
11. Λύκοι καὶ κύνες ἀλλήλοις πολεμοῦντες
Λύκοις καὶ κυσὶν ἦν ποτε ἔχθρα. Κύων δὲ Ἕλλην ᾑρέθη στρατηγὸς κυσίν. Οὗτος πρὸς τὴν μάχην ἐβράδυνεν· οἱ δὲ λύκοι ἠπείλουν σφοδρῶς. Ὁ δὲ εἶπεν· «Οἴδατε τίνος χάριν βραδύνω; πρέπον ἐστὶν ἀεὶ προβουλεύεσθαι. Ὑμῶν γὰρ τὸ γένος καὶ ἡ χροιὰ πάντων ἕν ἐστιν· οἱ ἡμέτεροι δὲ ἐκ πολλῶν τρόπων εἰσὶ καὶ τοῖς τόποις καυχῶνται. Ἀλλὰ καὶ ἡ χροιὰ πάντων οὐκ ἔστι μία καὶ ἴση, ἀλλ’ οἱ μὲν μέλανες, οἱ δὲ πυρροί, οἱ δὲ λευκοὶ καὶ τεφρώδεις. Καὶ πῶς ἂν δυνηθείην εἰς πόλεμον ἄρχειν τῶν ἀσυμφώνων καὶ μὴ ὅμοια πάντα ἐχόντων;».
Ὅτι ἐν μιᾷ βουλῇ καὶ γνώμῃ πάντων τῶν στρατευμάτων ὄντων κατὰ τῶν ἐναντίων νίκην ποιοῦνται.
[Κάποτε ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους λύκους (βαρβάρους) και στους σκύλους (Έλληνες). Οι σκύλοι εξέλεξαν ως στρατηγό τους κάποιον σκύλο που τον έλεγαν Έλληνα. Αυτός καθυστερούσε να οδηγήσει το κοπάδι τών σκύλων σε πόλεμο κατά τών λύκων. Εν τω μεταξύ οι λύκοι ήταν εξαγριωμένοι και ήθελαν άμεση έναρξη τού πολέμου: «γιατί καθυστερείτε να ετοιμαστείτε και να παραταχθείτε για μάχη; Βαρεθήκαμε να σας περιμένουμε να ετοιμαστείτε!».
Ο στρατηγός τών σκύλων, ο Έλληνας, είπε: «Δεν ξέρετε όμως το λόγο για τον οποίο καθυστερώ: εμείς οι Έλληνες συνηθίζουμε πριν από τη μάχη να κάνουμε συμβούλιο. Κι εμείς δεν είμαστε σαν κι εσάς, που όλοι είστε μια ράτσα κι ένα χρώμα. Εμείς είμαστε πολλές ράτσες, πολλές τοπικές «κουλτούρες», και «κάθε καρυδιάς καρύδια». Κι ο καθένας από μας καυχιέται και καμαρώνει για την ιδιαίτερη πατρίδα του. Δηλαδή εμείς οι Έλληνες «έχουμε δικό μας Θεό» ο καθένας. Επιπλέον και στο χρώμα έχουμε μεγάλη ποικιλία: άλλοι από μας είναι μαύροι, άλλοι κοκκινωποί, άλλοι άσπροι, άλλοι γκρίζοι. Είναι λοιπόν δυνατό να έχουμε όλοι μια γνώμη; Να γιατί και το συμβούλιό μας καθυστερεί κι αργούμε να βγούμε για πόλεμο!».
Δίδαγμα: η νίκη κατά τού εχθρού προϋποθέτει ομογνωμοσύνη (=ταύτιση απόψεων, ομοφροσύνη) και ομοψυχία (=ομοθυμία). Διότι «όπου λαλούν πολλοί κοκκόροι αργεί να ξημερώσει».
Παροιμίες: «Δώδεκα Αποστόλοι ήτον, κι ο καθένας είχε και τον πόνον του», «Πέντε Ρωμιοί, δέκα κουμάντα», «Τρεις Ρωμιοί, πέντε κουμπάσα», «Σε όποιο σπίτι είν’ πολλά κουμάντα, εκείνο το σπίτι δε βλέπει καλό», «Τα πολλά κουμάντα, το καράβι με τη μπάντα», «Οι πολλοί καπεταναίοι βουλιάζουν το καράβι». Αρχαία παροιμία: «Οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω,/εἷς βασιλεύς (Ιλιάδα Β, στ. 204-205)].
12. Λέων καὶ ὄνος ὁμοῦ θηρεύοντες
Λέων καὶ ὄνος κοινωνίαν πρὸς ἀλλήλους ποιησάμενοι ἐξῆλθον ἐπὶ θήραν. Γενομένων δὲ αὐτῶν κατά τι σπήλαιον ἐν ᾧ ἦσαν αἶγες ἄγριαι, ὁ μὲν λέων πρὸ τοῦ στομίου στὰς ἐξιούσας παρετηρεῖτο, ὁ δὲ εἰσελθὼν ἐνήλατό τε αὐταῖς καὶ ὠγκᾶτο ἐκφοβεῖν βουλόμενος. Τοῦ δὲ λέοντος τὰς πλείστας συλλαβόντος, ἐξελθὼν ἐπυνθάνετο αὐτοῦ εἰ γενναίως ἠγωνίσατο καὶ τὰς αἶγας ἐξεδίωξεν. Ὁ δὲ εἶπεν· «Ἀλλ’ εὖ ἴσθι ὅτι κἀγὼ ἄν σε ἐφοβήθην, εἰ μὴ ᾔδειν σε ὄνον ὄντα».
Οὕτως οἱ παρὰ τοῖς εἰδόσιν ἀλαζονευόμενοι εἰκότως γέλωτα ὀφλισκάνουσιν.
[Το λιοντάρι κι ο γάιδαρος έφτιαξαν συνεταιρισμό. Και μια μέρα βγήκαν μαζί για κυνήγι. Εντόπισαν μια σπηλιά, μέσα στην οποία κατοικούσαν κάτι αγριοκάτσικα. Για να τις πιάσουν τις αγριοκατσίκες έκαμαν ένα σχέδιο: ο γάιδαρος να μπει στη σπηλιά και, με τα γκαρίσματά του, να τις φοβίζει και να τις εξαναγκάζει να βγαίνουν έξω. Κι ο λέων ν’ αναμένει στο στόμιο τής σπηλιάς, κι από κει να πιάνει και να σκοτώνει τις κατσίκες που θά ’βγαιναν έξω.
Έτσι κι έγινε: το λιοντάρι έκαμε όλη τη δουλειά και, στην ουσία, η επιτυχία τού κυνηγιού οφειλόταν σ’ εκείνο. Ο γάιδαρος απλά σαρτοκοπούσε πάνω στις κατσίκες και τους γκάριζε.
Όταν ο γάιδαρος βγήκε έξω απ’ τη σπηλιά, γεμάτος καμάρι και περηφάνεια, ρωτά το λιοντάρι: «δεν πολέμησα πολύ γενναία που τρόμαξα τα κατσίκια και τά ’βγαλα όλα απ’ τη σπηλιά;». Ο λέων τού απάντησε: «φίλε μου, κι εγώ ακόμα θα σε φοβόμουν, αν δεν ήξερα πως είσαι μονάχα ένας «γάερος και μισός» και τίποτα παραπάνω. Είσαι ένα ατσούμπαλο κορμί που δεν έχεις χάρη απάνω σου!».
Το ίδιο συμβαίνει και με μερικούς: πάνε «να πουλήσουν μούρη» οι άσχετοι στους σχετικούς. Και το μόνο που καταφέρνουν είναι «να τους παίρνουν όλοι στο ψιλό και στο δούλεμα».
Παροιμίες: «Εν ηξέρει είντα Θεό λατρεύγει», «Εν ηξέρει τα τρία κακά τής μοίρας του», «Δεν κατέχει απέ πού κλάνει η όρνι(θ)α», «Δεν κατέχει είντα αλωνεύγει», «Κακά χορεύγεις, παπαδιά, και φαίνονται τ’ αγγειά σου!» (=τα βυζιά σου)].
13. Ἰατρὸς καὶ νοσῶν
Ἰατρὸς νοσοῦντα ἐθεράπευε. Τοῦ δὲ νοσοῦντος ἀποθανόντος, ἐκεῖνος πρὸς τοὺς ἐκκομίζοντας ἔλεγεν· «Οὗτος ὁ ἄνθρωπος, εἰ οἴνου ἀπείχετο καὶ κλυστῆρσιν ἔχρητο, οὐκ ἂν ἐτεθνήκει». Τῶν δὲ παρόντων ὑπολαβών τις ἔφη· «Ὦ βέλτιστε, οὐκ ἔδει σε ταῦτα νῦν λέγειν, ὅτε μηδὲν ὄφελός ἐστιν, ἀλλὰ τότε παραινεῖν, ὅτε τούτοις χρῆσθαι ἠδύνατο».
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι δεῖ τοὺς φίλους ἐν καιρῷ ἀνάγκης τὰς βοηθείας παρέχειν καὶ μὴ μετὰ τῶν πραγμάτων ἀπόγνωσιν κατειρωνεύεσθαι.
[Ένας γιατρός φρόντιζε έναν άρρωστο. Κάποια στιγμή ο ασθενής πέθανε. Τότε ο γιατρός έλεγε σ’ εκείνους που έβγαζαν απ’ το σπίτι τον πεθαμένο και πήγαιναν να τον θάψουν: «αν τούτος ο άνθρωπος δεν ήταν μεθύστακας και δεν έπινε κρασιά όλη μέρα κι αν έκανε κλύσματα, ώστε να έχεζε κανονικά, δεν θα πέθαινε κι ακόμα θα ζούσε».
Ένας τότε γυρνά και λέει στο γιατρό: «γιατρούλη, αυτά μη μας τα λες τώρα! Οι συμβουλές σου τώρα κανέναν δεν ωφελούν! Αυτά καλά θα ήταν να τα εφάρμοζες τότε που ζούσε ο άνθρωπος».
Δίδαγμα: στους φίλους μας πρέπει να στεκόμαστε δίπλα εμπράκτως, όταν αυτοί βρίσκονται σε ανάγκη, κι όχι να τους περιγελούμε όταν πια έχουν χάσει κάθε ελπίδα.
Παροιμίες: «Ο καλός φίλος στην ανάγκη φαίνεται», «Οπ’ έχει φίλο ακριβό, έχει θησαυρό καλό». Κρητική μαντινάδα: «Ποτέ δεν είπα φίλο μου όποιον θα μου γελάσει,/αν δεν τον έχω σε καημούς και πόνους δοκιμάσει». Σημερινή παροιμία: «Τους ανθρώπους τούς μετράς στο δάκρυ σου: ποιοι το προκάλεσαν, ποιοι το σκούπισαν και ποιοι δεν το άφησαν καν να τρέξει». «Φίλος καὶ ἵππος ἐν ἀνάγκῃ δοκιμάζονται». «Ἐπὶ τὰ δεῖπνα τῶν φίλων βραδέως πορεύου, ἐπὶ δὲ τὰς ἀτυχίας ταχέως» (Στα δείπνα τών φίλων σου να πηγαίνεις σιγά σιγά, στις ατυχίες τους γρήγορα) (3.1.172γ, Χείλων Δαμαγήτου Λακεδαιμόνιος. Επτά Σοφοί, Στοβαίος). «Δεῖ τοὺς φιλοῦντας πίστιν, οὐ λόγους ἔχειν» (Μεγάλο προσόν τού φίλου είναι η πίστη στη φιλία κι όχι τα λόγια)].
14.Ἔχις καὶ ἀλώπηξ
Ἔχις ἐπὶ παλιούρων δέσμῃ ὑπὲρ ποταμὸν παρεφέρετο. Ἀλώπηξ δὲ παριοῦσα, ὡς ἐθεάσατο αὐτόν, εἶπεν· «Ἄξιος τῆς νηὸς ὁ ναύκληρος».
Πρὸς ἄνδρα πονηρὸν μοχθηροῖς πράγμασιν ἐγχειρήσαντα.
[Μια οχιά (όχεντρα) την παράσερνε το ρεύμα ενός ποταμού. Ήταν κουλουριασμένη πάνω σ’ ένα μάτσο αγκάθια. Την είδε μια αλεπού και παρατήρησε: «Εμ, τέτοιο πλεούμενο έχει και καπετάνιο αντάξιό του!».
Ο μύθος ταιριάζει για άνθρωπο αχρείο που καταπιάνεται με βρομοδουλειές.
Παροιμία: «Η μύγια θα πά’ να κάτσει πάνω στα σκατά»].
15. Ἑρμῆς καὶ ἀγαλματοποιός
Ἑρμῆς βουλόμενος γνῶναι ἐν τίνι τιμῇ παρὰ ἀνθρώποις ἐστίν, ἧκεν ἀφομοιωθεὶς ἀνθρώπῳ εἰς ἀγαλματοποιοῦ ἐργαστήριον. Καὶ θεασάμενος Διὸς ἄγαλμα ἐπυνθάνετο πόσου. Εἰπόντος δὲ αὐτοῦ ὅτι δραχμῆς, γελάσας ἠρώτα τὸ τῆς Ἥρας πόσου. Εἰπόντος δὲ ἔτι μείζονος, θεασάμενος καὶ αὑτοῦ ἄγαλμα ὑπέλαβεν ὅτι αὐτόν, ἐπειδὴ καὶ ἄγγελός ἐστι καὶ ἐπικερδής, περὶ πολλοῦ ποιοῦνται οἱ ἄνθρωποι. Διόπερ ἐπυνθάνετο ὁ Ἑρμῆς πόσου, καὶ ὁ ἀγαλματογλύφος ἔφη· «Ἀλλ’ ἐὰν τούτους ἀγοράσῃς, τοῦτόν σοι προσθήκην δώσω».
Πρὸς ἄνδρα κενόδοξον ἐν οὐδεμίᾳ μοίρᾳ παρὰ τοῖς ἄλλοις ὄντα ὁ λόγος ἁρμόζει.
[Ο θεός Ερμής είχε την περιέργεια να μάθει σε ποια εκτίμηση τόν έχουν οι άνθρωποι. Πήρε λοιπόν ανθρώπινη μορφή και πήγε στο εργαστήριο ενός αγαλματοποιού. Εκεί μέσα βλέπει ο Ερμής το άγαλμα τού Δία. Ρωτά τον γλύπτη: «Πόσο κοστίζει τούτο το άγαλμα;». – «Μια δραχμή» απαντά ο γλύπτης. Ο Ερμής γέλασε. Μετά βλέπει ένα άγαλμα τής Ήρας, και ρωτά την ίδια ερώτηση: «Και τούτο πάλι πόσο κοστολογείται;». – «Αυτό είναι πιο ακριβό από τ’ άγαλμα τού Δία» απαντά ο τεχνίτης. Λίγο πιο κάτω βλέπει ο Ερμής κι ένα δικό του άγαλμα, δηλαδή τού θεού Ερμή. Πίστευε πως αυτό σίγουρα θα ήταν πολύ πιο ακριβό από τα δυο προηγούμενα και πως θα είχε μεγαλύτερη ζήτηση, αφού αυτός ο Ερμής είναι ο αγγελιοφόρος τών θεών και μάλιστα και ο «κερδώος Ερμής», αυτός που χαρίζει κέρδη στους ανθρώπους.
Ρωτά λοιπόν να μάθει την τιμή κι αυτουνού τού αγάλματος, που παρίστανε τον εαυτό του: «αμέ τούτο πόσο κάνει;». – «Αν αγοράσεις μαζί τα δυο προηγούμενα (του Δία και της Ήρας), τούτο το τρίτο είναι προσφορά τού καταστήματος, και το παίρνεις τζάμπα!» απαντά ο γλύπτης.
Ο μύθος ταιριάζει για άνθρωπο ανόητο και ρηχό, για «φελλό», που, ενώ όλοι «τον έχουν στο φτύσιμο», αυτός μεγαλοπιάνεται, έχει ιδέα για τον εαυτό του και «είναι με το βασιλιά γενιά». Δηλαδή ο μύθος σχετίζεται με άτομα που πάσχουν από κόμπλεξ ανωτερότητας.
Παροιμίες: «Είμεστεν με το βασιλιά γενιά», «Όσος είσαι πάντα φαίνου και κομμάτι παρακάτω!», «Αν είν' η νύφη μας κοντή, εδώ είναι και το μέτρο της», «Άλλοι να σε παινεύουνε κι εσύ να καμαρώνεις», «Άμα έν ηξέρεις α μετρηθείς, σε μετρούνε άλλοι», «Έννοια σου και απόξω ν' οι εχτιμητάδες», «Ζύγιαζε με το ζύγι σου κι εγώ με το δικό μου», «Αλίς του που δε gρίνεται και τονε κρίνουν dριάdα», «Ἄρεσκε πᾶσι καὶ σὺ μὴ σαυτῷ μόνῳ (Φρόντισε νά ‘σαι αρεστός σ’ όλους κι όχι μονάχα στον εαυτό σου!) (Μένανδρος 48)./Βούλου δ᾽ ἀρέσκειν πᾶσι, μὴ σαυτῷ μόνῳ (Κοίτα να είσαι αρεστός στους πάντες, κι όχι μόνο στον εαυτό σου!) (Μένανδρος 76)./Τὸ γνῶθι σαυτὸν πανταχοῦ ᾽στι χρήσιμον (Το να ξέρει κανείς καλά ποιος είναι, είναι πολύτιμο εφόδιο) (Μένανδρος)].
16. Ἑρμῆς καὶ Τειρεσίας
Ἑρμῆς βουλόμενος τὴν Τειρεσίου μαντικὴν πειρᾶσαι εἰ ἀληθής ἐστι, κλέψας αὐτοῦ τοὺς βόας ἐξ ἀγροῦ, ἧκε πρὸς αὐτὸν εἰς ἄστυ, ὁμοιωθεὶς ἀνθρώπῳ, καὶ ἐπεξενώθη παρ’ αὐτῷ. Παραγγελθείσης δὲ τῷ Τειρεσίᾳ τῆς τοῦ ζεύγους ἀπωλείας, παραλαβὼν τὸν Ἑρμῆν, ἧκεν εἰς τὸ προαστεῖον, οἰωνόν τινα περὶ τῆς κλοπῆς σκεψόμενος, καὶ τούτῳ παρῄνει λέγειν ὅ,τι ἂν θεάσηται ὄρνεον. Καὶ ὁ Ἑρμῆς τὸ μὲν πρῶτον θεασάμενος ἀετὸν ἐξ ἀριστερῶν ἐπὶ δεξιὰ παριπτάμενον, ἀπήγγειλεν αὐτῷ. Τοῦ δὲ εἰπόντος μὴ πρὸς αὐτοὺς τοῦτον εἶναι, ἐκ δευτέρου ἰδὼν κορώνην ἐπί τινος δένδρου καθημένην, καὶ ποτὲ μὲν ἄνω βλέπουσαν, ποτὲ δὲ εἰς γῆν κύπτουσαν, ἐδήλωσεν αὐτῷ. Ὁ δὲ ὑποτυχὼν ἔφη· «Ἀλλ’ αὕτη γε ἡ κορώνη διόμνυται τόν τε Οὐρανὸν καὶ τὴν Γῆν ὅτι, ἂν σὺ θέλῃς, τοὺς ἐμαυτοῦ βόας ἀπολήψομαι».
Τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς ἄνδρα κλέπτην.
[Ο θεός Ερμής ήθελε να τσεκάρει τη μαντική ικανότητα τού μάντη Τειρεσία, δηλαδή ήθελε να δοκιμάσει αν η τέχνη τού μάντη ήταν γνήσια κι όχι κίβδηλη, αν ο Τειρεσίας ήταν αληθινός μάντης κι όχι τσαρλατάνος. Μια μέρα λοιπόν ο Ερμής έκλεψε τα βόδια τού Τειρεσία στην εξοχή. Ύστερα παίρνει τη μορφή ανθρώπου και πηγαίνει επίσκεψη στο σπίτι τού Τειρεσία, στην πόλη. Και γίνεται φιλοξενούμενος τού Τειρεσία.
Εκεί που καθόταν, σαν απλός άνθρωπος μαζί με τον Τειρεσία, έρχονται από την εξοχή κάτι αγγελιοφόροι και αναγγέλλουν στον Τειρεσία πως κάποιοι κλέφτες έκλεψαν τα βόδια του. Λέγει τότε ο Τειρεσίας: «φιλοξενούμενέ μου, έλα κι εσύ μαζί μου! Θα πάμε στους αγρούς και θα παρατηρήσουμε τούς οιωνούς. Πρέπει να μαντέψουμε ποιος έκλεψε τα βόδια μου. Εσύ θα μου λες τι βλέπεις, κι εγώ θα ερμηνεύω».
Βγήκανε λοιπόν στην εξοχή, και ρωτά ο Τειρεσίας: «Λέγε μου, ξένε, τι πουλιά βλέπεις, τι σημάδια παρατηρείς στον ουρανό;». – «Βλέπω έναν αετό που πετά από τ’ αριστερά προς τα δεξιά». – «Άσ’ το αυτό το σημάδι, δεν είναι για μας!». Ο Ερμής έπειτα είπε: «τώρα βλέπω μια κουρούνα, που κάθεται πάνω σ’ ένα κλαδί και κοιτάζει μια πάνω και μια κάτω». – «Α, πολύ ωραία! Αυτή λοιπόν η κουρούνα ορκίζεται στον Ουρανό και στη Γη ότι, αν εσύ θέλεις, θα μου ξαναδώσεις πίσω τα βόδια που μού ’κλεψες».
Αυτό το παραμύθι θα μπορούσε κανείς να διηγηθεί σε κάποιον κλεφταρά, ο οποίος νομίζει πως οι άλλοι «κοιμούνται» και δεν παίρνουν χαμπάρι τις κλεψιές του.
Παροιμίες: «Του κλέφτη κλέβγουσι κουπί, κι εκείνος κλέφτει βάρκα», «Κλέφτει και της Παναγιάς τα μάτια», «Ο κλέφτης, σα δεν εύρει, κλέβγει το σκούφο του», «Όποιος κλέφτει ο αυγό κλέφτει και την όρνι(θ)α», «Έχει μακριγιά χέρια», «Έχει μακριγιά νύχια»].
17. Ἀηδὼν καὶ ἱέραξ
Ἀηδὼν ἐπί τινος ὑψηλῆς δρυὸς καθημένη κατὰ τὸ σύνηθες ᾖδεν. Ἱέραξ δὲ αὐτὴν θεασάμενος, ὡς ἠπόρει τροφῆς, ἐπιπτὰς συνέλαβεν. Ἡ δὲ μέλλουσα ἀναιρεῖσθαι ἐδέετο αὐτοῦ μεθεῖναι αὐτήν, λέγουσα ὡς οὐχ ἱκανή ἐστιν ἱέρακος αὐτὴ γαστέρα πληρῶσαι· δεῖ δὲ αὐτόν, εἰ τροφῆς ἀπορεῖ, ἐπὶ τὰ μείζονα τῶν ὀρνέων τρέπεσθαι. Καὶ ὅς ὑποτυχὼν εἶπεν· «Ἀλλ’ ἔγωγε ἀπόπληκτος ἂν εἴην, εἰ τὴν ἐν χερσὶν ἑτοίμην βορὰν παρεὶς τὰ μηδέπω φαινόμενα διώκοιμι».
Οὕτως καὶ τῶν ἀνθρώπων ἀλόγιστοί εἰσιν οἷ δι’ ἐλπίδα μειζόνων [πραγμάτων] τὰ ἐν χερσὶν ὄντα προΐενται.
[Ένα αηδόνι ήταν καθισμένο πάνω σε μια ψηλή βαλανιδιά. Και, καθώς το συνηθίζουν τ’ αηδόνια, κελαηδούσε. Ένα γεράκι το βλέπει, και, επειδή ήταν πεινασμένο και δεν είχε τι να φάει, ορμά καταπάνω του και το γραπώνει με τα νύχια του.
Το αηδόνι, που είδε να πλησιάζει το τέλος του, άρχισε τα παρακάλια: «άσε με να ζήσω! Μια σταλιά πράμα είμαι! Τι θα κερδίσεις, αν με φας; Και να με φας, δεν γεμίζει το στομάχι σου μ’ εμένα! Άντε να κυνηγήσεις κανένα πιο μεγάλο πουλί που θα σε χορτάσει!».
Λέει το γεράκι: «θα ήμουν μεγάλο κορόιδο, αν άφηνα την έτοιμη και σίγουρη τροφή για να γυρεύω άλλα θηράματα, που ούτε καν τα έχω δει».
Δίδαγμα: όσοι κυνηγούν τα άπιαστα και αβέβαια, αφήνοντας τα σίγουρα κι όσα είναι μπρος στα μάτια τους, είναι απολύτως άμυαλοι κι ασυλλόγιστοι.Παροιμίες: «Ἀφεὶς τὰ φανερὰ μὴ δίωκε τἀφανῆ» (Αν αφήνεις τα φανερά και τα σίγουρα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να κυνηγάς τ’ άπιαστα κι ακατόρθωτα!). «Κάλλιον το σημερινόν αυγό παρά την αυριανήν όρνιθα». Λατινική γνώμη: Melior tutiorque est certa pax quam sperata victoria; haec in nostra, illa in deorum manu est (Καλύτερη και ασφαλέστερη είναι μια σίγουρη ειρήνη παρά μια προσδοκώμενη νίκη, η πρώτη είναι στο χέρι μας, η άλλη στο χέρι τών θεών)].
18. Ἀηδὼν καὶ χελιδών
Ἀηδόνι συνεβούλευε χελιδὼν τοῖς ἀνθρώποις εἶναι ὁμόροφον καὶ σύνοικον ὡς αὐτή. Ἡ δὲ εἶπεν· «Οὐ θέλω τὴν λύπην τῶν παλαιῶν μου συμφορῶν μεμνῆσθαι, καὶ διὰ τοῦτο τὰς ἐρήμους οἰκῶ».
[Ὅτι] τὸν λυπηθέντα ἔκ τινος τύχης καὶ τὸν τόπον φεύγειν ἐθέλειν ἔνθα ἡ λύπη συνέβη.
[Το χελιδόνι έδινε συμβουλές στο αηδόνι: «να πας κι εσύ, όπως κάνω κι εγώ, και να μένεις μαζί με ανθρώπους κάτω απ’ την ίδια στέγη! Να συγκατοικείς με ανθρώπους στον ίδιο όροφο και στο ίδιο σπίτι! Δε βλέπεις εμάς τα χελιδόνια που είμαστε κοινωνικά πλάσματα και ζούμε μαζί με τους ανθρώπους;».
Και το αηδόνι είπε: «Δε θέλω να θυμούμαι τις παλιές μου συμφορές! Διάλεξα τις ερημιές επίτηδες, για να ξεφύγω απ’ τις παλιές μου στενοχώριες».
Δίδαγμα: όποιοι έχουν δοκιμαστεί σκληρά από τη ζωή κι έχουν πονέσει πολύ, είναι λογικό να θέλουν ν’ αλλάξουν και τόπο διαμονής. Διότι ο παλιός τόπος τούς θυμίζει και τους αναμοχλεύει τα παλιά τους βάσανα. Ο παλιός τόπος «ξύνει την παλιά πληγή» και δεν την αφήνει να επουλωθεί.
Παροιμίες: «Επήρε των ομματιών του», «Σε τόπον πόχει πολύ Θεόν και τίποτι κόσμον», «Πάει καλιά του»].
19. Ἀθηναῖος χρεωφειλέτης
Ἀθήνησι χρεωφειλέτης ἀνὴρ ἀπαιτούμενος ὑπὸ τοῦ δανειστοῦ τὸ χρέος τὸ μὲν πρῶτον παρεκάλει ἀναβολὴν αὐτῷ δοῦναι, ἀπορεῖν φάσκων. Ὡς δὲ οὐκ ἔπειθε, προσαγαγὼν ὗν ἣν εἶχε μόνην, παρόντος αὐτοῦ, ἐπώλει. Ὠνητοῦ δὲ προσελθόντος καὶ διερωτῶντος εἰ τοκὰς ἡ ὗς εἴη, ἐκεῖνος ἔφη μὴ μόνον αὐτὴν τίκτειν, ἀλλὰ καὶ παραδόξως· τοῖς μὲν γὰρ μυστηρίοις θήλεα ἀποκύειν, τοῖς δὲ Παναθηναίοις ἄρσενα. Τοῦ δὲ ἐκπλαγέντος πρὸς τὸν λόγον, ὁ δανειστὴς εἶπεν· «Ἀλλὰ μὴ θαύμαζε· αὕτη γάρ σοι καὶ Διονυσίοις ἐρίφους τέξεται».
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι πολλοὶ διὰ τὸ ἴδιον κέρδος οὐκ ὀκνοῦσιν οὐδὲ τοῖς ἀδυνάτοις ψευδομαρτυρεῖν.
[Υπήρχε στην Αθήνα ένας άντρας χρεωφειλέτης. Όταν ο δανειστής τού απαίτησε το χρέος, εκείνος τον παρακάλεσε να του δώσει αναβολή, λέγοντάς του πως είναι άπορος και πολύ φτωχός. Επειδή δεν τον έπειθε για τη φτώχεια του, έφερε μια γουρούνα, το μόνο περιουσιακό στοιχείο που είχε, για να την πουλήσει, παρόντος τού δανειστή.
Πλησίασε κάποιος αγοραστής και ρώτησε αν η γουρούνα μπορεί να γεννήσει. Ο ιδιοκτήτης τού ζώου και χρεωφειλέτης απάντησε: «όχι μόνο γεννά αλλά γεννά και με απίστευτο τρόπο: στα Ελευσίνια Μυστήρια (κατά τη γιορτή αυτή θυσίαζαν θηλυκούς χοίρους), γεννά θηλυκά. Στα δε Παναθήναια (κατά τη γιορτή αυτή θυσίαζαν αρσενικούς χοίρους) γεννά αρσενικά».
Ο αγοραστής έκπληκτος τ’ άκουσε όλα αυτά. Τότε ο δανειστής τού οφειλέτη είπε προς τον υποψήφιο αγοραστή: «αυτά που άκουσες για τη γουρούνα δεν είναι τίποτα! Αυτή, στα Διονύσια (κατά τη γιορτή αυτή θυσίαζαν κατσίκια), γεννά καί κατσίκια!».
Το παραμύθι διδάσκει πως ορισμένοι άνθρωποι, για το δικό τους κέρδος, δεν διστάζουν να λένε ακόμα και τις πιο μεγάλες ψευτιές].
20. Ἀετὸς τὰ πτερὰ τιλθείς καὶ ἀλώπηξ
Ποτὲ ἀετὸς ἑάλω ὑπ’ ἀνθρώπου. Τούτου δὲ τὰ πτερὰ ὁ ἄνθρωπος κόψας ἀφῆκε μετὰ τῶν ὀρνίθων ἐν οἴκῳ εἶναι. Ὁ δὲ ἦν κατηφὴς καὶ οὐδὲν ἤσθιεν ἐκ τῆς λύπης, ὅμοιος δὲ ἦν βασιλεῖ δεσμώτῃ. Ἕτερος δὲ τις τοῦτον ὠνησάμενος καὶ τὰ πτερὰ ἀνασπάσας καὶ μύρῳ χρίσας ἐποίησε πτερῶσαι. Ὁ δὲ πετασθεὶς καὶ τοῖς ὄνυξι λαγωὸν ἁρπάσας ἤνεγκεν αὐτῷ δῶρον. Ἀλώπηξ δὲ ἰδοῦσα εἶπεν· «Μὴ τούτῳ δίδου, ἀλλὰ τῷ πρώτῳ, ὅτι ὁ μὲν φύσει ἀγαθός ἐστιν· ἐκεῖνον δὲ μᾶλλον ἐξευμενίζου, μή πως πάλιν λαβών σε τῶν πτερῶν ἐρημώσῃ».Ὅτι δεῖ χρηστὰς ἀμοιβὰς τοῖς εὐεργέταις παρέχειν, τοὺς πονηροὺς δὲ φρονίμως τροποῦσθαι.
[Κάποτε ένας άνθρωπος αιχμαλώτισε έναν αετό. Τού ψαλίδισε όλα τα φτερά και τον έβαλε μαζί με τις κότες στο κοτέτσι, δηλαδή τού αφαίρεσε την αξιοπρέπεια και την περηφάνεια. Ο αετός κατάντησε αποκαρδιωμένος και κατσούφης. Από τη στενοχώρια του ούτε έτρωγε ούτε έπινε. Έμοιαζε με βασιλιά αιχμάλωτο.
Κάποια στιγμή ένας άλλος άνθρωπος αγόρασε τον αετό και τον περιποιήθηκε: του ξερίζωσε τα παλιά φτερά, τα ψαλιδισμένα, και, στα σημεία που ξεφυτρώνουν τα φτερά, έκανε μια επάλειψη με κάποιο βάλσαμο, δηλαδή μια επίχριση με κάποια αλοιφή. Έτσι βοήθησε τον αετό να βγάλει ξανά καινούργια φτερά. Ο αετός πράγματι μπόρεσε να ξαναπετάξει. Και μια μέρα, για να ευχαριστήσει ο αετός εκείνον τον καλό άνθρωπο, έπιασε έναν λαγό και του τον πήγε ως δώρο.
Μια αλεπού είδε εκείνο το σκηνικό και λέει: «μη δίνεις δώρα σ’ αυτόν! Τούτος, έτσι κι αλλιώς, είναι καλός άνθρωπος. Στον πρώτο δώσε δώρα, τον πρώτο φρόντισε να μαλακώσεις και να καλοπιάσεις, μη τυχόν πάλι σε ξαναπιάσει και σου ξανακόψει τα φτερά!».
Δίδαγμα: χρέος μας είναι αφενός να ανταποδίδουμε εμπράκτως απέναντι στους ευεργέτες μας το καλό που μας έγινε και αφετέρου, με έξυπνο τρόπο, να αποφεύγουμε τους παλιανθρώπους.
Παροιμίες: «Ἐπιλανθάνονται πάντες οἱ παθόντες εὖ» (Όλ’ οι ευεργετημένοι παθαίνουν αμνησία) (Μένανδρος 170)./Μετὰ τὴν δόσιν τάχιστα γηράσκει χάρις (Ύστερα από τη γενναιόδωρη προσφορά σου, πάρα πολύ σύντομα σβήνεται το καλό που έκαμες) (Μένανδρος 347). «Δε γνωρίζει το σκυλί τον αφέντη του», «Δακκάνει και το βυζί τής μάννας του», «Του κακού καιρού το πουλί αλλού τρώ’ κι αλλού θωρεί»].

































