Μεγαλοβδομαδιάτικη εσωτερική Λειτουργία

Παρ, 30/04/2021 - 17:33
Γιάννης Μιχαλάκης

Οι μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, μας καλούν σε αυτοσυγκέντρωση και εσωτερικό διάλογο, συμφιλίωση με τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Πιστοί και άπιστοι, δε μένομε ανεπηρέαστοι από τα μηνύματα της θρησκείας και της παράδοσης μας.

Προσωπικά, νομίζω ότι αρχίζω να γερνώ. Πώς να εξηγήσω διαφορετικά το πέταγμα του νου μου μερικές δεκάδες χρόνια πίσω, το αγωνιώδες ψάξιμο σε καλντερίμια, κατσικόδρομους, γυμνές πλαγιές και βαθύσκια λαγκάδια του χωριού μου;

Ψάχνω να βρω ένα μικρό, αδύνατο, ξυπόλυτο αγόρι. Φοβισμένο από τις αφηγήσεις των φίλων του, πως τάχα Εβραίοι τριγυρίζουν στα χωριά μας, ψάχνουν να βρουν μικρά παιδιά, να τα κλέψουν, να τα βάλουν μέσα σε σεντούκια που γύρω τριγύρω έχουν φαρμακερές βελόνες, να τους πάρουν το αίμα και μ αυτό να μεταλάβουν το δικό τους το Πάσχα!

Ψάχνω να βρω ένα παιδί χωρίς πλάνο ζωής, δικά του όνειρα και ελπίδες. Που δεν ξέρει ποιο είναι, γιατί ήρθε στη γη και τι θ απογίνει. Το μόνο που γνωρίζει είναι ότι οι γονείς του αποφάσισαν να μη συνεχίσει τη δική τους μοίρα. Το προορίζουν για μια ζωή έξω από τη δούλεψη της άκαρπης γης τους, και το στενό χώρο του χωριού τους.

Θα τον στείλουν στην πόλη, να μάθει γράμματα, να ζήσει «σαν άνθρωπος», στις μεγάλες πολιτείες.

Εκεί που  η μέρα δεν αρχίζει με την ανατολή και η νύχτα με τη δύση του ήλιου, αλλά την καθορίζουν οι δείχτες των ρολογιών.

Εκεί που οι άνθρωποι δεν νοιώθουν τις εποχές από το άνθισμα των λουλουδιών, το πρασίνισμα της γης και το κάρπισμα των δέντρων και των σπαρτών. Γιατί τη γη τη «σπείρανε» με κτίρια και την έστρωσαν με άσφαλτο, με μηχανήματα παράγουν τη ζέστη και το κρύο, κάνουν τη μέρα νύχτα με λάμπες που φωτίζουν χωρίς πετρέλαιο και φυτίλι, αλλά γυρίζοντας έναν διακόπτη.

Ψάχνω να βρω γονικά, αδέρφια, τη γιαγιά Βασιλικώ με την ποδιά της γεμάτη καρύδια, τη γιαγιά τη Λεμονιά με το ωραίο χαμόγελο και τα κάτασπρα μαλλιά. Μα πού να τους βρεις, άλλους κάτω από το χώμα και άλλους οδοιπόρους στις στράτες της ξενιτειάς  και της βιοπάλης;

Ψάχνω να βρω φίλους παλιούς, παιδικούς.

Τέτοιες μέρες, απαλλαγμένοι από το βραχνά της δασκαλίστικης επιτήρησης, και την υποχρέωση της σχολικής μελέτης, παίρναμε τα ζωντανά, και τα πηγαίναμε να βοσκήσουν. Κι εμείς το ρίχναμε στο παιχνίδι, μέχρι να κουραστούμε, να κάτσουμε σε πέτρινα πεζούλια και να πλέξουμε τα μικρά και ταπεινά παιδικά όνειρά μας.

Δύο παράγοντες συνέβαλαν σ ετούτο το πισωγύρισμα της μνήμης.

Ο πρώτος, ένα γράμμα καλής φίλης που έλαβα από το νησί. Μαζί με την θερμή της αγάπη, η φίλη μου έφερε την αρμύρα της θάλασσας του Αιγαίου, που στον κόρφο της μεγάλωσα και το άρωμα της λουλουδιασμένης ανοιξιάτικης γης του νησιού μας κλεισμένη σε δύο φυλλαράκια σκίνου.

Να σαι ευλογημένη Δέσποινα. Να 'ξερες πόση χαρά και συγκίνηση μου έφερε το δώρο σου, δώρο από το μυροβόλο και μαρτυρικό νησί μας! Πόσα χρόνια και πόσα μίλια με ταξίδεψαν! Και τι αντίδωρο να σου στείλω εγώ, από τούτο τον τόπο που τα λουλούδια του είναι πλαστικά και οι καρδιές μας «προγραμματισμένες» από κομπιούτερ;  

Ο δεύτερος, μια γιορτή των Νισυρίων  που περιλαμβάνει πετροπόλεμο ανάμεσα σε παιδιά δύο διπλανών χωριών.

Το παιχνίδι αυτό δεν ήταν προνόμιο των παιδιών της Νισύρου. Και στα δικά μας τα χωριά το ίδιο γινόταν. Ως ετοιμοπόλεμοι στρατιώτες τρέχαμε πρωί πρωί να πιάσουμε το «κάστρο» μας, έναν μισογκρεμισμένο μύλο, ανάμεσα στα δύο χωριά και να ενισχύσουμε τα πολεμοφόδιά μας, με στρογγυλές πέτρες.

Αναρωτιέμαι αν μερικές πέτρες-πολεμοφόδια έχουν μείνουν ακόμη εκεί, να μη βρέθηκαν άλλα παιδιά να συνεχίσουν το δικό μας επικίνδυνο παιχνίδι. Κι εμείς, οι παλιοί «πολέμαρχοι» , κλείνουμε τα μάτια, ξεπερνούμε με τη φαντασία μας τα μίλια της απόστασης και του χρόνου και καλούμε σε προσκλητήριο: Στέλιο, Γιάννη, Δημήτρη, Σπύρο, Γιώργο, Παναγιώτη, Διαμαντή, Σωτήρη! Ας ήταν να βρισκόμαστε ξανά στον μύλο του Κατσαρού! Κι ας παίζαμε πάλι πετροπόλεμο. Προτιμότερος ο παιδικός τσακωμός από το σφίξιμο της καρδιάς, το δάκρυ της νοσταλγίας.

 

Άλλες απόψεις: Του Γιάννη Μιχαλάκη