
71. Ἀλώπηξ καὶ δράκων
[Συκέα παρ’ ὁδὸν ἦν]. Ἀλώπηξ [δὲ] θεασαμένη δράκοντα κοιμώμενον ἐζήλωσεν αὐτοῦ τὸ μῆκος· βουλομένη δὲ αὐτῷ ἐξισωθῆναι παραναπεσοῦσα ἐπειρᾶτο ἑαυτὴν ἐκτείνειν, μέχρις οὗ ὑπερβιαζομένη ἔλαβε ῥαγεῖσα.
Τοῦτο πάσχουσιν οἱ τοῖς κρείττοσιν ἀνθαμιλλώμενοι· θᾶττον γὰρ αὐτοὶ διαρρήγνυνται ἢ ἐκείνων ἐφικέσθαι δύνανται.
[Στην άκρη ενός δρόμου υπήρχε μια συκιά. Εκεί μια αλεπού είδε έναν δράκοντα (φίδι τεράστιου μεγέθους) να κοιμάται. Ζήλεψε το μήκος του και θέλησε να εξισωθεί μαζί του στο μάκρος τού σώματος. Έτσι, λοιπόν, ξάπλωσε δίπλα του κι αποπειράθηκε να μακρύνει το σώμα της, τεντώνοντάς το όσο μπορούσε, μέχρι που, από την τεράστια ένταση, το σώμα της έσκασε.
Αυτό παθαίνουν όσοι ανταγωνίζονται ισχυρότερούς τους: σίγουρα καταστρέφονται, ακόμα κι αν πετύχουν το στόχο τους.
Ο κάθε άνθρωπος οφείλει να είναι αυτόνομη προσωπικότητα και να διαθέτει αυτοαποδοχή, δηλαδή να είναι συμφιλιωμένος με τον εαυτό του και να μην επιδιώκει την αντιγραφή άλλων προτύπων προκειμένου να αποκτήσει ατομική υπόσταση].
72. Ἀνὴρ καὶ γυνὴ ἀργαλέα
Ἔχων τις γυναῖκα πρὸς πάντας τοὺς οἰκείους λίαν τὸ ἦθος ἀργαλέαν ἠβουλήθη γνῶναι εἰ καὶ πρὸς τοὺς πατρῴους οἰκέτας ὁμοίως διάκειται· ὅθεν μετὰ προφάσεως εὐλόγου πρὸς τὸν πατέρα αὐτὴν ἔπεμψε. Μετὰ δὲ ὀλίγας ἡμέρας ἀνελθούσης αὐτῆς ἐπυνθάνετο πῶς αὐτὴν οἱ οἰκεῖοι προσεδέξαντο. Τῆς δὲ εἰπούσης· «Οἱ βουκόλοι καὶ οἱ ποιμένες με ὑπεβλέποντο», ἔφη πρὸς αὐτήν· «Ἀλλ’ ὦ γύναι, εἰ τούτοις ἀπήχθου οἱ ὄρθρου μὲν τὰς ποίμνας ἐξελαύνουσιν, ὀψὲ δὲ εἰσίασι, τί χρὴ προσδοκᾶν περὶ τούτων οἷς πᾶσαν τὴν ἡμέραν συνδιέτριβες;».
Οὕτω πολλάκις ἐκ τῶν μικρῶν τὰ μεγάλα καὶ ἐκ τῶν προδήλων τὰ ἄδηλα γνωρίζονται.
[Ένας άντρας είχε μια γυναίκα πολύ κακότροπη. Θέλησε να διαπιστώσει αν ο ελεεινός της χαραχτήρας εκδηλωνόταν μονάχα σε βάρος τού ίδιου ή και σε βάρος άλλων: «άραγε η γυναίκα μου έχει αυτόν τον κακό χαραχτήρα μόνο απέναντί μου και απέναντι στους υπηρέτες τού σπιτιού μας ή μήπως είναι το ίδιο κακιά κι απέναντι στους ανθρώπους τού δικού της σογιού;».
Επινόησε λοιπόν εκείνος ο άνθρωπος μια εύλογη δικαιολογία και την έστειλε να μείνει, για μερικές μέρες, στο πατρικό της σπίτι.
Αυτή, ύστερα από μερικές μέρες, ξαναγύρισε στο σπίτι τού άντρα της. Και ο άντρας της τη ρώτησε: «πώς πέρασες με τους δικούς σου; Πώς σε υποδέχτηκαν;».
Εκείνη απάντησε: «οι βοσκοί τών αγελάδων και οι τσοπάνηδες τών κατσικοπροβάτων μ’ έβλεπαν με κακό μάτι!».
Της λέει ο άντρας της: «Γυναίκα μου, εκείνοι οι άνθρωποι φεύγουν απ’ τα βαθιά χαράματα απ’ το σπίτι και πάνε στις εξοχές για να βοσκήσουν τα ζώα! Και γυρίζουν στο σπίτι αργά το βράδυ! Αν λοιπόν κατάφερες να σε σιχαθούν εκείνοι οι άνθρωποι, – που συναντήθηκες μαζί τους ελάχιστα – τότε τι να σκεφτώ για ’κείνους που «σ’ έφαγαν στη μάπα» όλη τη μέρα;».
Δίδαγμα: αν θέλεις να διαγνώσεις το χαρακτήρα ενός ανθρώπου, τσέκαρε τις αντιδράσεις του ακόμα και πάνω σε θέματα ήσσονος σημασίας. Οι αντιδράσεις του στα μικρά κι ασήμαντα είναι ένδειξη και των αντιδράσεών του πάνω στα μεγάλα και σοβαρά. Δυστυχώς υπάρχουν άνθρωποι φύσει εριστικοί και φιλοτάραχοι.
Παροιμίες: «Μαλώνει με τα ρούχα του», «Γυρεύγει τα λόγια με το κερί», «Αχαλίνωτη κυρά με τα ρούχα της τα βάλλει», «Σύρνει τη ζώστραν του για καβγά», «Με τα νύχια του ξυέται», «Τροχίτζει τα νύχια του για καβγά», «Ήβγεν ο βάτος που τσεντά τσ’ η ασπαλαθιά που μπλέτσει» (Ξεφύτρωσε-βλάστησε ο βάτος που τρυπά τούς περαστικούς κι η ασπαλαθιά πάνω στην οποία μπλέκουν οι διερχόμενοι). «Άλλαξεν κι εξάλλαξεν κι ήβαλε τα καλά της, κι εκόνισεν τη γλώσσαν της και πά’ στην πεθεράν της», «Οπού γεννηθεί τεσσαροκάντουνος δεν πεθαίνει ολοστρόγγυλος»].
73. Ἀνθρακεὺς καὶ γναφεύς
Ἀνθρακεὺς ἐπί τινος οἰκίας ἐργαζόμενος, ὡς ἐθεάσατο γναφέα αὐτῷ παροικισθέντα, προσελθὼν παρεκάλει αὐτὸν, ὅπως αὐτῷ σύνοικος γένηται, διεξιὼν ὡς οἰκειότεροι ἀλλήλοις ἔσονται καὶ λυσιτελέστερον διάξουσι μίαν ἔπαυλιν οἰκοῦντες. Καὶ ὁ γναφεὺς ὑποτυχὼν ἔφη· «Ἀλλ’ ἔμοιγε τοῦτο παντελῶς ἀδύνατον· ἅ γὰρ ἐγὼ λευκανῶ, σὺ ἀσβολώσεις».
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι πᾶν τὸ ἀνόμοιον ἀκοινώνητόν ἐστι.
[Ήταν ένας καρβουνιάρης. Δηλαδή δουλειά του ήταν να κατασκευάζει ξυλοκάμινα και να εμπορεύεται τα ξυλοκάρβουνα που παρήγε. Αυτός είδε ότι κοντά στο δικό του εργαστήριο πήγε κι εγκαταστάθηκε κάποιος άλλος τεχνίτης, ένας γναφέας. Δουλειά τού γναφέα ήταν να μεταποιεί ρούχα και να τα σιδερώνει. Δηλαδή ο γναφέας ήταν μόδιστρος και σιδερωτής ενδυμάτων. Ο καρβουνιάρης λοιπόν προσκάλεσε τον μόδιστρο να συνυπάρξουν ως επαγγελματίες κάτω από την ίδια στέγη: «έλα να κατοικήσουμε μαζί στο ίδιο εργαστήριο! Χωράμε άνετα καί οι δυο μας! Θα μοιραζόμαστε τα έξοδα και θα έχουμε και συντροφιά ο ένας τον άλλον».
Ο μόδιστρος απαντά: «αυτό δεν γίνεται! Ό,τι εγώ νοικοκυρεύω και λευκαίνω εσύ θα το μαυρίζεις!».
Δίδαγμα: τα ανόμοια δε γίνεται συνυπάρχουν.
Παροιμίες: «Άλλα τα μάτια τού λαγού κι άλλα τής κουκουβάγιας». Κυπριακή παροιμία: «Άλλα 'ν' τ' αμμάδκια τού λαού τζι άλλα τού κουκουφκιάου, τζιαι άλλα εν του αλουπού που κάμνει πάου πάου» (Διαφορετικά είναι τα μάτια τού λαγού, διαφορετικά τής κουκουβάγιας και διαφορετικά τής αλεπούς που όταν "κλαίει" κάνει πάου πάου). «Άλλα 'ν' τα μάθια τού λαού κι άλλα 'ν' τζή κουκουμάβλας κι άλλα 'ν' του εροντόμουλου κι άλλα 'ναι τσ' αελάδας» (Νάξος)].
74. Ἄρκτος καὶ ἀλώπηξ
Ἄρκτος μεγάλως ἐκαυχᾶτο ὡς φιλάνθρωπος ὤν, ἐπεὶ νεκρὸν σῶμα οὐκ ἐσθίει· πρὸς ὃν ἡ ἀλώπηξ εἶπεν· «Εἴθε νεκροὺς εἷλκες, ἀλλὰ μὴ τοὺς ζῶντας».
Οὗτος ὁ μῦθος πλεονέκτας τοὺς ἐν ὑποκρίσει καὶ κενοδοξίᾳ βιοῦντας ἐλέγχει.
[Η αρκούδα βγήκε και καυχιόταν πως είναι ζώο φιλάνθρωπο και πως σέβεται κι αγαπά όλα τα ζωντανά πλάσματα: «εγώ ακόμα και νεκρό σώμα να βρω, δεν το αγγίζω!».
Κι η αλεπού σαν την άκουσε: «καλύτερα νά ’τρωγες τούς νεκρούς, παρά που τρως τούς ζωντανούς!!».
Ο μύθος υπαινίσσεται τούς άπληστους και πλεονέκτες, οι οποίοι ζουν μέσα στην ανηθικότητα, στην υποκρισία και στο ψέμα, παριστάνοντας τούς οσίους.
Παροιμίες: «Κάμνει τον Άγιον Ονούφριον», «Σιγανοπερπάτητη και χαμηλοβλεπούσα!». Κρητική παροιμία: «Πότε σκά η οργή τού Θεού; Όντε θα δει την αράπισσα μουρωμένη» (=να φορεί στη μούρη της, δηλαδή στο πρόσωπό της καλύπτρα για την προστασία από τον ήλιο): η παροιμία υπαινίσσεται την υποκριτική συμπεριφορά τών αχρείων και ανήθικων η οποίοι εμφανίζονται ως κόσμιοι και ηθικοί].
75. Ἀρότης καὶ λύκος
Ἀρότης λύσας τὸ ζεῦγος ἐπὶ ποτὸν ἀπῆγε· λύκος δὲ λιμώττων καὶ τροφὴν ζητῶν, ὡς περιέτυχε τῷ ἀρότρῳ, τὸ μὲν πρῶτον τὰς τῶν ταύρων ζεύγλας περιέλειχε, λαθὼν δὲ κατὰ μικρόν, ἐπειδὴ καθῆκε τὸν αὐχένα, ἀνασπᾶν μὴ δυνάμενος, ἐπὶ τὴν ἄρουραν τὸ ἄροτρον ἔσυρεν. Ὁ δὲ ἀρότης ἐπανελθὼν καὶ θεασάμενος αὐτὸν ἔλεγεν· «Εἴθε γὰρ, ὦ κακὴ κεφαλή, καταλιπὼν τὰς ἁρπαγὰς καὶ τὸ ἀδικεῖν ἐπὶ τὸ γεωπονεῖν τραπείης».
Οὕτως οἱ πονηροὶ τῶν ἀνθρώπων, κἂν χρηστότητα ἐπαγγέλλωνται, διὰ τὸν τρόπον οὐ πιστεύονται.
[Ένας ζευγολάτης έλυσε τα βόδια απ’ τον ζυγό τού αλέτρου. Άφησε τα ζυγάλετρα καταγής και πήγε να ποτίσει τα βόδια. Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε ένας πεινασμένος λύκος που έψαχνε τροφή. Ο λύκος βρήκε το παρατημένο άλετρο και προσπάθησε να φάει τα πέτσινα λουριά τού ζυγού. Καθώς λοιπόν δάγκωνε κι έγλειφε τα πέτσινα λουριά, έμπλεξε ο λαιμός του μέσα στις ζεύλες και δεν μπορούσε να απαλλαγεί απ’ αυτές. Προσπαθώντας να ξεμπλέξει, άρχισε να τραβά το άλετρο.
Εκείνη την ώρα επιστρέφει στο χωράφι ο ζευγολάτης. Τον είδε κι είπε: «κακοκέφαλο κορμί, μακάρι να γινόταν να παρατούσες τις κλεψιές και τις αλητείες και να στρεφόσουν στην καλλιέργεια τής γης!».
Δίδαγμα: οι σκάρτοι και οι παλιοχαρακτήρες, ακόμα κι αν δώσουν δείγματα μεταμέλειας και αλλαγής, δεν γίνονται πιστευτοί από κανέναν λόγω τού ελεεινού τους χαρακτήρα. Δηλαδή ο πρότερος βίος τού καθενός μας ασκεί καθοριστικότατο ρόλο για την αποδοχή μας ή όχι από τους άλλους.
Παροιμίες: «Ο κλέφτης δεν μπιστεύγεται» (=δεν γίνεται πιστευτός). Λατινική: Mendaci homini ne verum quidem dicenti credere soleamus (Τον ψεύτη συνηθίζουμε να μην πιστεύουμε ούτε κι αν λέει την αλήθεια)].
76. Ἄνθρωποι καὶ Ζεὺς
Λέγουσι πρῶτον τὰ ζῷα πλασθῆναι καὶ χαρισθῆναι αὐτοῖς παρὰ θεοῦ, τῷ μὲν ἀλκήν, τῷ δὲ τάχος, τῷ δὲ πτερά, τὸν δὲ ἄνθρωπον γυμνὸν ἑστῶτα εἰπεῖν· «Ἐμὲ μόνον κατέλιπες ἔρημον χάριτος» τὸν δὲ Δία εἰπεῖν· «Ἀνεπαίσθητος εἶ τῆς δωρεᾶς, καίτοι τοῦ μεγίστου τετυχηκώς· λόγον γὰρ ἔχεις λαβὼν, ὃς παρὰ θεοῖς δύναται καὶ παρὰ ἀνθρώποις, τῶν δυνατῶν δυνατώτερος καὶ τῶν ταχίστων ταχύτερος». Καὶ τότε ἐπιγνοὺς τὸ δῶρον ὁ ἄνθρωπος προσκυνήσας καὶ εὐχαριστήσας ᾤχετο.
Ὅτι, ἐκ θεοῦ λόγῳ τιμηθέντων πάντων, ἀνεπαισθήτως ἔχουσί τινες τῆς τοιαύτης τιμῆς καὶ μᾶλλον ζηλοῦσι τὰ ἀναίσθητα καὶ ἄλογα ζῷα.
[Ο Θεός έπλασε αρχικά όλα τα ζώα και τους χορήγησε διάφορα χαρίσματα και εφόδια: σ’ άλλο ζώο χάρισε σωματική δύναμη, σ’ άλλο ταχύτητα, σ’ άλλο φτερά κ.λπ. Τον άνθρωπο όμως ο Θεός τον άφησε γυμνό και χωρίς κανένα εφόδιο όπως τα προηγούμενα.
Τότε ο άνθρωπος πήγε και παραπονέθηκε στον Δία: «όλα τα ζώα τα στόλισες με διάφορα χαρίσματα! Εμένα όμως με ξέχασες, δεν μού έδωσες ούτε ένα εφόδιο!».
Ο Δίας απάντησε: «το δώρο που έκαμα σε σένα, άνθρωπε, είναι το πιο μεγάλο, αλλά δεν το συναισθάνεσαι! Σ’ εσένα χάρισα το λογικό, που είναι το πιο μεγάλο δώρο. Το λογικό έχει την πιο μεγάλη δύναμη ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους! Η λογική, που σου χάρισα, είναι απ’ τους δυνατούς δυνατότερη κι απ’ τους ταχείς ταχύτερη».
Σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο άνθρωπος, συνειδητοποίησε την αξία τού δικού του χαρίσματος, προσκύνησε το Δία, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του, κι αποχώρησε.
Δίδαγμα: ενώ ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησεν» κι όλα τα πλάσματα τής Δημιουργίας τα εξόπλισε με τα κατάλληλα εφόδια και τον άνθρωπο επίσης εφοδίασε με το ισχυρότερο εφόδιο, τη λογική και τη φρόνηση, εντούτοις συχνά ο άνθρωπος είτε δεν συνειδητοποιεί το μέγεθος και τη σημασία αυτής τής δωρεάς είτε ενίοτε κάνει κακή χρήση τού λογικού του, παρεκτρεπόμενος σε έργα καταστροφής και ολέθρου.
Παροιμία: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα. ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ἐρεύγεται ῥῆμα, καὶ νὺξ νυκτὶ ἀναγγέλλει γνῶσιν. οὐκ εἰσὶ λαλιαὶ οὐδὲ λόγοι, ὧν οὐχὶ ἀκούονται αἱ φωναὶ αὐτῶν· εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν» (Οι ουρανοί, με την αρμονία και το κάλλος τους, διηγούνται στον καθένα τη δόξα και σοφία τού Θεού. Κι ο ουρανός, που σαν στερεός θόλος περιβάλλει τη γη, διακηρύττει πως είναι έργο τού πανσόφου Δημιουργού. Κάθε μέρα βροντοφωνάζει στην επόμενη μέρα και κάθε νύκτα αναγγέλλει στην άλλη νύχτα τη γνώση για την ύπαρξη τού Δημιουργού. Οι λόγοι, τους οποίους διαλαλούν οι ουρανοί, δεν είναι λόγοι σιωπηλοί, από εκείνους δηλαδή τών οποίων οι φωνές δεν ακούγονται παντού. Αντιθέτως, σ’ ολόκληρη τη γη εξήλθε και ακούγεται η φωνή τους, κι οι λέξεις τους στα πέρατα τής οικουμένης) (Ψαλμός Δαυΐδ, 18. 2-5)].
77. Ἄνθρωπος καὶ ἀλώπηξ
Ἀλώπεκά τις ἐχθρὰν ἔχων ὡς βλάπτουσαν αὐτόν, κρατήσας καὶ θέλων ἐπὶ πολὺ τιμωρήσασθαι, στυππεῖα ἐλαίῳ βεβρεγμένα τῇ οὐρᾷ προσδήσας ὑφῆψε. Ταύτην δὲ δαίμων εἰς τὰς ἀρούρας τοῦ βαλόντος ὡδήγει· ἦν δὲ καιρὸς τοῦ ἀμήτου. Ὁ δὲ ἠκολούθει θρηνῶν μηδὲν θερίσας.
Ὅτι πρᾷον εἶναι χρὴ καὶ μὴ ἀμέτρως θυμοῦσθαι· ἐξ ὀργῆς γὰρ πολλάκις βλάβη γίνεται μεγάλη τοῖς δυσοργήτοις.
[Ένας άνθρωπος είχε μεγάλο μίσος για μια αλεπού, γιατί αυτή τον έβλαπτε. Όταν την αιχμαλώτισε, θέλησε να την τιμωρήσει: έδεσε στην ουρά της στουπιά, βουτηγμένα στο λάδι, και τους έβαλε φωτιά. Η αλεπού πήρε δρόμο κι έτρεχε, με την ουρά της να καίγεται. Όπως η αλεπού έτρεχε σα δαιμονισμένη, κατά τύχη, μπαίνει μέσα στα χωράφια εκείνου τού ίδιου ανθρώπου που της άναψε τη φωτιά στην ουρά. Τότε ήταν η εποχή τού θερισμού και τα χωράφια ήταν γεμάτα με αθέριστα στάχια. Όπως ήταν αναμενόμενο, πήραν φωτιά όλα τα σπαρτά και κάηκαν τα πάντα. Κι ο άνθρωπος τραβούσε τα μαλλιά του μ’ αυτό που έπαθε. Και δεν θέρισε τίποτα.
Δίδαγμα: ακόμα και συνθήκες μεγάλης έξαψης και νευρικής υπερδιέγερσης ο άνθρωπος θα πρέπει να διατηρεί τον αυτοέλεγχο και την αυτοκυριαρχία του, διότι ο άμετρος θυμός αποβαίνει κακός σύμβουλος και μπορεί να μας οδηγήσει στον όλεθρο.
Παροιμίες: «Αποσπερινόν θυμόν φύλαγέ τον το πρωΐ!», «Ο θυμωμένος είναι σκύλος λυσσασμένος κι ο μεθυσμένος είναι σαν δαιμονισμένος», «Ο θυμωμένος κι ο λωλός παραμπαρίζουν» (=παραβγαίνουν). «Ό,τι λογιάσεις αποσπερίς, μην το κάμεις το ταχύ!» (=αν σχεδιάσεις από το βράδυ κάποια κακή ενέργεια, άσε να περάσει η νύχτα, και το πρωΐ, που θα είσαι νηφάλιος, μην προχωρήσεις στην υλοποίησή της!). «θυμῷ μάχεσθαι χαλεπόν· ὅ, τι γὰρ ἂν θέλῃ, ψυχῆς ὠνεῖται» (Είναι δύσκολο να πολεμά κανείς την καρδιά του· γιατί αυτό που θέλει, το αγοράζει με ψυχή) {60. (85). Kranz} (Ηράκλειτος). «Ἄνθρωπος ὢν γίνωσκε τῆς ὀργῆς κρατεῖν» (Επειδή είσαι άνθρωπος, μάθε να βάζεις φρένο στην οργή σου!) (Μένανδρος 20)].
78. Σῦς ἄγριος καὶ ἵππος καὶ κυνηγέτης
Σῦς ἄγριος καὶ ἵππος ἐν ταὐτῷ ἐνέμοντο. Τοῦ δὲ συὸς παρ’ ἕκαστα τὴν πόαν διαφθείροντος καὶ τὸ ὕδωρ θολοῦντος, ὁ ἵππος βουλόμενος αὐτὸν ἀμύνασθαι [ἐπὶ] κυνηγέτην σύμμαχον παρέλαβε. Κἀκείνου εἰπόντος μὴ ἄλλως δύνασθαι αὐτῷ βοηθεῖν, ἐὰν μὴ χαλινόν τε ὑπομείνῃ καὶ αὐτὸν ἐπιβάτην δέξηται, ὁ ἵππος πάντα ὑπέστη. Καὶ ὁ κυνηγέτης ἐποχηθεὶς αὐτῷ καὶ τὸν σῦν κατηγωνίσατο καὶ τὸν ἵππον προσαγαγὼν τῇ φάτνῃ προσέδησεν.
Οὕτω πολλοὶ δι’ ἀλόγιστον ὀργήν, ἕως τοὺς ἐχθροὺς ἀμύνασθαι θέλουσιν, ἑαυτοὺς ἑτέροις ὑπορρίπτουσιν.
[Ένα αγριογούρουνο έβοσκε στον ίδιο χώρο μ’ ένα άλογο. Δηλαδή τα δυο ζώα είχαν κοινό χώρο βοσκής. Ο αγριόχοιρος, επειδή είναι χαχόλος και βρομιάρης, όλη τη μέρα κυλιόταν πάνω στο καταπράσινο γρασίσι και τσαλαβουτούσε μέσα στα νερά. Το αποτέλεσμα ήταν το άλογο, που είναι πεντακάθαρο ζώο και πολύ μίζερο στο φαγητό και στο νερό του, να σιχαίνεται να τρώει και να πίνει.
Το άλογο λοιπόν νευρίασε μ’ όλη εκείνη την κατάσταση και θέλησε να εκτοπίσει από το μέρος εκείνο τον αγριόχοιρο. Έτσι λοιπόν το άλογο σύναψε συμμαχία μ’ έναν κυνηγό.
Ο κυνηγός όμως έκαμε μια συγκεκριμένη πρόταση στο άλογο: «μ’ έναν όρο μονάχα θα σε βοηθήσω και θα συνεργαστώ μαζί σου: να κάτσεις να σου φορέσω χαλινάρι και μετά να σε καβαλλήσω κιόλας!». – «Οκέυ! Ουδέν πρόβλημα!» απάντησε το άλογο.
Και το άλογο δέχτηκε όλους τούς όρους τού κυνηγού, δηλαδή καί να φορέσει χαλινάρι καί να καβαλληθεί απ’ τον κυνηγό. Δηλαδή το άλογο – πάνω στο θυμό του – επέλεξε εκουσίως τον εξανδραποδισμό του, την υποδούλωσή του, την απώλεια τής ελευθερίας του.
Στη συνέχεια, ο κυνηγός καβάλλησε το άλογο, σκότωσε τον αγριόχοιρο, κι οδήγησε το άλογο στο μαντρί του.
Συμπέρασμα: πολλοί, πάνω στα νεύρα τους, από τη δίψα τους να εκδικηθούν αυτούς που μισούν, τελικά προξενούν στον εαυτό τους το μεγαλύτερο κακό. Ο θυμός κι η οργή είναι κακοί σύμβουλοι: θολώνουν την κρίση μας και μας οδηγούν σε εσφαλμένες επιλογές].
79. Γαλῆ καὶ ῥίνη
Γαλῆ εἰσελθοῦσα εἰς χαλκέως ἐργαστήριον τὴν ἐκεῖ κειμένην ῥίνην περιέλειχε. Συνέβη δέ, ἐκτριβομένης τῆς γλώσσης, πολὺ αἷμα φέρεσθαι. Ἡ δὲ ἐτέρπετο ὑπονοοῦσά τι τοῦ σιδήρου ἀφαιρεῖσθαι, μέχρι παντελῶς ἀπέβαλε τὴν γλῶσσαν.
Ὁ λόγος εἴρηται πρὸς τοὺς ἐν φιλονεικίαις ἑαυτοὺς καταβλάπτοντας.
[Μια γάτα τρύπωσε στο εργαστήριο ενός μεταλλουργού. Εκεί μέσα βρήκε μια λίμα. Κι άρχισε να τη γλείφει με τη γλώσσα της. Όμως, καθώς έγλειφε τη λίμα, έβγαινε αίμα από τη γλώσσα τής γάτας. Αλλά η γάτα ηδονιζόταν με τη γεύση τού αίματος και νόμιζε πως εκείνη η γλυκιά γεύση προερχόταν μέσα από τη λίμα. Στο τέλος, με το «γλείψε γλείψε», η γάτα έμεινε χωρίς γλώσσα!
Το παραμύθι υπονοεί ποια ζημιά προκαλούν στον ίδιο τους τον εαυτό όσοι γίνονται είτε υποχείρια τού θυμού τους είτε έχουν την τάση να μαλώνουν συνέχεια με όλο τον κόσμο. Επομένως οι νευρικές εξάρσεις και οι διαπληκτισμοί αποβαίνουν υπονομευτικοί τής υγείας μας, της σωματικής και ψυχικής, και, ενίοτε, οδηγούν στο θάνατο].
80. Γαλῆ καὶ Ἀφροδίτη
Γαλῆ ἐρασθεῖσα νεανίσκου εὐπρεποῦς ηὔξατο τῇ Ἀφροδίτῃ ὅπως αὐτὴν μεταμορφώσῃ εἰς γυναῖκα. Καὶ ἡ θεὸς ἐλεήσασα αὐτῆς τὸ πάθος μετετύπωσεν αὐτὴν εἰς κόρην εὐειδῆ, καὶ οὕτως ὁ νεανίσκος θεασάμενος αὐτὴν καὶ ἐρασθεὶς οἴκαδε ὡς ἑαυτὸν ἀπήγαγε. Καθημένων δὲ αὐτῶν ἐν τῷ θαλάμῳ, ἡ Ἀφροδίτη γνῶναι βουλομένη εἰ μεταβαλοῦσα τὸ σῶμα ἡ γαλῆ καὶ τὸν τρόπον ἤλλαξε, μῦν εἰς τὸ μέσον καθῆκεν. Ἡ δὲ ἐπιλαθομένη τῶν παρόντων ἐξαναστᾶσα ἀπὸ τῆς κοίτης τὸν μῦν ἐδίωκε καταφαγεῖν θέλουσα. Καὶ ἡ θεὸς ἀγανακτήσασα κατ’ αὐτῆς πάλιν αὐτὴν εἰς τὴν ἀρχαίαν φύσιν ἀποκατέστησεν.
Οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ φύσει πονηροί, κἂν φύσιν ἀλλάξωσι, τὸν γοῦν τρόπον οὐ μεταβάλλονται.
[Μια γάτα ερωτεύτηκε έναν όμορφο νεαρό. Έκαμε λοιπόν προσευχή στη θεά Αφροδίτη και της ζήτησε να τη μεταμορφώσει σε γυναίκα.
Η Αφροδίτη τη λυπήθηκε και, πράγματι, τη μεταμόρφωσε σε πανέμορφη κοπέλλα. Οπότε, ο νεαρός, όταν την είδε, την ερωτεύτηκε και την έφερε στο σπίτι του.
Το ζευγαράκι καθόταν στο δωμάτιο και χαιρόταν τον έρωτά του. Ξαφνικά η Αφροδίτη, που ήθελε να τσεκάρει αν η γάτα μαζί με τη σωματική της μεταμόρφωση είχε αλλάξει και το χαρακτήρα της, ρίχνει έναν ποντικό καταμεσής τού δωματίου!
Μονομιάς η πανέμορφη κούκλα τα ξεχνά όλα: πετιέται σαν ελατήριο πάνω από το κρεββάτι, παρατά τον εραστή, και χυμά πάνω στον ποντικό για να τον πιάσει. Η γατήσια φύση της νίκησε την πλαστή ανθρώπινη.
Έτσι η Αφροδίτη απογοητεύτηκε μ’ όλη εκείνη την κατάσταση και την ξανάκανε γάτα όπως και πριν.
Δίδαγμα: ο κακός χαρακτήρας κάποιων ανθρώπων δεν αλλάζει, έστω κι αν ασκηθεί πάνω τους η πιο δραστική αγωγή. Δηλαδή ενίοτε η Φύση νικά την Αγωγή.
Παροιμίες: «Απ’ όπου κι αν τον πιάσεις, θα χεστείς!», «Απ’ όπου τον κόψεις, ξεματώνει», «Έναι μεγάλος χρίας!» (=αυτός που θα σε χρίσει=θα σε λερώσει)].

































