Το λάθος τής σορού

Τετ, 12/01/2022 - 19:31

Στον “Μικρό Ναυτίλο” ο Οδ. Ελύτης λέει για “λέξεις που οδηγούν με ακρίβεια σ’ αυτό που γύρευα...”. Έστω λοιπόν και αν είναι μακάβρια η ερμηνεία τής λέξης που γυρεύουμε, εντούτοις καλό είναι να γνωρίζουμε όχι μόνο τί λέμε, πως το λέμε, αλλά και τί εννοούμε.

Και επειδή η λέξη “σορός” ακούγεται συχνά στην τηλεόραση, καλό θα είναι να γνωρίζουμε τί πραγματικά έχουμε στο μυαλό μας όταν αναφερόμαστε σε αυτήν.

Και για να μη μακρηγορώ σε μακάβριο θέμα, θα αναφέρω μόνο πως ερμηνεύουν τη λέξη αυτή κάποια από τα έγκριτα λεξικά.

Αρχίζουμε λοιπόν από το Βικιλεξικό  τού διαδικτύου όπου διαβάζουμε: σορός<(διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνικά σορός (φέρετρο). Το σώμα τού νεκρού όπως έχει προετοιμαστεί για ταφή ή αποτέφρωση, συνώνυμο: λείψανο. 2) το φέρετρο στο οποίο έχουν τοποθετήσει μία σορό – συνώνυμο κάσα 3) μνήμα, σαρκοφάγος 4) νεκροκρέβατο.

Λεξικό Ησυχίου: σορός, μνήμα, θήκη. Λεξικό liddell – scott: σορός (η) = σκεύος προς υποδοχήν πράγματος τινός, ιδίως κάλπη τεφροδόχος…
Επίτομο λεξικό Δ. Δημητράκου εκδ. Γιοβάνη: σορός, νεκρική τεφροδόχος, σαρκοφάγος, λάρναξ, φέρετρον, νεκροφόρος, συνεκδ. νεκρός. Λεξικό ΠΡΩΙΑΣ σορός (η) φέρετρον, σαρκοφάγος // συνεκδ. ο νεκρός. Λξκ. Π. Χ. ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗ ετυμολ. ερμηνευτ. Γ’έκδ. σορός (η) σκεύος προς διαφύλαξιν είδους τινός, τεφροδόχος κάλπη, νεκρική υδρία, φέρετρον, νεκροθήκη, κάσα.

Λεξικό Γεωργ. ΖΗΚΙΔΟΥ έκδ. 1913, σορός (η) φέρετρον νεκρικόν, νεκροθήκη, κοινώς κάσα (διάφορον το σωρός).
Λεξικόν Δημ. Κυριακόπουλου (εκδ. Πρώτη 1955) σορός (η) = φέρετρον
Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης Γ. ΠΑΠΠΕ εκδ. 1885 σορός – ου, δοχείον, αγγείον εν ω εσώρευον, εναπέθετον τα οστά νεκρού και εφύλαττον αυτά.

Νομίζω πως είναι περιττό να συνεχίσουμε και με τις ερμηνείες από άλλα λεξικά, γιατί ΌΛΑ δίνουν την ίδια ερμηνεία στη λέξη.

Καταλήγοντας επί του θέματος να επισημάνουμε το λάθος που μας “τρυπάει” τα αυτιά καθημερινά  από την τηλεόραση και να μάθουμε πως, ΆΛΛΟ το ΠΤΏΜΑ και διαφορετικό η ΣΟΡΟΣ. Πτώμα είναι αυτός που βρέθηκε σκοτωμένος, o πνιγμένος, o πεθαμένος, ο νεκρός, ακόμα και ο κουρασμένος άνθρωπος αισθάνεται πτώμα! Η λ. είναι αρχαία ελληνική και έχει ρίζα -πτω τού ρ. πίπτω λ. πτώσις. Σχετικές λέξεις: η αρχ. λ. πτώξ = λαγός γιατί είναι δειλός και πτώσ(σ)ει δηλ. ζαρώνει φοβισμένος, πεσμένος. πτωτόν· το πίπτον, σχετ. λ. ο πτωχός που ως “πτώσσων” φοβάται και ζαρώνει.

Σορός είναι ο νεκρός που βρίσκεται μέσα στο κασόνι και τον μεταφέρουμε στην εκκλησία όπου θα ψαλλεί η εξόδιος ακολουθία. Σορός είναι ο νεκρός ο οποίος εκτίθεται “σε προσκύνημα” τον οποίο τιμούμε πριν την ταφή επιδεικνύοντας σεβασμό- ευλάβεια προς τον εκλιπόντα.  Παράγ. Σεπτός, σεμνός, σεβαστός.   

Ωστόσο, σωρό (με ωμέγα) μπορούμε να ονομάσουμε ακόμα και τον γέροντα ο οποίος είναι “ένας σωρός κόκαλα” και “έχει το ένα πόδι στον τάφο” που όμως, ουσιαστικά, είναι...πτώμα! Στην περίπτωση αυτή, το πτώμα δηλώνει ατυχία, και πτώση που μπορεί να προέλθει από την κούραση και κάποιος να σωριαστή….όμως μπορεί να ξανασηκωθεί!

Και αν το θέμα δεν ήταν και ερμηνευτικά σοβαρό, θα λέγαμε πως καθημερινά ακούμε ένα σωρό λεξιλογικά σκουπίδια στην τηλεόραση.

Τέλος, πιστεύω πως είναι μάταιο να συνεχίσει κανείς εις ώτα μη ακουόντων, και όσων δεν θέλουν να εννοήσουν, αλλά και να κατανοήσουν, πως οι λέξεις δεν είναι συμβατικές καθότι υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου.

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη