
Θεωρώ γνωστό πως οι Έλληνες αγαπούσαν και αγαπούν το κρασί από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα. Γι’ αυτό από τα αρχαία χρόνια όταν άνοιγαν τα καινούργια κρασιά, το γιόρταζαν, αφού είχαν ιδιαίτερη γιορτή στις 15 Φεβρουαρίου την περίοδο των «Ἀνθεστηρίων» που λέγονταν «πιθοίγια» (ρ.οἴγνυμι[ανοίγω] τον πίθο). Η γιορτή όμως δεν σταματούσε εκεί, αλλά συνεχιζόταν στα συμπόσια (συν-πίνειν[κοινή πόση]) δηλ. πίνω παρέα με τους άλλους, όπου εκτός των άλλων συνέβαινε και το παρά πότον φιλοσοφείν. Έτσι φτάσαμε μέχρι το σημερινό «τσιμπούσι» με την ίδια ουσιαστικά λογική.
Παρά το ότι οι Αθηναίοι θεωρούνταν λιτοδίαιτοι και μικροτράπεζοι όπως μας λέει και η αρχαία έκφραση «Ἀττικηρώς ζῇν» την οποία επιβεβαιώνει και ο Ηρόδοτος όταν σημειώνει, πως οι Έλληνες είχαν για παντοτινό σύντροφο τη φτώχια… Εντούτοις αγαπούσαν το φαγητό αφού χαρακτηριζόταν ως φιλοτράπεζοι και φιλότρωγες∙ και σε συνδυασμό με το κρασί οδηγούνταν σε οινοποτικά ξεφαντώματα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινίσουμε τη διαφορά μεταξύ οίνου και κρασιού, που είναι, ότι το κρασί γίνεται με ανάμειξη (ρ. κεράννυμι) με νερό, ακόμα και θαλασσινό, μέσα σε αγγεία που λεγόταν κρατήρες, σε συνήθη αναλογία 1/3. Ενώ οἶνος* ήταν χωρίς ανάμιξη με νερό δηλ. άκρατος. Όμως η ακρατοποσία ήταν σπάνια την περίοδο της αρχαιότητας. Αυτό μπορούσε να συμβεί στο τέλος του συμποσίου όπου έπιναν έναν κοτυλίσκο άκρατου οίνου για να ευχαριστήσουν τους θεούς… Γινόταν ακόμα και στην περίπτωση, όπως μας λέει ο Πλούταρχος (εις Θεοκρ. Σ 151), να πίνουν άκρατο οἶνο «οἱ μέλλοντες πολεμεῖν…καί ἂκρατον οἶνον ἒπινον, ὡς θερμοί ὦσι, καί μή δειλιῶσιν, ὅ καί ἀκρατισμόν ἐκάλουν». Ίσως γι’ αυτό οἶνος κατά τον Ιπποκράτη εκκαλείτο «ἀνδρεῖος, ἤ εὔτονος…». Είναι φανερό πως το κρασί δεν έλλειπε ποτέ από το τραπέζι. Ήταν πολύ φθηνό** και προσφερόταν ακόμα και στις γυναίκες κυρίως στις γιορτές και στις θρησκευτικές δραστηριότητες, όπου αυτές γινόταν οἰνωπαί∙ δηλ. αποκτούσαν «ὂψιν ζωηράν, χαρωπήν ἐρυθρᾶν καί ὀφθαλμούς λάμποντας» (βλ. Γλωσσ. Ιπποκρ. Συλλ.).
Ο Έριφος ο κωμοδιογράφος γράφει πως το δόλιο το κρασάκι κάνει ως και τους γέροντες να στήνουν το χορό τους. Πολλές φορές έβαζαν μέσα στα κρασιά διάφορα μυρωδικά και αρώματα όπως θυμάρι, γλυκάνισο, μέντα, δεντρολίβανο και μυρτιά.
Ως προς την ονομασία του οίνου ο Πλάτων μας λέει: «οἰόνουν αὐτόν φησίν εἶναι διά τό οἰήσεως ἡμῶν τόν νοῦν ἐμπιπλάν» δηλ., ότι μας γεμίζει το μυαλό έπαρση. Παράλληλα όμως, «πάσας δ’ ἐκ καρδίας ἀνίας ἀνδρῶν ἀλαπάζει πινόμενος κατά μέτρον». Ακόμα, μας λέει στον «Κρατύλο» (406c) ότι ο Διόνυσος είναι ο «διδούς τόν οἶνον» ως βοτρυοτρόφος (βλ. Ορφέως Ύμνοι) δηλ. τρέφει τα σταφύλια και επειδή κάνει τους περισσότερους πότες «οἴεσθαι νοῦν ἒχειν» δηλ. να νομίζουν (ρ. οἴομαι) ότι έχουν τα λογικά τους (ενώ δεν τα έχουν), έτσι θα ήταν πολύ πιο σωστό να ονομαστεί «οἰόνους»***.
Ο Νίκανδρος ο Κολοφώνιος λέει ότι ο οίνος οφείλει το όνομά του στον Οἰνέα «Νίκανδρος ὁ Κωλοφώνιος ὠνομάσθαι φησίν ἀπό Οἰνέως» συμπληρώνοντας ακόμα «Οἰνεύς δ’ ἐν κοίλοισιν ἀποθλίψας δεπάεσειν οἶνον ἒκλεισε» δηλ. ο Οινεύς αφού έστυψε μέσα σε κοίλα αγγεία τον χυμό των σταφυλιών, εκκάλεσε τούτον οίνον.
Ο Πλάτων στον «Κρατύλο» ετυμολογώντας τη λέξη οἶνος, λέει ότι τον ονομάζουν οἰόνουν γιατί γεμίζει το νού μας με έπαρση (οἴησιν) ή ίσως τον ονόμασε έτσι από τη λέξη ὂνησις/ωφέλεια. Ο ίδιος στο 2ο βιβλίο των νόμων μάς λέει πως η χρήση τού κρασιού καθιερώθηκε για λόγους υγείας.
Για τις ευεργετικές ιδιότητες του κρασιού, ο γιατρός της αρχαιότητας Γαληνός αναφέρει ότι το κρασί είναι «χρηστοῦ αἳματος γεννητικόν». Ο Ιπποκράτης στο «περί διαίτης» έργο του λέει πως το γλυκόπιοτο κρασί δεν βαραίνει το κεφάλι. Και ο Σοφοκλής πως: «τό μεθύειν πημονῆς λυτήριον» δηλ. η μέθη – το κρασί είναι φάρμακο κατά της δυστυχίας.
Ο Σιμωνίδης τοποθετεί τη μουσική και το κρασί στην ίδια αφετηρία. Από τη μέθη προήλθε η εύρεση της κωμωδίας και της τραγωδίας. Γι’ αυτό και τρυγωδία ωνομάστηκε αρχικά η κωμωδία. Ακόμα, πως χωρίς κρασί δεν θα ‘χαμε ούτε έρωτα ούτε τίποτα άλλο που ευχαριστεί τους ανθρώπους. Όμως ο Εύβουλος διαπιστώνει: «τόν δ’ οἶνον ἡμῶν τῷ φρονεῖν ἐπισκοτεῖν» δηλ. το κρασί θολώνει το μυαλό μας.
Ο Όμηρος παρετυμολογώντας κατά κάποιον τρόπο τη λέξη, μας λέει: και συ ο ίδιος πίνοντας, ωφέλεια θε νάχεις. Ακόμα, γνωρίζοντας τα θρεπτικά συστατικά τού κρασιού, λέει, πως το κρασί με το μέλι ανάμεικτο είναι το νέκταρ των θεών «Ὃμηρος θεῶν πόμα τό νέκταρ οἶδεν…» (βλ. Δειπνοσοφιστές βιβλ. ΙΙ).
Σπάνια το έπιναν ζεστό, αλλά δροσερό, αφού το έβαζαν σε ειδικούς κάδους με χιόνι που λεγόταν ψυκτήρες, ή το κατέβαζαν μέσα σε πηγάδι.
Το κρασί εκτός του ότι συνόδευε το φαγητό, αναμεμιγμένο με μέλι και νερό το χρησιμοποιούσαν σε προσφορές, σπονδές****- χόες (ρ. χέω) σε ουράνιες θεότητες, ακόμα και στις συνάψεις συνθηκών ειρήνης.
Είναι βέβαιο πως οι Χιώτες είναι φημισμένοι ως προς τη μαγειρική τέχνη καθώς έχουν επινοήσει έξοχα πράγματα στη μαγειρική.
Όσον αφορά το κρασί ο Θεόπομπος ο Χίος λέει πως οι Χιώτες φύτεψαν και καλλιέργησαν αμπέλια και παρήγαγαν το μαύρο κρασί «Θεόπομπος δέ φησί παρά Χίοις πρώτοις γενέσθαι τόν μέλανα οἶνον». Υπάρχουν τρία είδη κρασιών, το άσπρο, το υπόξανθο και το μαύρο. Το άσπρο κρασί είναι αδύνατο και ελαφρό, ενώ το υπόξανθο βοηθά στη χώνευση επειδή είναι ξηραντικό. Την τέχνη αυτή την έμαθαν από τον Οινοπίωνα, γιό του Διονύσου ο οποίος και έδωσε την ευλογία στο νησί αφού το είχε συνοικίσει μεταδίδοντας τη γνώση αυτή και στους άλλους ανθρώπους. Ο Όμηρος λέει πως το μαύρο κρασί (μέλαινα οἶνον) είναι δυναμωτικό και διατηρεί τις σωματικές δυνάμεις όσων το πίνουν, για πολύ καιρό… Ο Επίλυκος διαπιστώνει πως∙ «κοινῶς δ’ ὁ χῖος (οἶνος) πεπτικός, τρόφιμος, αἳματος χρηστοῦ γεννητικός, προσηνέστατος, πλήσμιος διά τό παχύς εἶναι τῇ δυνάμει». Επίσης μνημονεύει τα «λαγαρισμένα κρασιά τῆς Χίου καί τῆς Θάσου» (δηλ. τα καθαρά, διαυγή). Ο Έρμιπος επαινώντας το χιώτικο κρασί διαπιστώνει πως είναι καλύτερο από το Μαγνησιακό αλλά και της Θάσου. Ο Εύβουλος θαυμάζει το χιώτικο κρασί λέγοντας πως μοιάζει με το νέκταρ (ποτό των θεών). Ο Φιλύλιος…στον ίδιο τόνο φτάνει να πεί πως ακόμα και το σώσμα του χιώτικου κρασιού δεν ζαλίζει…
Από τα νοστιμότερα κρασιά της Χίου, το καλύτερο είναι εκείνο που ονομάζεται Αριούσιο που προερχόταν από την περιοχή ΒΔ του νησιού με την ονομασία Αριουσία χώρα η οποία κατά τον Στράβωνα αρχίζει από την Βολισσό, περιλαμβάνει τον Εγρηγόρο, τα Κουρούνια και γενικότερα αναφέρεται στην περιοχή της σημερινής Αμανής. Ο Ευάνθης οίνος ταυτίζεται με τον Αριούσιο ο οποίος πήρε το όνομά του από τον γιό τού Οινοπίωνα. Τον οἶνο ἐκ τῶν ἀνθέων…ο Ιπποκράτης ἀνθινόν ὠνόμασεν (Γλωσσάριον Ιπποκρ. Συλλογ.) ο δε Ησύχιος ἀνθοσμία. Ακόμα ο Πράμνιος οίνος από την Ικαρία είναι αξιόλογος και πήρε την ονομασία αυτή επειδή ήταν κατάλληλος για αποθήκευση (παραμονή-παραμόνιον-πράμνιον), άλλοι λένε πως επειδή καταπραῢνει τις εξάψεις. Επειδή το κρασί της Χίου ήταν φημισμένο, γίνονταν και εξαγωγές-εμπόριο σε ξένες αγορές μέσα σε αμφορείς ή και σε πιθάρια εφαρμόζοντας εμπορικούς κανόνες, όπως ιδική σφραγίδα με το όνομα του εμπόρου, αλλά και του τοπικού άρχοντα. Οι Χιώτες χρησιμοποιούσαν τους αμφορείς σαν διακριτικό γνώρισμα στα νομίσματά τους.
Γενικά το κρασί της Χίου είναι χωνευτικό, θρεπτικό, κάνει καλό, γλυκόπιοτο και παχυντικό χάρη στα εξαίρετα στοιχεία που το αποτελούν.
Πρόσθετα εξηγητικά
* Επιπλέον ενημερωτικά χωρίς όμως -όπως πιστεύω- να εκφεύγουμε από το θέμα, αντίθετα, για την πληρότητά του θα πρέπει να πούμε κάποιες λέξεις που έχουν ως συνθετικό τη λ. οἶνος, όπως: Οἰνεύς, Οἰνόη - Οἰνοίη, Οἴνοκλος (οἶνος+ κλέος), Οἰνόμαος (οἶνος + μάω[μανθάνω]), Οἰνοπίδης & Οἰνοπίων (οἶνος + ὂψ), Οἶνοψ∙ τη λ. ερμηνεύει ο Σουίδας ως οἴνοπι μέλανι. Οἰνωπός δέ οἰνώδης διαυγής μέλας. Ο Ησύχιος λέει: οἴνοπα μέλαν, οἰνώδη τῇ χροιᾲ (οἰνώπη ἀμπέλου λελαίνης εἶδος). Θα ήταν παράληψη να μην αναφέρουμε τις λ. οἰνοχόος (οἶνος + χέω[χύνω οἶνο στα ποτήρια] ο κεραστής, αλλά και οινοβαρής (οἶνος + βαρύς[μεθυσμένος]) και καρηβαρής∙ αυτός που έχει «βαρύ» κεφάλι από το κρασί. Σχετικό είναι και το όνομα Μελάμπους (μέλας + πούς) ο οποίος εκτός από βασιλιάς του Άργους, ήταν μάντης και γενάρχης ολοκλήρου του «μαντικού γένους» και σύμφωνα με τον Ηρόδοτο όχι μόνο διέσωσε, αλλά ήταν και εξηγητής τής Διονυσιακής λατρείας. Την ίδια λογική ερμηνεία θα πρέπει να δώσουμε και στον «μέλανα ζωμό» των Σπαρτιατών. Βλέπουμε λοιπόν ότι ως προς την ερμηνεία κυρίαρχο ρόλο παίζει το μαύρο χρώμα. Εξ’ άλλου η λογική αυτή επιβιώνει μέχρι σήμερα. βλ. «τον κατάπιε το μαύρο κύμα» η «σκοτεινιασμένη θάλασσα» ακόμα και «Μαύρη Θάλασσα» που αποκαλείτο «Οἶνωψ Πόντος» δηλ. είχε το χρώμα του μαύρου κρασιού. Η θάλασσα δε αυτή από άξενος (αφιλόξενος) έγινε Εύξεινος Πόντος από τη στιγμή που πήγαν οι Έλληνες εκεί ποντοπορώντας στον «βαθύρροον Ὠκεανόν».
** Σε αντίθεση με τα άλλα κρασιά το χιώτικο ήταν ακριβό. Και γι’ αυτό θεωρήθηκε μεγάλη προσφορά όταν σε συμπόσιο προς τιμήν της εταίρας Γνάθαινας, ο πλούσιος Δίφιλος εκτός από τα πλούσια φαγητά, διέθεσε και δύο αγγεία με κρασί της Χίου.
*** Σχετική με τους πότες και το κρασί είναι και η απάντηση που διαβάζουμε στο βιβλίο «Φιλόγελως» του Ιεροκλέους εκδ. Εξάντας 1999 σελ. 100 §229,α: «Μέθυσῳ ἐν καπηλείῳ πίνοντι ἐπιστάς τις ἒφη∙ Ἡ γυνή σου ἀπέθανεν, ὁ δε ἀκούσας πρός τόν κάπειλον ἒφη∙ Οὐκοῦν, αὐθέντα, ἐκ τοῦ μελανοῦ κέρασον». ….αφεντικό κέρασε τώρα από το μαύρο κρασί(!).
**** Σπονδή ήταν προσφορά∙ δηλ. ο χυνόμενος οἶνος προς τιμήν των θεών, πριν ακόμα πιούν, για να αγιασθεί το πόμα (πόμα + σπένδω[κάνω θυσία]).
































