
Τρί, 22/03/2022 - 17:44

«Η Παγκόσμια ημέρα ποίησης τελείωσε... Οπότε μπορώ τώρα να γράψω κι εγώ... που δεν είμαι ορίτζιναλ ποιητής» αναφέρει σε χρονογράφημα του προς την "Αλήθεια" ο Δημήτρης Μισετζής σημειώνοντας:

«Το πρώτο είναι ένα πού λέγαμε μικροί πριν το Πάσχα, όταν αρκετές οικογένειες αγόραζαν από ένα αρνάκι και το βοσκούσαμε να μεγαλώσει για το φάμε το Πάσχα. Πόσα μικρά παιδιά δεν κλαίγαμε τότε που το... καβαλούσαμε σαν να ήταν αλογάκι, το αγαπούσαμε πολύ σαν κατοικίδιο και κλαίγαμε που θα το έσφαζαν οι πατεράδες μας... Τόσο πού μερικοί δεν το έσφαζαν και αγόραζαν κρέας από τον χασάπη! 

Επειδή πιστεύω ότι θυμάστε μόνο την πρώτη στροφή γι αυτό θα σας το πω όλο:  

Αρνάκι άσπρο και παχύ της μάνας του καμάρι εβγήκε εις την εξοχή και στο χλωρό χορτάρι.

Απ’ τη χαρά του την πολλή απρόσεκτα πηδούσε της μάνας του τη συμβουλή καθόλου δέν ψηφούσε.

«Καθὼς παιδί μου προχωρείς και σαν ελάφι τρέχης να κακοπάθης ημπορείς και πρέπει να προσέχεις».

Χαντάκι βρέθηκε βαθύ ορμά σαν παλληκάρι να το πηδήση προσπαθεί και σπάει το ποδάρι!    

Το δεύτερο είναι δικό μου και το έγραψα από τις αφηγήσεις ενός απόμαχου της θάλασσας που βγήκε στη σύνταξη το έτος 1970, και από τις εμπειρίες και άλλων συναδέλφων μου... 

Αφήγηση παλαιού απόμαχου της θάλασσας (του 1970) 

Πέρασα τρανσιτ (transit) απ'τη ζωή, από καράβι σε βαπόρι. 

Με δυό βαλίτσες στόνα χέρι και στ'άλλο την διεύθυνση των BAR... 

Και όταν ξέμπαρκος, στο σπίτι, ανήψια φίλοι και γνωστοί με ρώταγαν γι Αμερική, 

Ασία και Ωκεανία... 

Κι εγώ, που μόνο τις βαλίτσες είχα μάθει, κι αυτές όχι καλά, -πόσες φορές δεν μου χαλάσαν φερμουάρ-  έπρεπε τις απορίες να τούς λύσω! 

Τούς μίλαγα για γκαλερί, μουσεία κ.λπ. Εις το Busan η Texas street* έχει παιδιά! 

Γεμάτη κι η Βurbon* της Ορλεάνης!    

Και εις το Santos η Rue General Camara*!... 

Τότες, δεν ήταν εύκολο να γίνεις ναυτικός. 

Αμισθος ήμουνα δυό χρόνια, κι η αδερφή μου δούλα μες τη χώρα, μέχρι να ναυτολογηθώ "καθαριστής"! 

Τώρα; Ας είν καλά οι εφοπλιστές και ο Άη Νικόλας, έκανα σπίτι και παιδιά -τώρα στα γηρατιά- κι αν θείο με φωνάζουν τι πειράζει; 

Φθάνει που ξέρω πως εγώ είμ' ο μπαμπάς. 

Δεν βγήκα με μια σύνταξη καλή -κι ευτυχώς που πήρα το " εφάπαξ"- είχα χάσει βλέπεις τα ντισάρτσα**, ήταν τότε στην πατρίδα κατοχή. 

- Κι ο απολογισμός απ'όλα αυτά απόμαχε ποιός είναι; 

- Ντουζίνα οι βλενόρροιες,  στομάχι και δυό κήλες!    

* Κακόφημες περιοχές των λιμανιών που αναφέρω... Κάτι σαν την παλιά Τούμπα του Πειραιά! 

** Χαρτιά που ανέγραφαν την υπηρεσία σε ανασφάλιστα πλοία, υπογραμμένα και σφραγισμένα από την Ελληνική προξενική ή λιμενικη αρχή του εξωτερικού.

Όχι δεν τελειώσαμε

Αν νομίζατε ότι την γλυτώσατε συνεχίζω

... Στίχοι γραμμένοι στα θρανία και στις μαθητικές 5ήμερες εκδρομές, που ενώ άλλοι... γκομένιαζαν, εγώ παρατηρούσα πίσω από τα μαύρα γυαλιά μου, μιά αδιόρατη θλίψη στα μάτια τών μαθητών του γυμνασίου Πετραλώνων, (που οι περισσότεροι ζούσαν σε εργατικές πολυκατοικίες με μικρά μπαλκονάκια), και έτυχε να επισκεφθούν τη Σπάρτη και τον Μυστρά, τις ίδιες ώρες μ' εμάς, και να πιάσω φιλίες με δύο από αυτούς.    

Έτσι λοιπόν, πριν φτιάξω τις πρώτες μου Ευθείες Θέσεως ΜΑΡΚ με τον εξάντα, έφτιαχνα στίχους!  (Και μάλιστα τότε νόμιζα, ότι μπορούσε να γίνει και τραγούδι - μπαλάντα και να τραγουδηθεί, από την αγαπημένη μου τραγουδίστρια Αλεξίου!)  Και περιμένω να τους κρίνετε επιεικώς, μια και φορούσα... γυαλιά !     

"Το παιδί του μπαλκονιού"

Αγόρι με τα μάτια τα θλιμμένα, για δεν γελάαας, ξέρω γιατί, πολλά γιατί...   

(Συνεχίζω χωρίς πολλά. Το τόνο και το μέτρο το πιάσατε...).

Γιατί δεν έτρεξες μωρέ ποτέ σου να περάσεις, καταμεσής Άη Γιαννιού φωτιάς, τις τρεις φορές,  κι όταν καψαλισμένος βγείς, η μάννα να γελάει...

Γιατί δεν έπαιξες ποτέ, τους "κλέφτες κι αστυνόμους" στ'αληθινά, με ντουφεκιές χοντρού αλλατιού! Με τον Ντραγάτη να βαρά σά νάτανε δικά του, τα κόκκινα κεράσια του ξένου χωραφιού.    

Γιατί δε τόσκασες εσύ ποτέ από το σπίτι, // μέσ' το ρουμάνι, σκοτεινιά, νύχτα και να γυρνάς, μ'όλους να σε γυρεύουνε κι άν κάποτε σε βρούνε, χωσμένος 'σύ στης μάννας την ποδιά να μη μιλάς.

Ν' ακούς εκείνον να της λέει γλυκά  μην κλαίς κυρά μου, τώρα πρέπει να γελάς, έγινε άντρας το παιδί κι υπόσχομαι ξανά να μη το ξαναθίξω πουθενά!  

Δεν έκανες λοχάκια εσύ με τ'άλλα τα παιδιά και το κεφάλι σου ποτέ δεν είχες ματωμένο, ξυπόλητος δεν έπαιξες χειμώνα στα νερά, και με κοιτάς και σε κοιτώ με βλέμμα λυπημένο. 

Εσοβαρεύτηκες νωρίς, πολύ νωρίς, σα να 'σαι άνδρας δίχως νάχεις ανδρωθεί. Τα φροντιστήρια, τα πάρτυ σε τραβούν, κι ίσως τα μάτια κάποιου κοριτσιού.

Αγόρι με τα μάτια τα θλιμμένα, για δεν γελάς ξέρω γιατί. Και περιμένεις στο χακί για να ντυθείς, χωρίς παιδιού χαρές νάχεις γευτεί...     

Στη φωτογραφία είμαι με τα Γιαλιά... Και τα παρακάτω τι μου είπαν οι μαθήτριες των Πετραλώνων που τις... μπάνιζα! Τα παρακάτω τα γράφω πάνω στη μαθητική φωτογραφία...

Εδώ παρατηρώ έναν μαθητή των Πετραλώνων και ταυτόχρονα κόβω δύο πρωτευουσιάνες τελειόφητες! Πάνω που νόμισα ότι έριξα την ομορφότερη, επειδή με πλησίασε, αλλά αυτή δεν κρατήθηκε και μου είπε... "τί κοιτάς σα μ@λ@κ@ς ρε Χιώτη; Που είναι ο άλλος»;

 

  

Σχετικά Άρθρα