
- Ἐχθροὶ δύο
Δύο τινὲς ἀλλήλοις ἐχθραίνοντες ἐπὶ τῆς αὐτῆς νεὼς ἔπλεον, ὧν ἅτερος μὲν ἐπὶ τῆς πρύμνης, ἅτερος δὲ ἐπὶ τῆς πρῴρας ἐκάθητο. Χειμῶνος δὲ ἐπιγενομένου καὶ τῆς νεὼς μελλούσης ἤδη καταποντίζεσθαι, ὁ ἐπὶ τῆς πρύμνης τὸν κυβερνήτην ἤρετο πότερον τῶν μερῶν τοῦ πλοίου πρότερον μέλλει καταβαπτίζεσθαι. Τοῦ δὲ τὴν πρῴραν εἰπόντος· «Ἀλλ’ ἔμοιγε οὐκ ἔστι λυπηρόν, εἶπεν, ὁ θάνατος, εἴγε ὁρᾶν μέλλω πρὸ ἐμοῦ τὸν ἐχθρὸν ἀποθνῄσκοντα».
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων οὐδὲν τῆς ἑαυτῶν βλάβης φροντίζουσιν, ἐὰν τοὺς ἐχθροὺς μόνον ἴδωσι πρὸ αὐτῶν κακουμένους.
[Δυο άνθρωποι είχαν έχθρα και φαγωμάρα ανάμεσά τους, για χρόνια. Συνέβη, κάποια φορά, να ταξιδεύουν μαζί πάνω στο ίδιο πλοίο. Είχαν τέτοιο μίσος αναμεταξύ τους που ο ένας πήγε κι έκατσε στην πρύμνη κι ο άλλος στην πλώρη τού πλοίου. Καθώς ταξίδευαν, ξεσπά κακοκαιρία. Το πλοίο θα αναποδογύριζε και θα πήγαινε στον πάτο τής θάλασσας. Τότε εκείνος που καθόταν στην πρύμνη ρωτά τον καπετάνιο: «ποιο μέρος τού καραβιού θα βουλιάξει πρώτο;». – «Η πλώρη!» απαντά ο καπετάνιος. – «Δε με νοιάζει που θα πνιγώ! Μου φτάνει που θα δω τον εχθρό μου να πνίγεται πρώτος!».
Δίδαγμα: πολλοί άνθρωποι τρέφουν τόσο μίσος για κάποιους άλλους που λιγότερο νοιάζονται για τη δική τους ζημιά, αρκεί να δουν τούς εχθρούς τους να καταστρέφονται.
Παροιμία: «Τους έχουν δεμένους με του σκύλου τ’ άντερα» (=για αδιάλλακτους εχθρούς που δεν συμφιλιώνονται, δήθεν επειδή τούς έδεσαν με έντερα σκύλου)].
- Ἔχις καὶ ὕδρος
Ἔχις φοιτῶν ἐπί τινα κρήνην ἔπινεν. Ὁ δὲ ἐνταῦθα οἰκῶν ὕδρος ἐκώλυεν αὐτόν, ἀγανακτῶν ὅτι μὴ ἀρκεῖται τῇ ἰδίᾳ νομῇ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὴν αὐτοῦ δίαιταν ἀφικνεῖται. Ἀεὶ δὲ τῆς φιλονεικίας αὐξανομένης, συνέθεντο ὅπως εἰς μάχην ἀλλήλοις καταστῶσι καὶ τοῦ νικῶντος ἥ τε τοῦ ὕδατος καὶ τῆς γῆς νομὴ γίνηται. Ταξαμένων δὲ αὐτῶν προθεσμίαν, οἱ βάτραχοι διὰ μῖσος τοῦ ὕδρου παραγενόμενοι πρὸς τὸν ἔχιν παρεθάρσυνον αὐτόν, ἐπαγγελλόμενοι καὶ αὐτοὶ συμμαχήσειν αὐτῷ. Ἐνστάσης δὲ τῆς μάχης, ὁ μὲν ἔχις πρὸς τὸν ὕδρον ἐπολέμει, οἱ δὲ βάτραχοι μηδὲν περαιτέρω δρᾶν δυνάμενοι μεγάλα ἐκεκράγεισαν. Καὶ ὁ ἔχις νικήσας ᾐτιᾶτο αὐτοὺς ὅτι γε συμμαχήσειν αὐτῷ ὑποσχόμενοι παρὰ τὴν μάχην οὐ μόνον οὐκ ἐβοήθουν, ἀλλὰ καὶ ᾖδον. Οἱ δὲ ἔφασαν πρὸς αὐτόν· «Ἀλλ’ εὖ γε ἴσθι, ὦ οὗτος, ὅτι ἡ ἡμετέρα συμμαχία οὐ διὰ χειρῶν, διὰ δὲ μόνης φωνῆς συνέστηκεν».
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι, ἔνθα χειρῶν χρεία ἐστίν, ἡ διὰ λόγων βοήθεια οὐδὲν λυσιτελεῖ.
[Μια οχιά (όχεντρα) συνήθιζε να πηγαίνει σε μια πηγή για να πίνει νερό. Εκεί όμως κατοικούσε και μια ύδρα (νερόφιδο). Το νερόφιδο ήταν ενοχλημένο που η οχιά επισκεπτόταν «τα χωράφια του»: «Δεν σου φτάνει ο δικός σου τόπος; Τώρα θα έρχεσαι και στη δική μου επικράτεια;».
Μέρα με τη μέρα, «το θερμόμετρο ανέβαινε». Κάποτε άναψε ο καβγάς, κι αποφάσισαν την κήρυξη πολέμου. Συμφώνησαν ότι, όποιος νικούσε, θα είχε την κυριότητα καί στην πηγή τού νερόφιδου καί στην περιοχή τής οχιάς. Καθόρισαν λοιπόν την επίσημη έναρξη τού πολέμου. Τότε οι βάτραχοι παρουσιάστηκαν στην οχιά, την εμψύχωναν να ξεκινήσει πόλεμο και υποσχέθηκαν να συμμαχήσουν μαζί της: «Ξεκίνα πόλεμο με το νερόφιδο, κι εμείς θα είμαστε στο πλευρό σου!».
Όταν ξεκίνησε η μάχη, ο οχιά πολεμούσε με το νερόφιδο. Αλλά οι βάτραχοι, επειδή δεν μπορούσαν να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια, απλά έβγαζαν κραυγές μ’ όλη τους τη δύναμη. Τελικά η οχιά νίκησε. Και κατηγορούσε τα βατράχια: «υποσχεθήκατε πως θα σταθείτε στο πλευρό μου. Όμως όχι μόνο δεν βοηθήσατε αλλά τραγουδούσατε κιόλας!». Και τα βατράχια είπαν: «καλή μας οχιά, η δικιά μας συμμαχία είναι συμμαχία λόγων κι όχι συμμαχία έργων».
Το παραμύθι διδάσκει πως, όπου υπάρχει ανάγκη για έμπρακτη βοήθεια και στήριξη, η βοήθεια με τα λόγια δεν προσφέρει τίποτα.
Παροιμίες: «Με τα σκατά τηγανίτες δε γίνονται», «Γυρεύγει με το βελόνι ν’ ανοίξει το πηγάδι», «Δεν γίνεται ψωμί με πίτερα, μόν' θέλει αλεύρι», «Τα κάστανα θέλουν κρασί και τα καρύδια μέλι». Λατινική παροιμία: res, non verba (=έργα, όχι λόγια!)].
- Ζεὺς καὶ αἰσχύνη
Ζεὺς πλάσας τοὺς ἀνθρώπους τὰς μὲν ἄλλας διαθέσεις αὐτοῖς ἐνέθηκε, μόνην δ’ ἐνθεῖναι τὴν αἰσχύνην ἐπελάθετο. Διὸ καὶ μὴ ἔχων πόθεν [ἂν] αὐτὴν εἰσαγάγῃ, διὰ τοῦ ἀρχοῦ αὐτὴν εἰσελθεῖν ἐκέλευσεν. Ἡ δὲ τὸ μὲν πρῶτον ἀντέλεγεν ἀναξιοπαθοῦσα. Ἐπεὶ δὲ σφόδρα αὐτῇ ἐνέκειτο, ἔφη· «Ἀλλ’ ἔγωγε ἐπὶ ταύταις εἰσέρχομαι ταῖς ὁμολογίαις ὡς Ἔρως μὴ εἰσελεύσεται· ἂν δ’ εἰσέλθῃ, αὐτὴ ἐξελεύσομαι παραυτίκα». Ἀπὸ δὴ τούτου συνέβη πάντας τοὺς πόρνους ἀναισχύντους εἶναι.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τοὺς ὑπ’ ἔρωτος κατεχομένους ἀναισχύντους εἶναι συμβαίνει.
[Ο Δίας, όταν έπλασε το ανθρώπινο γένος, εφοδίασε όλους τούς ανθρώπους με διάφορες αρετές και ψυχικές διαθέσεις. Όμως, όταν τελείωσε το έργο τής δημιουργίας, συνειδητοποίησε ο Δίας πως ξέχασε να εφοδιάσει τούς ανθρώπους με το πιο σπουδαίο εφόδιο, την αισχύνη, δηλαδή τη ντροπή.
Επειδή λοιπόν δεν είχε κάποια «πόρτα», μέσω τής οποίας να εισαγάγει τη ντροπή μέσα στο σώμα τού ανθρώπου, ο Δίας πρόσταξε την Αισχύνη: «Μπες στο ανθρώπινο σώμα από τον πρωκτό (=πάτο, κωλάντερο), από τον κώλο!».
Η Αισχύνη αυτό δεν το δεχόταν με τίποτα. Ξεσήκωσε επανάσταση: «Αρνούμαι να περάσω από τέτοια τρύπα! Εγώ είμαι η ρίζα όλων τών αρετών. Δεν μου αξίζει τέτοια μεταχείριση!!». Όμως ο Δίας την πίεζε αφόρητα: «Πρέπει να μπεις οπωσδήποτε μέσα στο ανθρώπινο σώμα! Δεν υπάρχει περίπτωση ν’ αφήσω εγώ τούς ανθρώπους χωρίς Ντροπή! Δεν υπάρχει άλλη οδός εισόδου. Αναγκαστικά θα εισέλθεις από τον πρωκτό!».
Η Ντροπή, ύστερα από την τόση πίεση που δέχτηκε από τον Δία, λύγισε: «Εντάξει λοιπόν! Θα εισέλθω στο ανθρώπινο σώμα, από το σημείο που με διατάζεις. Αλλά με μια συμφωνία: αν, μετά από μένα, εισχωρήσει στο ανθρώπινο σώμα και τίποτα άλλο, δηλαδή ερωτικό όργανο, ξέρε πως εγώ αμέσως θα πάρω δρόμο και θα εξαφανιστώ από ’κείνον τον άνθρωπο!». – «Σύμφωνοι!» απάντησε ο Δίας.
Μ’ αυτόν τον τρόπο και μ’ αυτόν τον όρο λοιπόν η Ντροπή εγκαταστάθηκε μέσα στους ανθρώπους. Γι’ αυτό το λόγο και όλοι οι πόρνοι είναι ξεδιάντροποι και ξετσίπωτοι.
Ο μύθος διδάσκει πως όσοι σοδομίζονται έχουν χάσει για πάντα την αίσθηση τής ντροπής.
Παροιμία: «Ο λαγός τον ένα χρόνο είν' ασερνικός και τον άλλο θηλυκός»].
- Ἁλιεὺς αὐλῶν
Ἁλιεὺς αὐλητικῆς ἔμπειρος, ἀναλαβὼν αὐλοὺς καὶ τὰ δίκτυα, παρεγένετο εἰς τὴν θάλασσαν καὶ στὰς ἐπί τινος προβλῆτος πέτρας, τὸ μὲν πρῶτον ᾖδε, νομίζων αὐτομάτους πρὸς τὴν ἡδυφωνίαν τοὺς ἰχθύας ἐξελεῖσθαι πρὸς αὐτὸν. Ὡς δὲ, αὐτοῦ ἐπὶ πολὺ διατεινομένου, οὐδὲν πέρας ἠνύετο, ἀποθέμενος τοὺς αὐλοὺς ἀνείλετο τὸ ἀμφίβληστρον καὶ βαλὼν κατὰ τοῦ ὕδατος πολλοὺς ἰχθύας ἤγρευσεν. Ἐκβαλὼν δὲ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ δικτύου ἐπὶ τὴν ἠιόνα, ὡς ἐθεάσατο σπαίροντας, ἔφη· «Ὦ κάκιστα ζῷα, ὑμεῖς, ὅτε μὲν ηὔλουν, οὐκ ὠρχεῖσθε, νῦν δέ, ὅτε πέπαυμαι, τοῦτο πράττετε».
Πρὸς τοὺς παρὰ καιρόν τι πράττοντας ὁ λόγος εὔκαιρος.
[Ένας ψαράς ήξερε να παίζει πολύ καλά αυλό (φλογέρα). Μια μέρα λοιπόν πήρε μαζί του καί τον αυλό καί τα δίχτυα του, και πήγε στη θάλασσα. Στάθηκε σ’ έναν προεξέχοντα βράχο τής παραλίας για να ψαρέψει. Εκεί έπαιζε τη φλογέρα, πιστεύοντας πως θα μαγέψει τα ψάρια με την ωραία μουσική και πως αυτά θα βγουν μόνα τους στη στεριά.
Αλλά, παρόλο που επί πολλή ώρα έπαιζε τη φλογέρα, κανένα καλό αποτέλεσμα δεν ήρθε: κανένα ψάρι δεν βγήκε από μόνο του στη στεριά.
Τότε παρατά τη φλογέρα, ρίχνει τα δίχτυα στη θάλασσα, και βγάζει πάνω μια πολύ καλή ψαριά. Την ώρα που ξεψάριζε τα δίχτυα στην παραλία και είδε να σπαρταρούν τα ψάρια, είπε: «βρομόψαρα, ελεεινά πλάσματα, προηγουμένως, όταν σάς έπαιζα τόσο ωραία μουσική, δεν χορεύατε. Τώρα, που σταμάτησα τη μουσική, ξέρετε να σαρτοκοπάτε!».
Το παραπάνω παραμύθι ταριάζει για ανθρώπους ατζαμήδες και άσχετους πάνω σε μια τέχνη, που κάνουν ό,τι τούς έρθει στο κεφάλι και δεν εφαρμόζουν αυτό ακριβώς που απαιτεί η τέχνη τους].
- Ἀλώπηξ καὶ βάτος
Ἀλώπηξ φραγμὸν ἀναβαίνουσα, ἐπειδὴ ὀλισθήσασα καταπίπτειν ἔμελλεν, ἐπελάβετο πρὸς βοήθειαν βάτου. Καὶ δὴ τοὺς πόδας ἐπὶ ταῖς ἐκείνης κέντροις αἱμάξασα καὶ ἀλγήσασα πρὸς αὐτὴν εἶπεν· «Οἴμοι· καταφυγοῦσάν με γὰρ ἐπὶ σὲ ὡς ἐπὶ βοηθὸν σὺ χεῖρον διέθηκας. — Ἀλλ’ ἐσφάλης, ὦ αὕτη, φησὶν ἡ βάτος, ἐμοῦ βουληθεῖσα ἐπιλαβέσθαι, ἥτις πάντων ἐπιλαμβάνεσθαι εἴωθα».
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων μάταιοι ὅσοι βοηθοῖς προστρέχουσιν οἷς τὸ ἀδικεῖν μᾶλλον ἔμφυτον.
[Μια αλεπού σκαρφάλωνε έναν φράχτη κι έπεσε. Την ώρα που έπεφτε, πήγε να πιαστεί από έναν βάτο. Όμως ο βάτος τής μάτωσε και της πλήγωσε τα πόδια, με τ’ αγκάθια του. Κι αλεπού τον μάλωνε: «Ντροπή σου! Ζήτησα καταφύγιο σ’ εσένα, στη δύσκολη ώρα μου, κι εσύ μ’ έκαμες χειρότερα!». – «Γλυκιά μου, δικό σου το φταίξιμο! Γύρεψες να πιαστείς από μένα, που εγώ πιάνομαι απ’ τα πάντα;».
Δίδαγμα πρώτο: ματαιοπονείς, αν ζητάς βοήθεια, την ώρα τής ανάγκης σου, από άτομα που έχουν στο αίμα τους την αδικία.
Δίδαγμα δεύτερο: μη ζητάς δανεικά και οικονομική βοήθεια από άτομα που και τα ίδια βρίσκονται σε μαύρα οικονομικά χάλια. Ουκ αν λάβοις παρά τού μη έχοντος!
Παροιμίες: «Ήβρες Άγιο ν’ ανάψεις κερί!», «Ήβρες Άγιο να πάρεις λιβάνι!», «Ήβρες Άγιο να πάρεις συνάλειμμα!» (=βαμβάκι με το οποίο σταύρωναν τις εικόνες και το οποίο μεταχειρίζονταν ως βοηθητικό μέσο και φυλαχτό τών ασθενών). «Μήτε από βάτο να πιαστείς μήτε από χέρια καλογέρου!», «Ήβρες λουλούδι να πάρεις μυρωδιά!», «Ήβρες πούλουδο να πάρεις μέλι!», «Ήβρες άθρωπο να βασιστείς πάνω του!»].
- Ζεὺς καὶ ἄνθρωποι
Ζεὺς πλάσας ἀνθρώπους ἐκέλευσεν Ἑρμῇ νοῦν αὐτοῖς ἐγχέαι. Κἀκεῖνος μέτρον ποιήσας ἴσον ἐνέχεεν ἑκάστῳ. Συνέβη δὲ τοὺς μὲν μικροφυεῖς πληρωθέντας τοῦ μέτρου φρονίμους γενέσθαι, τοὺς δὲ μακρούς, ἅτε μὴ ἐφικομένου τοῦ ποτοῦ [μηδὲ μέχρι γονάτων] εἰς πᾶν τὸ σῶμα ἀφρονεστέρους γενέσθαι.
Πρὸς ἄνδρα εὐμεγέθη μὲν σώματι, κατὰ ψυχὴν δὲ ἀλόγιστον ὁ λόγος εὔκαιρος.
[Όταν ο Δίας δημιούργησε τούς ανθρώπους, πρόσταξε τον Ερμή να χύσει μέσα τους την εξυπνάδα. Ο Ερμής λοιπόν έφτιαξε ένα μετράρι, δηλαδή μετρητικό δοχείο, και, μ’ εκείνο, έχυνε μέσα στους ανθρώπους την εξυπνάδα. Δηλαδή σ’ όλους έχυνε την ίδια ποσότητα εξυπνάδας, όση χωρούσε το μετράρι.
Συνέβη τότε, όταν έχυνε την εξυπνάδα στους μικρόσωμους (κοντούς), το μαγικό υγρό να φτάνει μέχρι πάνω, στην κορυφή τού κεφαλιού τους. Ενώ, όταν έχυνε το υγρό στους μεγαλόσωμους (ψηλούς), το υγρό έφτανε πιο χαμηλά, ανάλογα με το ανάστημα. Μάλιστα, κάποιες φορές, στους ψηλούς, το υγρό δεν έφτανε ούτε μέχρι τα γόνατα! Άρα στους ψηλούς έλαχε ο κλήρος να βγουν κάπως χαζοί.
Ο μύθος αυτός ταιριάζει για άνθρωπο «ψηλό κι άμυαλο».
Παροιμίες: «Ψηλός κι άμυαλος!», «Μη δεις ψηλό και φοβηθείς, κοντό κι αναθαρρέψεις!». Τουρκική παροιμία: Uzun adam ahmak olur, kısa adam çakmak olur (Ψηλός άνθρωπος άμυαλος, κοντός ξυράφι)].
- Ἑρμῆς καὶ τεχνῖται
Ζεὺς Ἑρμῇ προσέταξε πᾶσι τοῖς τεχνίταις ψεύδους φάρμακον χέαι. Ὁ δὲ τοῦτο τρίψας καὶ μέτρον ποιήσας ἴσον ἑκάστῳ ἐνέχει. Ἐπεὶ δέ, μόνου τοῦ σκυτέως ὑπολειφθέντος, πολὺ φάρμακον κατελείπετο, λαβὼν ὅλην τὴν χύσιν κατ’ αὐτοῦ κατέχεεν. Ἐκ τούτου συνέβη τοὺς τεχνίτας πάντας ψεύδεσθαι, μάλιστα δὲ πάντων τοὺς σκυτέας.
Πρὸς ἄνδρα ψευδολόγον ὁ λόγος εὔκαιρος.
[Ο Δίας πρόσταξε τον Ερμή να χύσει μέσα σ’ όλους τούς μαστόρους το μαγικό υγρό τής ψευτιάς. Ο Ερμής, πράγματι, κοπάνησε (έτριψε) τα φάρμακά του, τα διέλυσε σε υγρό, έφτιαξε κι ένα μετράρι, κι έχυνε μέσα σ’ όλους τούς ανθρώπους μια ποσότητα υγρού, όσην χωρούσε το μετράρι.
Μοίρασε σ’ όλους τούς τεχνίτες αυτό το υγρό. Τελευταίος απ’ τους τεχνίτες έμεινε ο σκυτοτόμος (κατεργαστής δερμάτων). Όμως τού Ερμή τού περίσσευε ακόμα μεγάλη ποσότητα υγρού, περισσότερη απ’ όση είχε χύσει μέσα στους άλλους. Έτσι, όλη εκείνη την ποσότητα τού υγρού τήν έχυσε μέσα στον σκυτοτόμο. Κι από τότε συνέβη όλοι οι τεχνίτες να είναι ψεύτες, αλλά οι σκυτοτόμοι πιο ψεύτες απ’ όλους.
Το παραμύθι υπαινίσσεται τις ψευτιές που αραδιάζουν οι διάφοροι τεχνίτες απέναντι στους πελάτες τους και γενικά την ασυνέπεια και αφερεγγυότητα που συχνά επιδεικνύουν οι μαστόροι απέναντι στις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις.
Παροιμίες: «Όλοι οι μαστόροι κοροϊδεύγουν», «Όλοι οι μαστόροι με το ‘αύριο θάρτω’»].
- Λύκοι καὶ κύνες πρὸς αὐτοὺς καταλλαγέντες
Οἱ λύκοι τοῖς κυσὶν εἶπον· «Διὰ τί ὅμοιοι ὄντες ἡμῖν ἐν πᾶσιν, οὐχ ὁμοφρονεῖτε ἡμῖν ὡς ἀδελφοί; οὐδὲν γὰρ ὑμῶν διαλλάττομεν, πλὴν τῇ γνώμῃ. Καὶ ἡμεῖς μὲν ἐλευθερίᾳ συζῶμεν· ὑμεῖς δὲ τοῖς ἀνθρώποις ὑποκύπτοντες καὶ δουλεύοντες πληγὰς παρ’ αὐτῶν ὑπομένετε, καὶ κλοιὰ περιτίθεσθε, καὶ φυλάττετε τὰ πρόβατα· ὅτε δὲ ἐσθίουσιν, μόνα τὰ ὀστᾶ ὑμῖν ἐπιρρίπτουσιν. Ἀλλ’ ἐὰν πείθησθε, πάντα τὰ ποίμνια ἔκδοτε ἡμῖν καὶ ἕξομεν πάντα κοινὰ εἰς κόρον ἐσθίοντες». Ὑπήκουσαν οὖν πρὸς ταῦτα οἱ κύνες· οἱ δὲ ἔνδον τοῦ σπηλαίου εἰσελθόντες πρότερον τοὺς κύνας διέφθειραν.
Ὅτι οἱ τὰς ἑαυτῶν πατρίδας προδιδόντες τοιούτους μισθοὺς λαμβάνουσι.
[Οι λύκοι πήγαν σ’ ένα μαντρί, όπου οι σκύλοι φρουρούσαν τα πρόβατα, κι είπαν στους σκύλους: «Για ποιο λόγο, ενώ είστε όμοιοι μ’ εμάς τούς λύκους στα πάντα, δεν μονοιάζετε και δεν συμμαχείτε μαζί μας, εφόσον ανήκουμε στην ίδια ράτσα; Εμείς, οι λύκοι, δεν έχουμε καμμιά διαφορά από σας, τους σκύλους, παρά μόνο στις ιδέες και αντιλήψεις. Εμείς ζούμε ομαδική ζωή, με βάση το πνεύμα τής ελευθερίας. Δηλαδή δεν θέλουμε αφεντικά πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Αντίθετα, εσείς, οι σκύλοι, είστε υπηρέτες τών ανθρώπων. Και μάλιστα ανέχεστε να τρώτε και ξύλο, με άκρα δουλοπρέπεια! Και δέχεστε να φοράτε λουριά γύρω από τούς λαιμούς σας και να φρουρείτε πρόβατα! Κι όταν οι άνθρωποι σφάζουν τα πρόβατα και τα τρώνε, σ’ εσάς, που τους υπηρετείτε, σας πετάνε μόνο τα κόκκαλα! Αλλάξτε λοιπόν κεφάλι! Αν συμμαχήσετε μαζί μας και μας παραδώσετε τα κοπάδια τών προβάτων, τότε όλα θα είναι κοινά μεταξύ μας. Και μαζί θα τα τρώμε όλα, εσείς κι εμείς».
Τα σκυλιά πείστηκαν απ’ αυτά τα ωραία λόγια τών λύκων. Έτσι οι λύκοι μπήκαν στο μαντρί, σκότωσαν τα σκυλιά, κι έφαγαν μόνοι τους τα πρόβατα.
Δίδαγμα: όσοι προδίδουν την πατρίδα τους αυτή την αμοιβή εισπράττουν].
- Ἀλώπηξ καὶ κροκόδειλος
Ἀλώπηξ καὶ κροκόδειλος περὶ εὐγενείας ἤριζον. Πολλὰ δὲ τοῦ κροκοδείλου διεξιόντος περὶ τῆς τῶν προγόνων λαμπρότητος καὶ τὸ τελευταῖον λέγοντος ὡς γεγυμνασιαρχηκότων ἐστὶ πατέρων, ἡ ἀλώπηξ ἔφη· «Ἀλλὰ κἂν σὺ μὴ εἴπῃς, ἀπὸ τοῦ δέρματος φαίνῃ ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἶ γεγυμνασμένος».
Οὕτως καὶ τῶν ψευδολόγων ἀνθρώπων ἔλεγχός ἐστι τὰ πράγματα.
[Η αλεπού με τον κροκόδειλο μάλωναν σχετικά με το σόι τού καθενός: λογόφερναν ποιος έχει περισσότερο αριστοκρατική καταγωγή. Ο κροκόδειλος, αφού ανάφερε πολλά, σχετικά με την ευγενική του κοινωνική καταγωγή, στο τέλος συμπλήρωσε: «κοντά σ’ όλα τ’ άλλα, οι πρόγονοί μου χρημάτισαν καί διευθυντές γυμναστηρίου».
Του λέει η αλεπού: «Αυτό, ακόμα κι αν δεν μου τό ’λεγες, σίγουρα φαίνεται από το δέρμα σου, ότι γυμνάζεσαι εδώ και πολλά χρόνια!».
Όσοι μεγαλοπιάνονται και παριστάνουν τούς αριστοκράτες, το μόνο που καταφέρνουν είναι να γελοιοποιούνται, να ξεπέφτουν στα μάτια τών άλλων και να γίνονται αντικείμενο ειρωνικών σχολίων].
- Ζεὺς καὶ ὄφις
Τοῦ Διὸς γάμους ποιοῦντος, πάντα τὰ ζῷα ἤνεγκαν δῶρα, ἕκαστον κατὰ τὴν οἰκείαν δύναμιν. Ὄφις δὲ ἕρπων ῥόδον λαβὼν ἐν τῷ στόματι ἀνέβη. Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ζεὺς ἔφη· «Τῶν ἄλλων πάντων τὰ δῶρα λαμβάνω, ἀπὸ δὲ τοῦ σοῦ στόματος λαμβάνω οὐδ’ ὅλως».
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τῶν πονηρῶν αἱ χάριτες φοβεραί εἰσιν.
[Κάποτε ο Δίας έκανε τούς γάμους του. Όλα τα ζώα τού έφεραν κάποιο δώρο, το καθένα κατά τη δύναμή του. Πήγε και το φίδι στον Όλυμπο έρποντας: έφερε στον Δία ένα τριαντάφυλλο, που το κρατούσε στο στόμα του.
Όταν ο Δίας είδε το φίδι, του είπε: «Απ’ όλα τα ζώα δέχομαι δώρα. Από σένα ειδικά, έστω κι αν μου το προσφέρεις με το στόμα σου, δεν δέχομαι δώρο!!».
Ο μύθος υπαινίσσεται ότι κανείς δεν εμπιστεύεται τούς παλιανθρώπους, ακόμα κι αν αυτοί έχουν καλές προθέσεις. Δηλαδή οι κάθε είδους ανθρώπινες σχέσεις βασίζονται στον αλληλοσεβασμό και στην ειλικρίνεια. Έτσι και κλονιστεί η εμπιστοσύνη, η κάθε είδους σχέση παύει πλέον να υφίσταται].
































