Η λέξη και ο λόγος ως ανθρώπινη κατάκτηση

Κυρ, 28/07/2019 - 07:21

 Δυστυχώς σε προτεραιότητα τοποθετείται το παραγέμισμα του μυαλού με αποσπασματικές πληροφορίες, και όχι η καλλιέργεια του στοχασμού.
                                                Σαρ. Ι. Καργάκος     
 

 

Αρχίζοντας να πούμε πως ο άνθρωπος είναι δημιουργός ακόμα και ερμηνευτής αλλά και κύριος της λέξης ως ελάχιστου στοιχείου του λόγου, καθώς είναι αρμόδιος να δώσει την όποια ερμηνεία, καθ’ ότι ο λόγος δεν περιγράφει ούτε απλώς ερμηνεύει. Κατ’ αυτή την έννοια ο άνθρωπος δεν είναι απλώς παραλήπτης και χρήστης ενός ξένου μέσου, αλλά δημιουργός, επειδή ακριβώς βρίσκεται σε άμεση και ουσιαστική επαφή με τη γνώση των πραγμάτων της φύσης.  Έτσι λοιπόν οι λέξεις ως δημιουργήματα τού ανθρώπου αποδίδουν το είναι των πραγμάτων και δίνουν σ’ αυτά λογική οντότητα. Με τον ελληνικό «λόγο» έχουμε υπέρβαση και της θεολογικής θετικότητας, με την έννοια ότι η γλώσσα παύει να είναι κοινή γλώσσα του θεού των ανθρώπων και των ζώων και γίνεται αποκλειστικώς ανθρώπινη. Σύμφωνα με την ανθρώπινη αντίληψη η γλώσσα δεν είναι παραχώρηση κάποιου θεού που απλώς χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο, αλλά διανοητική κατάκτηση τής πραγματικότητας, ανθρώπινη δημιουργία και όχι παραλαβή και χρήση ενός αλλοτρίου μέσου. Εξ άλλου δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, μια και η γνώση πορεύεται από το «λέγειν» στο «διαλέγεσθαι», και ως εκ τούτου δεν είναι απλώς περιγραφική, αλλά έργο εμβαθύνσεως, και τόκος συνειδήσεως.
Ο ελληνικός «λόγος» δεν είναι απλώς «ομιλία» περί των πραγμάτων και περί των κειμένων, αλλά μέσο που την εγκαθιδρύει και επαληθεύει τη γνώση μέσω μιας πνευματικής στρατηγικής η οποία εκπορεύεται και θεμελιώνεται από τον άνθρωπο μέσω της επιστήμης, της σκέψης και της λογικής. Η ανθρώπινη γλώσσα δεν είναι απλώς μια εξελιγμένη μορφή επικοινωνίας, σε σύγκριση με τα στοιχειώδη συστήματα επικοινωνίας των ζώων, αλλά «προάγεται» σε αφηρημένο σύστημα σημάνσεως, πράγμα που προσδίδει ελευθερία στον λόγο. Έτσι υπερβαίνουμε το «είπεν»  και τη γνώση ως εξαγγελία, και εισάγουμε το «διαλέγεσθαι» του λόγου μέσω της γνώσης που καταλήγει στον πολιτισμό. Με αυτό τον τρόπο η γνώση παύει να είναι μυστική ή μυστηριακή, προσωπικό ακόμα και μυστηριακό στοιχείο ή προνόμιο, και γίνεται κοινό κτήμα του ανθρώπου, γνώση οικουμενική και πανανθρώπινη.
Να επισημάνουμε πως εν αντιθέσει προς την πολεμική των όπλων, που διεξάγεται στο πεδίο της μάχης η οποία ενέχει το στοιχείο της επικράτησης, και προς τούτο λειτουργεί μονοσήμαντα, η «πολεμική» των λόγων είναι αμφίδρομη και αμφίσημη∙ η οποία μπορεί να λειτουργήσει και ως αντικειμενικός διάλογος που λειτουργεί αμφίδρομα χωρίς να αποκλείει τη συναλλαγή, τη συνεννόηση και τελικά τη συμφιλίωση. Η πρόοδος λοιπόν συντελείται στο «λέγω» μέσω του «διαλέγομαι» το οποίο δίδει ακόμα και στον «μονήρη» φιλοσοφικό λόγο περιεχόμενο και προοπτική. Καθότι οι Έλληνες ήδη από την εποχή του Ομήρου αναζητούν τον «λόγο» των πραγμάτων και μέσα απ’ αυτόν τον «λόγο» του κόσμου. Έτσι τα πράγματα φαίνεται να ομιλούν, ενώ οι Έλληνες τα αφουγκράζονται και τα καταγράφουν∙ μια και είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε πως «δεν υπάρχει τίποτα» αν δεν του έχει δοθεί όνομα.
Το ελληνικό «λέγειν» είναι προσανατολισμένο στην αλήθεια την θεωρητική ή την ιστορική, και έτσι μέσω της ελληνικής σκέψης εμπεριέχει και το σπέρμα του μη υλικού πολιτισμού.
Ο Έλληνας με βάση τη λογική αναζήτηση φτάνει στο ζενίθ της δημιουργικής του ικανότητας με το διαλέγομαι. Δημιουργώντας, εμπλουτίζοντας, εκσυγχρονίζοντας αλλά και δίδοντας ποιοτική αξία και βάθος στα πράγματα, αφού τους έδωσε το όνομα που τους ταιριάζει. Οι Έλληνες αντιλήφθηκαν πρώτοι μέσω της φιλοσοφίας και της επιστήμης την αξία του ανθρώπου και της κοινωνικής συμβίωσης, αφού ξέκοψαν από την προ-ανθρωπότητα και εγκαινίασαν την μετα-ανθρωπότητα, αφού έμειναν όρθιοι μέσα στον καταναγκασμό της γλωσσικής Βαβέλ. Ως νέοι Οδυσσείς ταξίδεψαν σε όλη τη Γη μεταφέροντας τον «λόγο» μέσω του «διαλέγεσθαι», καθόσον αυτοί ήσαν οι πρώτοι με συνείδηση ανθρωπότητας ως οι πρώτοι λειτουργοί της Ιστορίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο πρωτοστατούν και πρωτοπορούν στη δημιουργία της κοινωνίας μέσω της γλώσσας. Έτσι το πεδίο εξερεύνησης μέσω του εἰδέναι, έγινε βεβαιότητα μέσω της λέξης, του λόγου, της  ομιλίας και της γλωσσικής διαχείρισης.
Το ελληνικό λέγειν είναι αντικειμενικός λόγος ενός υποκειμένου- προσώπου, και γι αυτό ακέραιος και καίριος λόγος. Αυτός είναι ο Ομηρικός λόγος ο οποίος δεν διακρίνει τα πράγματα με τυπικά κριτήρια αφού «λέγει» χωρίς αποκλεισμούς.
Αν κάτι αλλάζει ως προς αυτό, ξεκινάει από την εποχή του Πλάτωνα όπου ο λόγος δηλώνεται ως η ιδέα και θέληση της επίσημης «αλήθειας» (της εξουσίας).
Αν και οι Έλληνες δεν αναγνώρισαν ποτέ το κράτος υποκειμένου (δηλ. απόλυτης εξουσίας), εντούτοις δεν αρνήθηκαν ποτέ την ανθρώπινη προσωπικότητα και ατομικότητα μέσω της δημιουργίας, και τη μετατροπή της σε καθόλου, αφού η δημιουργία ως δημοσιοποίηση του προσωπικού έργου, δεν εκφράζει μόνο τον προσωπικό άθλο, αλλά τον αναδεικνύει, και μέσω του λόγου, σε δημιούργημα.
Το δημιούργημα όμως από τους Έλληνες σε πολιτικό επίπεδο φτάνει στο αριστούργημα που στο βάθος αποτελεί τη δημοκρατία, η οποία αναγνωρίζεται μέσω της ελευθερίας ως ιδανικής προϋπόθεσης γι αυτήν.
Με αυτή την έννοια ο Όμηρος συγκαταλέγεται στους δημιουργούς, αφού αρχίζει από τους χειρώνακτες και φτάνει στους διανοούμενους, βλέποντας και μέσα απ’ αυτούς το δημόσιο συμφέρον μέσω του άλλου. Ουσιαστικά  δηλαδή του ενδιαφέροντος τού ανθρώπου για τον άνθρωπο. Τέτοιο παράδειγμα είναι ο Σωκράτης, ο οποίος θέλησε να μεταρρυθμίσει την κοινωνία, «μεταρρυθμίζοντας» όμως πρώτα το άτομο, (δηλ. ατομική και ανθρωπολογική μεταρρύθμιση και όχι κοινωνική ή θεσμική) μέσω της φιλοσοφικής αναζήτησης και πνευματικής διαπαιδαγώγησης.
Η διαπαιδαγώγηση όμως αυτή υπερβαίνει το «λέγειν», και μέσω της λογικής και του «διαλέγεσθαι» προσπαθεί να αποδείξει την αλήθεια του κόσμου, εξαντλώντας την νοητική αρμοδιότητα του ανθρώπου και συνεπώς της φύσης. Κατ’ αυτή την έννοια ο λόγος εξηγεί, δεν περιγράφει ούτε απλώς ερμηνεύει. Εν αντιθέσει με τη λέξη η οποία ούτε βλέπει ούτε ακούει, αλλά λέγει αυτό που βλέπει.
                                                                                                      knafpl@hotmail.com

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη