
Επειδή λόγω εποχής και η αυλή και η συναυλία είναι χώροι που τους χρησιμοποιούμε συχνά, ας απολαύουμε εκτός από την ξεκούραση, την ψυχική ικανοποίηση που μας δίνουν και την γλωσσική πορεία τους στον χρόνο…
Η αυλή είναι μια από τις λέξεις που μας έρχονται αυτούσιες αλλά και με την ίδια έννοια από την εποχή του Ομήρου. Αυτή προέρχεται από το ρ. άημι, που σημαίνει: φυσώ, πνέω δυνατά, και αναφέρεται στους ανέμους. Στην ομηρική εποχή ως αυλή χαρακτηριζόταν ο ανοιχτός χώρος μπροστά στην οικία όπου υπήρχαν διάφορα βοηθητικά κτίσματα, αλλά και ο βωμός του «Ἑρκείου Διός»* ο οποίος προστάτευε τον οίκο. Η αυλή είχε δύο θύρες. Η μία οδηγούσε στο δρόμο και λεγόταν αύλειος θύρα, και η άλλη οδηγούσε στο εσωτερικό του οίκου δια μέσου της αιθούσης*. Ο Αθήναιος (189Β) το λέει καθαρά: «ὁ γάρ διαπνεόμενος τόπος αὐλή λέγεται».
Η αυλή μάς έδωσε την αυλαία, που αρχικά είχε τη σημασία παραπέτασμα, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πολυδεύκης στο λεξικό του αφού μας διευκρινίζει (Δ 122) «ἒξεστι δέ καί τό παραπέτασμα αὐλαίαν καλεῖν, Ὑπερείδου εἰπόντος ἐν τῷ κατά Πατροκλέους: «οἱ δέ ἐννέα ἂρχοντες εἱστιῶντο ἐν τῇ στοᾷ περιφραξάμενοι μέρος αὐτῆς αὐλαίᾳ». Με την πάροδο του χρόνου η χρήση τής αυλαίας γενικεύτηκε καθώς κάθε παραπέτασμα λεγόταν αυλαία…
Από τη λέξη αυτή έχουμε πολλά παράγωγα και σύνθετα όπως: αυλίζομαι∙ δηλ. είμαι , μένω ή και περνώ από την αυλή. Όμως, όπως έχουμε επισημάνει και άλλες φορές, η χρήση – σύνθεση των προθέσεων αυξάνει τον πλούτο της γλώσσας μας. Έτσι έχουμε: συναυλίζομαι∙ δηλ. συναναστρέφομαι, συναθροίζομαι, συναυλισμός = συνοίκησις (δηλ. συγκατοίκηση), καταυλίζομαι, καταυλισμός δηλ. μέρος όπου στρατοπεδεύει – σταθμεύει ο στρατός. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πούμε πως και η Αυλίδα (Αυλίς –ίδος) όπου στρατοπέδευσαν οι Αχαιοί περιμένοντας να εκστρατεύσουν για την Τροία, εμπίπτει στον ίδιο κανόνα (βλ. Ιλ. Ι 232) «ἐγγύς γάρ νηῶν και τείχεος αὖλιν ἒθεντο» δηλ. στρατοπέδευσαν. Θα ήταν παράληψη να μην πούμε πως με την πρόθεση «επί» έχουμε την αγροτική κατοικία του βοσκού, που σήμερα έγινε πολυτελής εξοχική κατοικία- έπαυλη των πλουσίων.
Ακόμα∙ η λέξη άγραυλος (αγρός + αυλή), καθώς και το ρ. αγραυλέω –ω που σημαίνει ζω στους αγρούς. πρβλ. τους «αγραυλούντες ποιμένες» κατά την γέννηση του Χριστού.
Τώρα, ας πάμε στη…συναυλία για να δούμε το κοινό στοιχείο που έχουν οι άσχετες εννοιολογικά λέξεις «αυλός» και «αυλή», οι οποίες βλέπουμε ότι έχουν κοινό στοιχείο τον αέρα και το ρήμα «ἂημι» που σημαίνει πνέω, φυσώ δυνατά. Απ’ εδώ παράγεται και η ομόρριζη λέξη «αὐλός» που είναι κάθε πνευστό όργανο, στο ένα άκρο του οποίου φυσά ο μουσικός και από το άλλο βγαίνει ο «ἀήρ» και παράγει ήχο μελωδικό. Και εδώ πρώτη αναφορά υπάρχει στον Όμηρο (βλ. Ιλ. Κ. 13) «αὐλῶν συρίγγων τ’ ἐνοπήν ὃμαδον τ’ ἀνθρώπων» δηλ. ήχον συρίγγων (άκουε) κι αυλών κι οχλοβοή ανθρώπων. Για τον αυλό υπάρχει αναφορά και στον Αριστοτέλη (βλ. Ιστορ. Ζώων 7. 1,7) «ὁ παρθένιος αὐλός τοῦ παιδικοῦ ὀξύτερος».
Τέλος; να πούμε για τον άσκαυλο (ασκός + αυλός), τον πλαγίαυλο (παγιαύλι;) αλλά και τον δίαυλο που ήταν διπλός δρόμος σταδίου**. Για να φτάσουμε στη συναυλία (συν-αυλέω = παίζω αυλό) μαζί με άλλα όργανα, σε αντίθεση προς την «μονωδία» (βλ. Αθην. 617 F). Με την τεχνική σημασία της λέξης αυλός έγινε το παράγωγο αυλών, που σημαίνει κάθε κοίλωμα που βρίσκεται μεταξύ βουνών, υψωμάτων, κοιλάδα, απ’ όπου έχουμε και το τοπωνύμιο Αυλών (Αυλώνας).
Όμως ας τελειώσουμε με τον…πύραυλο που μοιάζει με σωλήνα (αυλός) και εκτοξεύει (παίρνει κίνηση) από τη φωτιά (πυρ).
Τώρα αν πείτε πως «στην αρχαιότητα δεν είχαν πυραύλους», θα σας απαντήσω, πως, πυραύλους μπορεί να μην είχαν, όμως μας κληρονόμησαν λέξεις για όλα∙ από τους πυραύλους παγωτά μέχρι τους πυραύλους για το διάστημα.
* Ένα από τα πολλά προσωνύμια του Διός. Έρκος (το) = φραγμός, προστασία, τείχος της αυλής. βλ. Ιλ. Δ360 «ποῖον σε ἒπος φῦγεν ἓρκος ὀδόντων» δηλ. τι λόγος ξέφυγε από το φράγμα των δοντιών σου (δηλ. την οδοντοστοιχία σου).
** Αίθουσα ήταν χώρος στραμμένος προς την ανατολή ανοιχτός από μπροστά και εκτεθειμένος στον ήλιο. Η λέξη αρχικά ήταν μετοχή του ρ. αίθω = ανάπτω, καίω δηλ. ο αίθων, η αίθουσα, το αίθον
Πρβλ. το σημερινό αίθριο, αλλά και τον αίθριο καιρό που δεν «εμποδίζουν» τον ήλιο τα σύννεφα.
*** Δίαυλος ήταν διπλός δρόμος σταδίου (δηλ. ο αθλητής πήγαινε & επέστρεφε στην αφετηρία).
































