Ο... Μώρος του Αίπους

Πέμ, 22/07/2021 - 07:46
Γιάννης Μιχαλάκης

Πριν από οκτώ δεκαετίες, για τα παιδιά που μεγάλωναν στα χωριά της Αμανής, το ταξίδι προς την πόλη της Χίου, τη Χώρα, ήταν μια ανέλπιστη ευκαιρία, να ρθούμε σε επαφή με τον πολιτισμό.

Έναν πολιτισμό που εκφράζονταν μέσα από το ηλεκτρικό ρεύμα, το χάσικο ψωμί, τους χωρίς πέτρες και χώμα δρόμους, την αφθονία της αγοράς και τους ανθρώπους που κυκλοφορούσαν κάθε μέρα με τα κυριακάτικα, σχολιανά τους ρούχα και παπούτσια. Ό,τι δεν είχαμε εμείς στα χωριά μας.

Θα έπρεπε να υπάρχει σοβαρός λόγος για να αποτολμήσει κανείς ένα τέτοιο ταξίδι. Το δρομολόγιο προέβλεπε δύο ώρες ποδαρόδρομο από το χωριό μας, να διασχίσουμε την Αμανή και να φτάσουμε στη Βολισσό όπου στάθμευε το λεωφορείο.

Η περιπέτεια του ταξιδιού δεν τελείωνε στη Βολισσό. Τα πρώτα αυτοκίνητα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά μας ήταν φορτηγά σκεπασμένα με μουσαμά και τρείς πάγκους στην καρότσα. Εκεί στοιβιαζόμαστε οι επιβάτες, μαζί με τα καλάθια με τα τρόφιμα, τους μπόγους με τα ρούχα και όχι σπάνια ζωντανές κότες που προορίζονταν για πεσκέσι σε κάποιον χωραΐτη συγγενή ή φίλο.

Το ταξίδι με το λεωφορείο διαρκούσε τρείς περίπου ώρες και ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Χωρίς δυνατότητα να χαζεύομε τη διαδρομή, αφού η θέα εμποδίζονταν από τον μουσαμά, με έντονη τη μυρωδιά λεμονιών, πορτοκαλιών, κιδωνόπαστας και ότι άλλο σκαρφίζονταν οι άνθρωποι για να αντιμετωπίσουν τη ναυτία. Κοιτάζοντας ο καθένας τον απέναντί του, σύντομα υποκύπταμε αδειάζοντας τα στομάχια μας σε πρόχειρες σακούλες και όχι σπάνια στα πόδια του αντικρινού μας.

Τα παιδιά που για πρώτη φορά κατέβαιναν στη Χώρα αντιμετώπιζαν τον τρόμο του Μώρου. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις, ήταν ένας μαύρος άντρας που καθόταν στην κορυφή του Αίπους. Κάθε λεωφορείο που περνούσε το σταμάταγε, και όποιο παιδί εντόπιζε να ταξιδεύει για πρώτη φορά, το κατέβαζε κάτω και το υποχρέωνε να τον πάρει στον ώμο του και να τον πάει μερικά μέτρα μακριά. Έτσι εξασφάλιζε τη άδεια εισόδου στην πόλη.

Παρά τα πολλά χρόνια που έχουν περάσει από τότε, ακόμη απορώ γιατί η μητέρα μου συγκατένευσε να περάσω αυτόν τον εφιάλτη. Για μέρες αναρωτιόμουν πώς μικρό και αδύνατο παιδί εγώ, θα μπορούσα να σηκώσω κοτζάμ αράπη, και πως ο πατέρας μου δεν έβρισκε τρόπο να με προστατεύσει από αυτή την περιπέτεια.

Βέβαια αράπη δεν σήκωσα, μένει όμως ακόμη στη μνήμη μου ο τρόμος που νοιώθαμε όλοι οι επιβάτες όταν κατεβαίναμε τις βότες του Αίπους, ένδεκα τον αριθμό, αν δεν κάνω λάθος. Ο δρόμος ήταν εξαιρετικά στενός και το αυτοκίνητο έπρεπε να κάνει δύο ή και τρείς μανούβρες για να περάσει τη στροφή. Συνήθως ο βοηθός του οδηγού κατέβαινε από το αυτοκίνητο και τον καθοδηγούσε φωνάζοντας:

Έλα, έλα, όπα. Και ξανά: έλα, έλα, όπα! Από τις τρύπες στον μουσαμά βλέπαμε κάτω το χάος, που έφτανε μέχρι τις ακρογιαλιές του Βροντάδου και μοιραία αναλογιζόμαστε τι θα συνέβαινε αν ο οδηγός ή ο βοηθός του έκαναν κανένα λάθος ή αν τα φρένα του αυτοκινήτου πάθαιναν κάποια βλάβη. Ο εφιάλτης αυτός συνεχίστηκε για πολλά χρόνια καθώς έπρεπε να κατεβαίνω στη Χώρα για να φοιτώ στο Γυμνάσιο που σήμαινε τρία ταξίδια το χρόνο επί έξι χρόνια. Χωρίς να υπολογίζομε τα έκτακτα ταξίδια.

Την ταλαιπωρία της Αμανής την κατάργησε η διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου που ενώνει όλα τα χωριά με την πρωτεύουσα. Τώρα, με την ευκαιρία του εορτασμού της Αγίας Μαρκέλλας, διαβάζω ότι κάποιοι οδηγοί αποφεύγουν τις βότες του Αίπους και προτιμούν τη διαδρομή από το δρόμο των Καρδαμύλων προς το Πιτυός. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι σημερινές βότες ουδεμία σχέση έχουν με αυτές που περάσαμε εμείς.

Χρόνια τώρα ακούω ότι γίνονται σχέδια, να παρακαμφθούν οι βότες αυτές. Μακάρι να γίνει. Είναι η καλύτερη λύση για να σταματήσει η απομόνωση των χωριών της Αμανής. Και αν όχι οι ξένοι επισκέπτες, τουλάχιστον οι Χιώτες να πάρουν την ηρωική απόφαση να ξεπεράσουν τον τρόμο του Αίπους και να γνωρίσουν το άγνωστο μέχρι τώρα ένα τέταρτο του νησιού μας.

 

Άλλες απόψεις: Του Γιάννη Μιχαλάκη