
201. Βάτραχος ἰατρός καὶ ἀλώπηξ
Ὄντος ποτὲ βατράχου ἐν τῇ λίμνῃ καὶ τοῖς ζῴοις πᾶσιν ἀναβοήσαντος· «Ἐγὼ ἰατρός εἰμι φαρμάκων ἐπιστήμων», ἀλώπηξ ἀκούσασα ἔφη· «Πῶς σὺ ἄλλους σώσεις, σαυτὸν χωλὸν ὄντα μὴ θεραπεύων;».
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι ὁ παιδείας ἀμύητος ὑπάρχων, πῶς ἄλλους παιδεῦσαι δυνήσεται;
[Ένας βάτραχος κάποτε ζούσε σε μια λίμνη. Κάλεσε όλα τα ζώα και τους ανακοίνωσε: «είμαι γιατρός! Γνωρίζω όλα τα φάρμακα κι όλες τις θεραπείες!».
Η αλεπού, σαν τον άκουσε, του απάντησε: «εσύ ο ίδιος έχεις το μαύρο σου το χάλι, είσαι κουτσός και σακάτης, και θα γιατρέψεις εμάς τούς υπόλοιπους;».
Το παραμύθι υπαινίσσεται πως δεν γίνεται να προσφέρεις στους άλλους κάτι που εσύ δεν διαθέτεις.
Παροιμίες: «Έν ηξέρει είντα Θεό λατρεύγει», «Δεν ηξέρει τα τρία κακά τής μοίρας του!», «Δεν κατέχει απέ πού κλάνει η όρνι(θ)α», «Δεν κατέχει είντα αλωνεύγει»].
202. Βόες καὶ ἄξων
Βόες ἅμαξαν εἷλκον. Τοῦ δὲ ἄξονος τρίζοντος, ἐπιστραφέντες ἔφασαν οὕτως πρὸς αὐτόν· «Ὦ οὗτος, ἡμῶν τὸ ὅλον βάρος φερόντων, σὺ κέκραγας;».
Οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔνιοι, μοχθούντων ἑτέρων, αὐτοὶ προσποιοῦνται κάμνειν.
[Δυο βόδια έσερναν μια άμαξα. Ο άξονας τών τροχών τής άμαξας έτριζε δυνατά κι ενοχλητικά.
Τότε τα βόδια στράφηκαν προς τον άξονα και του λένε: «όλο το ζόρι εμείς το τραβάμε, κι εσύ διαμαρτύρεσαι;».
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με μερικούς: άλλοι μοχθούν και τυραννιούνται, κι άλλοι παραπονιούνται!
Παρατηρείται συχνά το φαινόμενο κάποιοι άνθρωποι να δουλεύουν κάτω από πολύ σκληρές συνθήκες και εντούτοις να μη γογγύζουν μήτε να διαμαρτύρονται. Και την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι, που ζουν μέσα σε συνθήκες ανέσεων, συμβαίνει να μεμψιμοιρούν και να ελεεινολογούν την τύχη τους! Της πρώτης κατηγορίας οι άνθρωποι λέγονται γενναίοι, της δεύτερης αχάριστοι.
Παροιμίες: «Άλλοι πασκίζουν και κοπιάζουνε, κι άλλοι παραπονιούνται», «Το πρόβατο κουρεύανε, το γίδι τσιρλοκόπα» (Κέρκυρα). «Αντί να τρίξει τ’ αμάξιν τρίζει ο αμαξάρης» (Κύπρος). «Η όρνιθα γεννά τ’ αυγόν κι ο πετεινός πονεί τον κώλον του» (Κύπρος). «Αντίς να βογγήσει το βόιδι, βογγάει τ’ αμάξι» (Γιάννενα). «Αντί να σείεται η ανωφλέα, σείεται η κατωφλέα» (Κάρπαθος). «Αντίς να βογγάη ου γάϊδαρους βουγγάει του σαμάρ'» (Σάμος). Βυζαντινή: «ἐκεῖνος πάσχων ἔφερε κ’ ἐσὺ ποσῶς γογγύζεις» (Μιχαήλ Γλυκάς, στ. 346)].
203. Βοηλάτης καὶ Ἡρακλῆς
Βοηλάτης ἅμαξαν ἦγεν εἰς κώμην. Τῆς δ’ ἐμπεσούσης εἰς φάραγγα κοιλώδη, δέον βοηθεῖν, ὅδε ἀργὸς εἱστήκει, τῷ δὲ Ἡρακλεῖ προσηύχετο μόνῳ ἁπάντων θεῶν ὡς πολλὰ τιμωμένῳ. Αὐτὸς δ’ ἐπιστὰς εἶπε· «Τῶν τρόχων ἅπτου καὶ τοὺς βόας κέντριζε, τοῖς θεοῖς δ’ εὔχου, ὅταν τι ποιῇς καὐτός· μὴ μάτην εὔξῃ».
[Ένας βοηλάτης (οδηγός βοδιών) οδηγούσε μια άμαξα και την πήγαινε σ’ ένα χωριό. Ο δρόμος ήταν κακοδιάβατος, και, σε κάποιο σημείο, η άμαξα έπεσε σ’ έναν βαθύ λάκκο.
Τότε ο αμαξάς στάθηκε κι έκαμνε προσευχές στον Ηρακλή για να τον βοηθήσει: «Ηρακλή μου, στείλε μου τη βοήθειά σου! Εγώ, ξεχωριστά απ’ όλους τούς θεούς, εσένα τιμώ πιότερο!».
Ο Ηρακλής εμφανίζεται ολοζώντανος μπροστά στον αμαξά και του λέει: «πιάσε και σπρώχνε τούς τροχούς, κέντριζε και τα βόδια για να ξεκολλήσει η άμαξα απ’ το λάκκο! Στους θεούς να κάνεις προσευχές, όταν κι εσύ κουνάς τα χέρια σου και κάνεις ό,τι μπορείς! Αλλιώς, τζάμπα προσεύχεσαι».
Δίδαγμα: ο άνθρωπος πρέπει να αυτενεργεί και ν’ αναπτύσσει πρωτοβουλίες για την επίλυση τών κάθε είδους προβλημάτων του, κι όχι να αναμένει παθητικά την αρωγή τής τύχης ή την εξ ύψους βοήθεια.
Παροιμίες: «Άγιε μου Γιώργη, βοήθα με να ’φάνω το πανάκι μου! – Κούνα κι εσύ το χέρι σου!» (Χίος). «Άγιε Νικόλα, βοήθα! – Κούνα κι εσύ τα χέρια σου!». «Ο Θεός δώνει το φαΐ στα πουλιά, μα δε dο βάνει και στην αφωλιά (Νάξος). «Όποιος βλέπεται, βλέπει τον τζ’ ο Θεός» (Κύπρος). «Θεὸς δὲ τοῖς ἀργοῖσιν οὐ παρίσταται» (Ο Θεός δεν συμμαχεί με τεμπέληδες κι ακαμάτες) (Μένανδρος 242). «Θεὸς δ’ ἁμαρτάνουσιν οὐ παρίσταται» (Ο Θεός δεν συμμαχεί με ανθρώπους που κάνουν άστοχες και παράλογες κινήσεις) (Μένανδρος 252). «Σὺν Ἀθηνᾷ καὶ χεῖρα κίνει: παροιμία ἐπὶ τοῦ μὴ χρῆναι ἐπὶ ταῖς τῶν θεῶν ἐλπίσι καθημένους ἀργεῖν. Τίθεται δὲ ἡ παροιμία ἐπὶ γυναικῶν μάλιστα ὀφειλουσῶν ἐργάζεσθαι· ἡ γὰρ Ἀθηνᾶ ἐργάνη. Εἴρηται δὲ ἀπὸ ὀνηλάτου, οὗ ὁ μὲν ὄνος εἰς πηλὸν ἐπεπτώκει· ὁ δέ, δέον βοηθεῖν, ἐπεκαλεῖτο τὸν Ἡρακλέα. Μέμνηται ταύτης τῆς παροιμίας Εὐριπίδης. Ἕτεροι δέ φασιν ὅτι μέλλων τὶς ἀγωνίσασθαι, χρησμὸν παρὰ τῆς Ἀθηνᾶς εἴληφεν, ὅτι νικήσει· ἐνστάντος δὲ τοῦ ἀγῶνος εἰσελθὼν εἰς τὸ θέατρον καὶ κάτω βαλὼν τὰς χεῖρας εἱστήκει, ἕως τυπτόμενος ὑπὸ τοῦ ἀνταγωνιστοῦ ἐνικήθη» (Ζηνοβίου). Λατινική: «Ducunt volentem fata, nolentem trahunt» (Εκείνον που επιθυμεί να προχωρά, η μοίρα τον συνοδεύει. Εκείνον που δεν επιθυμεί, τον σέρνει)].
204. Βωταλὶς καὶ νυκτερίς
Βωταλὶς ἀπό τινος θυρίδος κρεμαμένη νυκτὸς ᾖδε. Νυκτερὶς δὲ ἐξήκουσε αὐτῆς τὴν φωνὴν καὶ προσελθοῦσα ἐπυνθάνετο ἀπ’ αὐτῆς τὴν αἰτίαν δι’ ἣν ἡμέρας μὲν ἡσυχάζει, νύκτωρ δὲ ᾄδει. Τῆς δὲ λεγούσης ὡς οὐ μάτην τοῦτο πράττει· ἡμέρας γάρ ποτε ᾄδουσα συνελήφθη, διὸ ἀπ’ ἐκείνου ἐσωφρονίσθη, ἡ νυκτερὶς εἶπεν· «Ἀλλ’ οὐ νῦν σε δεῖ φυλάττεσθαι, ὅτε οὐδὲν ὄφελός ἐστι, τότε δὲ πρὶν ἢ συλληφθῆναι».
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι ἐπὶ τοῖς ἀτυχήμασι μετάνοια ἀνωφελὴς καθέστηκεν.
[Ένα πουλί ήταν αιχμάλωτο μέσα σ’ ένα κλουβί, που κρεμόταν σ’ ένα παράθυρο, κι έβγαζε μελωδική φωνή, κάθε νύχτα. Μια νυχτερίδα, που το άκουγε μόνο τις νύχτες να κελαηδεί, το πλησίασε και το ρώτησε για ποιο λόγο μένει σιωπηλό όλη τη μέρα και τραγουδά μονάχα τις νύχτες.
Το πουλί τής εξήγησε πως έχει λόγο που το κάνει αυτό: «όσον καιρό τραγουδούσα τη μέρα, μια φορά έτυχε και με τσάκωσαν. Από ’κείνο τον καιρό έβαλα μυαλό, και τραγουδώ μόνο τις νύχτες».
Κι η νυχτερίδα απάντησε: «χαζό πλάσμα, τι ανάγκη έχεις πια να φυλάγεσαι αφού δεν σε ωφελεί καθόλου; Τότε έπρεπε να ’χες τα μάτια σου τετρακόσα, προτού σε πιάσουν!».
Δίδαγμα: είναι ανώφελο να μετανοιώνει κανείς ύστερα από ένα δυστύχημα.
Παροιμίες: «Στερνή μου γνώση, να σ’ είχα πρώτα!», «Την πρώτη γνώση τού Ρωμιού να την έχη το σκυλί μου και την υστερήν του να την έχη το παιδί μου» (Αμοργός). Νεοελληνικές παροιμίες: «Το μυαλό του ο Ρωμιός το έχει όξου από το φέσι του./Του Ρωμιού η γνώση έρχεται στέρου (εκ των υστέρων)./Του Ρωμιού η γνώση έρχεται στο ψυχομάχημα./Έπρεπε, χαϊδεμένο μου, πιο πριν να βάλεις γνώση, προτού ν’ αφήσεις το κακό πάνω σου να φουντώσει./Τα χρόνια φέρνουνε το νου, τα χρόνια και τη γνώση./Να ξαναγενόμουν νύφη, θά ’ξερα να προσκυνήσω». Ποντιακή παροιμία: «Η γραία ας τ’ εγαμέθεν εσπάλιξεν την πόρταν» (Η γριά αφού γαμήθηκε, έκλεισε την πόρτα). «Πρᾶττε ἀμετανοήτως» (Να ενεργείς έτσι που να μη μετανιώνεις) (3.1.173, Σωσιάδου τῶν ἑπτὰ σοφῶν ὑποθῆκαι)].
205. Βουκόλος καὶ λέων
Βουκόλος βόσκων ἀγέλην ταύρων ἀπώλεσε μόσχον. Περιελθὼν δὲ καὶ μὴ εὑρὼν ηὔξατο τῷ Διί, ἐάν τὸν κλέπτην εὕρῃ, ἔριφον αὐτῷ θῦσαι. Ἐλθὼν δὲ εἴς τινα δρυμῶνα καὶ θεασάμενος λέοντα κατεσθίοντα τὸν μόσχον, περίφοβος γενόμενος, ἐπάρας τὰς χεῖρας εἰς τὸν οὐρανόν, εἶπε· «Ζεῦ δέσποτα, πάλαι μέν σοι ηὐξάμην ἔριφον θῦσαι, ἂν τὸν κλέπτην εὕρω, νῦν δὲ ταῦρόν σοι θύσω, ἐὰν τὰς τοῦ κλέπτου χεῖρας ἐκφύγω».
Οὗτος ὁ λόγος λεχθείη ἂν ἐπ’ ἀνδρῶν δυστυχούντων, οἵτινες ἀπορούμενοι εὔχονται εὑρεῖν, εὑρόντες δὲ ζητοῦσιν ἀποφυγεῖν.
[Ήταν κάποτε ένας βουκόλος (αγελαδάρης) που έβοσκε το κοπάδι με τα βόδια του. Ξάφνου χάθηκε ένα μοσχάρι απ’ το κοπάδι του. Ο άνθρωπος τό έψαξε ολόγυρα αλλά δεν το βρήκε. Προσευχήθηκε στον Δία, τάζοντάς του να τού θυσιάσει ένα κατσίκι αν βρει τον κλέφτη.
Πράγματι, ύστερα από λίγο, έφτασε σ’ ένα πυκνό δάσος. Εκεί αντίκρυσε ένα λιοντάρι που καταβρόχθιζε το μοσχάρι του. Αμέσως τα χρειάστηκε απ’ το φόβο του, σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό κι έκαμε επίκληση: «Δία, βασιλιά τού κόσμου, πρωτύτερα σού έταξα να σου θυσιάσω κατσίκι, άμα βρω τον κλέφτη. Τώρα λοιπόν θα σου σφάξω ολόκληρο βόδι, αν καταφέρω να ξεφύγω απ’ τού κλέφτη τα χέρια».
Ο παραπάνω μύθος θα μπορούσε να λεχθεί σε ανθρώπους που τους δέρνει η δυστυχία και οι οποίοι, όταν χάνουν πράγματα, εύχονται να τα βρουν, όταν όμως τα βρίσκουν, γυρεύουν πώς να ξεφύγουν απ’ αυτά.
Δίδαγμα: καλύτερα οι συμφορές να πλήττουν πράγματα ή τέλος πάντων υλικά αγαθά παρά εμάς τους ίδιους και την υγεία μας.
Παροιμίες: «Κάλλια το κακό στο μάλιν παρά στο κεφάλιν» (=καλύτερα να ξεσπάσει ένα κακό πάνω σε κάποιο περιουσιακό μας στοιχείο παρά σ’ εμάς τους ίδιους) (Χίος). «Κάλλιο στο μαλλί σου παρά στην κεφαλή σου!» (Καρδάμυλα). «Παρά στα παιδκιά μας κάλλιο στα μαλλιά μας!» (Κύπρος). «Κάλλιο η μάμμα μου παρά η μάννα μου!» (=καλύτερα να πεθάνει η γιαγιά μου παρά η μάννα μου) (Κεφαλλονιά)].
206. Βορέας καὶ Ἥλιος
Βορέας καὶ Ἥλιος περὶ δυνάμεως ἤριζον. Ἔδοξε δὲ αὐτοῖς ἐκείνῳ τὴν νίκην ἀπονεῖμαι, ὃς ἂν αὐτῶν ἄνθρωπον ὁδοιπόρον ἀποδύσῃ. Καὶ ὁ Βορέας ἀρξάμενος σφοδρὸς ἦν· τοῦ δὲ ἀνθρώπου ἀντεχομένου τῆς ἐσθῆτος μᾶλλον ἐπέκειτο. Ὁ δὲ ὑπὸ τοῦ ψύχους καταπονούμενος ἔτι μᾶλλον, καὶ περιττοτέραν ἐσθῆτα προσελάμβανεν, ἕως ἀποκαμὼν <ὁ Βορέας> τῷ Ἡλίῳ αὐτὸν παρέδωκε. Κἀκεῖνος τὸ μὲν πρῶτον μετρίως προσέλαμψε· τοῦ δὲ ἀνθρώπου τὰ περισσὰ τῶν ἱματίων ἀποτιθεμένου, σφοδρότερον τὸ καῦμα ἐπέτεινεν, ἕως οὗ πρὸς τὴν ἀλέαν ἀντέχειν μὴ δυνάμενος, ἀποδυσάμενος, ποταμοῦ παραρρέοντος ἐπὶ λουτρὸν ἀπῄει.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι πολλάκις τὸ πείθειν τοῦ βιάζεσθαι ἀνυτικώτερόν ἐστι.
[Ο Βοριάς και ο Ήλιος μάλωναν ποιος είναι ο πιο δυνατός. Με τα πολλά συμφώνησαν πως η νίκη θ’ απονεμηθεί σ’ όποιον απ’ τους δυο τους καταφέρει να γδύσει έναν οδοιπόρο (ταξιδιώτη τού δρόμου).
Ξεκίνησε λοιπόν ο βοριάς και φυσούσε λυσσασμένα. Όμως ο άνθρωπος τυλίχτηκε γερά μέσα στα ρούχα του. Κι ο βοριάς δυνάμωσε ακόμα πιο πολύ, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος, επειδή τον ταλαιπωρούσε το κρύο, έριξε πάνω του ακόμα περισσότερα ρούχα. Στο τέλος κουράστηκε ο βοριάς να φυσά, και παραχώρησε τη θέση του στον ήλιο.
Ο ήλιος άρχισε να ρίχνει τις αχτίνες του, στην αρχή με μέτρο. Έτσι ο άνθρωπος πέταξε από πάνω του τα παραπανήσια ρούχα. Στη συνέχεια ο ήλιος φούντωσε τη θερμότητά του ακόμα πιο πολύ, μέχρι που ο άνθρωπος δεν άντεχε τον καύσωνα, γδύθηκε καλά καλά, και βούτηξε σ’ έναν ποταμό που κυλούσε εκεί κοντά, για να δροσιστεί.
Δίδαγμα: πολλές φορές η πειθώ φέρνει πιο καλά αποτελέσματα από τον καταναγκασμό.
Παροιμίες: «Γλυκαίνει το θυμό ο λόγος ο καλός», «Με το γλυκό βγαίνει και το φίδι απ’ την τρύπα», «Ή το χέρι στην τζέπη (για μαχαίρι) ή το μέλι στη γλώσσα (με τον καλό τρόπο) (Γιάννενα). «Το καλύτερον τ' ανθρώπου ν' η γλώσσα και το χειρότερον τ' ανθρώπου ν' η γλώσσα» (Αμοργός). «Με τα καλά λόγια φεύγ' ο όφις απ' τη τρύπα» (Κρήτη). «Παίρν' ο λαγός τον λέοντα με το γλυκύ το ρήμα» (=ο λαγός παίρνει με το μέρος του το λιοντάρι, με τον γλυκό λόγο. Για την αξία τής μειλιχιότητας και πραότητας στην εξομάλυνση τών διαταραγμένων ανθρώπινων σχέσεων) (Κρήτη). «Πιάστουν μι του καλό, παρ' του βρατσί τ'» (Λέσβος). «Απού κατέχει και μιλεί με γνώση και με τρόπο κάνει και κλαίνε και γελού τα μάθια τών ανθρώπων» (Κρήτη). Άλλες παρεμφερείς: «Η γλυκιά γλώσσα βυζαίνει δυό βυζιά, η πικριά ένα κι εκείνο φαρμακωμένο./Η γλυκιά γλώσσα βυζαίνει δυο μανάδες./Η γλυκιά γλώσσα βυζαίνει σαρανταδυό βυζιά και πάλι λίγα είναι./Η γλώσσα κάστρα θεμελιώνει και κάστρα ισοπεδώνει». «Λόγος καλὸς ὀστοῦν κατεάξει». Αρχαίες γνώμες: «Γλῶσσαν εὔφημον κεκτῆσθαι» (Η γλώσσα σου να λέει μόνο λόγια ευσέβειας) (3.1.172α, Κλεόβουλος Εὐαγόρου Λίνδιος. Επτά Σοφοί, Στοβαίος). «Εὐπροσήγορος γίνου» (Να είσαι ευπροσήγορος) (3.1.173, Σωσιάδου τῶν ἑπτὰ σοφῶν ὑποθῆκαι). «Ἰσχυρότερον δέ γ’ οὐδέν ἐστι τοῦ λόγου» (Τίποτε πιο δυνατό απ’ το λόγο) (Μένανδρος 258).
Κατά τον σοφιστή Γοργία ο λόγος είναι μέγας δυνάστης τῆς ψυχῆς: [14] τὸν αὐτὸν δὲ λόγον ἔχει ἥ τε τοῦ λόγου δύναμις πρὸς τὴν τῆς ψυχῆς τάξιν ἥ τε τῶν φαρμάκων τάξις πρὸς τὴν τῶν σωμάτων φύσιν. ὥσπερ γὰρ τῶν φαρμάκων ἄλλους ἄλλα χυμοὺς ἐκ τοῦ σώματος ἐξάγει, καὶ τὰ μὲν νόσου τὰ δὲ βίου παύει, οὕτω καὶ τῶν λόγων οἱ μὲν ἐλύπησαν, οἱ δὲ ἔτερψαν, οἱ δὲ ἐφόβησαν, οἱ δὲ εἰς θάρσος κατέστησαν τοὺς ἀκούοντας, οἱ δὲ πειθοῖ τινι κακῇ τὴν ψυχὴν ἐφαρμάκευσαν καὶ ἐξεγοήτευσαν [Γοργίου Ἑλένης ἐγκώμιον §§ 8-14]. Μετάφραση Π. Καλλιγά: Και η δύναμη του λόγου είναι για την ψυχή ό,τι τα φάρμακα για τη φύση των σωμάτων. Γιατί όπως κάθε φάρμακο εξάγει από το σώμα διαφορετικούς χυμούς, και άλλα σταματούν την αρρώστια ενώ άλλα τη ζωή, έτσι και οι λόγοι, άλλοι δίνουν στους ακροατές τους θάρρος, και άλλοι φαρμακώνουν και μαγεύουν την ψυχή με ένα είδος δόλιας πειθούς].
207. Γέρων καὶ θάνατος
Γέρων ποτὲ ξύλα κόψας καὶ ταῦτα φέρων πολλὴν ὁδὸν ἐβάδιζε. Διὰ δὲ τὸν κόπον τῆς ὁδοῦ ἀποθέμενος τὸ φορτίον τὸν Θάνατον ἐπεκαλεῖτο. Τοῦ δὲ Θανάτου φανέντος καὶ πυθομένου δι’ ἣν αἰτίαν αὐτὸν παρακαλεῖται, ὁ γέρων ἔφη· «Ἵνα τὸ φορτίον ἄρῃς».
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι πᾶς ἄνθρωπος φιλόζωος, [ἐν τῷ βίῳ] κἂν δυστυχῇ.
[Κάποτε ένας γέρος έκοψε ξύλα στο δάσος, τα φορτώθηκε στον ώμο και βάδιζε στο δρόμο. Καθώς προχωρούσε φορτωμένος, κουράστηκε. Εναπόθεσε το φορτίο στη γη και, κουρασμένος από τα γηρατειά, είπε: «Ε, Χάρε, δεν έρχεσαι πια να με πάρεις! Δεν τη θέλω την παλιοζωή!».
Ξαφνικά νά σου κι εμφανίζεται μπρος του ο Θάνατος: «Άκουσα πως με φώναξες, μπάρμπα! Τι ακριβώς με θέλεις;». – «Α!... Τίποτα…, τίποτα… . Να μπορείς να με βοηθήσεις και να σηκώσεις εσύ για λίγο το φορτίο;».
Ο μύθος υπονοεί πως κάθε άνθρωπος αγαπά τη ζωή, ακόμα κι αν έχει φτάσει σε βαθιά γεράματα, ακόμα κι αν δυστυχεί.
Παροιμίες: «Ας ήτο να μην πέθαινε, κι ας ήτο ως κι αν ήτο», «Και με τα χίλια βάσανα πάλ’ η ζωή γλυκιά ’ναι». «Ας αλέθ' ο μύλος κι ας μουgρίζ' ο χοίρος./Και με τα χίλια βάσανα πάλι η ζωή γλυκειά 'ναι κι όποιος το θάνατο ζητά πρέπει τρελλός για νά 'ναι./Ό,τι κι α dραβά κανείς, η ζωή είναι γλυκειά» (Νάξος). «Βουλοίμην κ' ἐπάρουρος ἐὼν θητευέμεν ἄλλῳ,/ἀνδρὶ παρ' ἀκλήρῳ, ᾧ μὴ βίοτος πολὺς εἴη,/ἢ πᾶσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν ἀνάσσειν» (Οδύσσεια λ, στ. 489-491). «Ἅπαντ᾽ ἀφανίζει γῆρας, ἰσχὺν σώματος» (Το γήρας αφανίζει τα πάντα, τη σωματική δύναμη) (Μένανδρος, Suplemmentum ex Aldo 11)].
208. Γεωργὸς καὶ ἀετός
Γεωργὸς ἀετὸν εὑρὼν ἠγρευμένον, τὸ κάλλος αὐτοῦ θαυμάσας, ἀπέλυσεν αὐτὸν ἐλεύθερον. Ὁ δὲ οὐκ ἄμοιρος αὐτῷ χάριτος κατεφάνη, ἀλλ’ ὑπὸ τεῖχος σαθρὸν καθήμενον ἰδών, προσπετάσας τοῖς ποσὶν ἦρε τὸ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ φακιόλιον. Ὁ δὲ ἐξαναστὰς ἐδίωκε· τοῦτο δὲ ὁ ἀετὸς ἔρριψε. Καὶ ἀναλαβόμενος αὐτὸ καὶ ὑποστρέψας εὗρε τὸ τεῖχος συμπεπτωκὸς ἔνθα ἐκάθητο, θαυμάσας τὴν ἀμοιβήν.
Ὅτι τοὺς ἀγαθόν τι πεπονθότας ἔκ τινος ἀντευεργετεῖν χρή· [ὃ γὰρ ἀγαθὸν ποιήσεις, ἀντιδοθήσεταί σοι].
[Ένας γεωργός βρήκε έναν αετό αιχμαλωτισμένο σε παγίδα. Θαύμασε τη μεγαλοπρέπεια και την επιβλητικότητα τού πουλιού. Τον άφησε ελεύθερο.
Ο αετός δεν ξέχασε τη χάρη που χρωστούσε στον ευεργέτη του: συγκεκριμένα, μια μέρα, ο γεωργός καθόταν στη βάση ενός τείχους ετοιμόρροπου. Ξαφνικά εμφανίζεται ο αετός κι αρπάζει το μαντήλι, που φορούσε ο γεωργός πάνω στο κεφάλι του. Ο γεωργός τινάχτηκε πάνω ολόρτος κι άρχισε να κυνηγά τον αετό. Ο αετός, σαν απομακρύνθηκε λίγο απ’ το σημείο εκείνο, άφησε το κεφαλομάντηλο να πέσει στη γη. Ο γεωργός πήγε και πήρε το μαντήλι του και ξαναγυρνούσε εκεί που καθόταν πριν.
Τότε όμως είδε πως, όση ώρα ο ίδιος κυνηγούσε τον αετό, το τείχος είχε γκρεμιστεί.
Ο γεωργός κατάλαβε πως το άρπαγμα τού μαντηλιού το έκαμε επίτηδες ο αετός, για να τον σώσει: «τώρα κατάλαβα γιατί ο αετός μού άρπαξε το κεφαλομάντηλο: αν δεν είχα σηκωθεί να τον κυνηγήσω, θα με πλάκωνε το τείχος!».
Δίδαγμα: οι ευεργετημένοι έχουν ηθική υποχρέωση απέναντι στους ευεργέτες και πρέπει να τους ανταποδίδουν την ευεργεσία που δέχτηκαν. Ό,τι καλό κάμει κανείς σε τούτο τον κόσμο, η ίδια η Ζωή τού το γυρίζει πολλαπλάσιο.
Παροιμίες: «Μην κατουρείς στο πηγάδι που σε ξεδίψασε!», «Λάκκον που πίννεις νερόν μεγ κατουράς μέσα!» (Κύπρος). «Πατώ τον όρκο μου, πατώ το ψωμί πούχω φαωμένο» (Κρήτη). «Ἀντιπελαργεῖν: ἀντὶ τοῦ, ἀντιδιδόναι χάριτας. λέγεται γὰρ τοὺς πελαργοὺς γεγηρακότας τοὺς γονεῖς τροφεῖν» (Γρηγορίου τού Κυπρίου). «Λαβὼν ἀπόδος» (Αν πάρεις κάτι, να το δώσεις πίσω) (3.1.173, Σωσιάδου τῶν ἑπτὰ σοφῶν ὑποθῆκαι)].
209. Γεωργὸς καὶ κύνες
Γεωργὸς ὑπὸ χειμῶνος ἐναποληφθεὶς ἐν τῇ ἐπαύλει, ἐπειδὴ οὐκ ἠδύνατο προελθεῖν καὶ ἑαυτῷ τροφὴν πορίσαι, τὸ μὲν πρῶτον τὰ πρόβατα κατέφαγεν. Ἐπειδὴ δὲ ἔτι ὁ χειμὼν ἐπέμενε, καὶ τὰς αἶγας κατεθοινήσατο. Ἐκ τρίτου δέ, ὡς οὐδεμία ἄνεσις ἐγίνετο, καὶ ἐπὶ τοὺς ἀροτῆρας βοῦς ἐχώρησεν. Οἱ δὲ κύνες θεασάμενοι τὰ πραττόμενα ἔφασαν πρὸς ἀλλήλους· «Ἀπιτέον ἡμῖν ἐνθένδε· ὁ δεσπότης γάρ, εἰ οὐδὲ τῶν συνεργαζομένων βοῶν ἀπέσχετο, ἡμῶν πῶς φείσεται;».
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι δεῖ τούτους μάλιστα φυλάττεσθαι οἳ οὐδὲ τῆς κατὰ τῶν οἰκείων ἀδικίας ἀπέχονται.
[Ένας γεωργός, εξαιτίας τής κακοκαιρίας, αποκλείστηκε στο αγρόκτημά του. Δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από ’κεί ώστε να εφοδιαστεί με τρόφιμα. Αναγκαστικά λοιπόν έφαγε τα πρόβατα που είχε στο αγρόκτημα. Επειδή όμως η κακοκαιρία εξακολουθούσε, σφάζει και τρώει καί τις κατσίκες. Η κακοκαιρία δεν έλεγε να σταματήσει. Οπότε στρέφεται ακόμα καί στα βόδια, που τα χρησιμοποιούσε στα οργώματα τών χωραφιών.
Οι σκύλοι τού αγροκτήματος, που παρατήρησαν όλη εκείνη τη συμπεριφορά τού αφεντικού τους, είπαν αναμεταξύ τους: «πάμε αμέσως να φύγουμε από ’δώ! Αυτός δεν λυπήθηκε ούτε τα βόδια, που είναι οι πολύτιμοι συνεργάτες του στον καθημερινό αγώνα τής επιβίωσης! Θα λυπηθεί εμάς;».
Δίδαγμα: πρέπει να κρατιόμαστε μακριά από ανθρώπους οι οποίοι είναι πωρωμένοι και αδίστακτοι ακόμα και σε βάρος τών δικών τους ανθρώπων.
Παροιμίες: «Εσκότωσε τη μάννα του, θα λυπηθεί τούς ξένους;», «Κατής γαμεί τη μάννα του, πού πάμε να κριθούμε!» (Ο καδής γαμά την ίδια τη μάννα του, άρα αποκλείεται να έχει δικαιοκρισία απέναντί μας) (Μάνη). «Άμα ου καδής ζ’ b’δήξ’ τ’ μάνα σ’ ση πχοιόν θα πας να κριθείς;» (Σάμος). «Βούθα, Χριστέ και Παναγιά, να κλέψω το καντήλι» (Αμοργός). «Απού τον Άδη φώς;» (Κύπρος). «Αν εφοβούνταν ο λύκος τη βροχή, θα εφόρειε και κάπα» (Γιάννενα). «Πολλοὶ σχολὴν ἄγουσιν εἰς τὰ χείρονα» (Πολλοί περνούν τον καιρό τους σκεπτόμενοι πώς να κάμουν το κακό) (Μένανδρος, Suplemmentum ex Aldo 67)].
210. Γεωργὸς καὶ φυτόν
Φυτὸν ἦν εἰς γεωργοῦ χώραν, καρπὸν μὴ φέρον, ἀλλὰ μόνον στρουθῶν καὶ τεττίγων κελαδούντων ἦν καταφυγή. Ὁ δὲ γεωργὸς ὡς ἄκαρπον ἐκτεμεῖν ἤμελλεν. Καὶ δὴ τὸν πέλεκυν λαβὼν ἐπέφερε τὴν πλήγην. Οἱ δὲ τέττιγες καὶ οἱ στρουθοὶ ἱκέτευον τὴν καταφυγὴν αὐτῶν μὴ ἐκκόψαι, ἀλλ’ ἐᾶσαι, ὥστε ᾄδειν ἐν αὐτῷ καὶ σὲ τὸν γεωργὸν τέρπειν. Ὁ δὲ μηδὲν αὐτῶν φροντίσας, καὶ δευτέραν πληγὴν καὶ τρίτην ἐπέφερε. Ὡς δὲ ἐκοίλανε τὸ δένδρον, σμῆνος μελισσῶν καὶ μέλι εὗρε. Γευσάμενος δὲ τὸν πέλεκυν ἔρριψε καὶ τὸ φυτὸν ἐτίμα ὡς ἱερὸν καὶ ἐπεμελεῖτο.
Ὅτι οὐ τοσοῦτον οἱ ἄνθρωποι φύσει τὸ δίκαιον ἀγαπῶσι καὶ τιμῶσιν ὅσον τὸ κερδαλέον ἐπιδιώκουσι.
[Στο χωράφι ενός γεωργού υπήρχε ένα δέντρο που δεν παρήγε καρπούς. Ήταν μονάχα το καταφύγιο σπουργιτών και τζιτζικιών. Πάνω σ’ εκείνο το δέντρο είχαν φωλιάσει πουλιά και τζιτζίκια και κελαηδούσαν. Επειδή λοιπόν το δέντρο ήταν άκαρπο, ο γεωργός βάλθηκε να το κόψει. Παίρνει το τσεκούρι κι αρχίζει τις τσεκουριές.
Τα τζιτζίκια και τα σπουργίτια άρχισαν τα παρακάλια. Ικέτευαν τον γεωργό να μην κόψει το δέντρο, που ήταν το καταφύγιό τους, αλλά να το αφήσει όρθιο: «μην κόψεις το δέντρο, σε παρακαλούμε! Σ’ αυτό έχουμε τις φωλιές μας! Εξάλλου, με τους κελαηδισμούς μας και με τα τραγούδια μας, σε ψυχαγωγούμε, σε καθημερινή βάση».
Ο γεωργός ήταν ανένδοτος κι αμετάπειστος. Δεν έδινε σημασία στις εκκλήσεις τών πουλιών και των τζιτζικιών. Και δίνει και μια δεύτερη και μια τρίτη τσεκουριά στο δέντρο.
Όμως, με τα απανωτά χτυπήματα, φανερώθηκε μια κουφάλα στο εσωτερικό τού κορμού τού δέντρου. Εκεί μέσα ήταν φωλιασμένο ένα μεγάλο άγριο μελίσσι. Ο γεωργός μάζεψε μπόλικο μέλι. Τόσο πολύ ευχαριστήθηκε με την ανακάλυψή του που αμέσως πέταξε κάτω το τσεκούρι κι άφησε το δέντρο στη θέση του. Από τότε όχι μόνο δεν έκοψε το δέντρο αλλά το τιμούσε ως ιερό και το πρόσεχε σαν τα μάτια του.
Δίδαγμα: οι περισσότεροι άνθρωποι δε νοιάζονται και τόσο για τη δικαιοσύνη και την ηθική όσο για την προώθηση και ικανοποίηση τού στενά ατομικού τους συμφέροντος. Δηλαδή εμφανίζουν μια χαλαρή και ελαστική ηθική, την οποία «κόβουν και ράβουν» στο εκάστοτε ιδιωτικό τους συμφέρον.
Παροιμίες: «Άμα έσει το τζελλάριν, εγ καλόν το γεναικάριν» (=Άμα είναι γεμάτο το κελλάρι, είναι καλό το γυναικάρι. Δηλαδή όταν υπάρχει επάρκεια αγαθών σ’ ένα σπιτικό, ακόμα και η ενδεχόμενη «γκρίνια» μιας ιδιότροπης συζύγου περνά απαρατήρητη από τον συμφεροντολόγο σύζυγο) (Κύπρος). «Οπού παίρνει κλερονόμα, θά ’χει κλειδωμένο στόμα» (Κέρκυρα). «Πλήθει δ' ἀνθρώπων ἀρετὴ μία γίνεται ἥδε,/πλουτεῖν» (Θέογνις, Elegia st. 699 Diehl)].

































