Αισώπου Μύθοι μέρος 21ο

Πέμ, 16/11/2023 - 20:21
Λεωνίδας Πυργάρης

211. Γεωργὸς καὶ ὄφις ὑπὸ κρύους πεπηγώς

Γεωργός τις χειμῶνος ὥρᾳ ὄφιν εὑρὼν ὑπὸ κρύους πεπηγότα, τοῦτον ἐλεήσας καὶ λαβὼν ὑπὸ κόλπον ἔθετο. Θερμανθεὶς δὲ ἐκεῖνος καὶ ἀναλαβὼν τὴν ἰδίαν φύσιν ἔπληξε τὸν εὐεργέτην καὶ ἀνεῖλε· θνῄσκων δὲ ἔλεγε· «Δίκαια πάσχω, τὸν πονηρὸν οἰκτείρας».

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι ἀμετάθετοί εἰσιν αἱ πονηρίαι, κἂν τὰ μέγιστα φιλανθρωπεύωνται.

[Κάποιος γεωργός, μέσα στο καταχείμωνο, βρήκε ένα φίδι που ήταν ξεπαγιασμένο απ’ το κρύο. Το λυπήθηκε, το πήρε και τό ’βαλε στον κόρφο του.

Το φίδι, αφού ζεστάθηκε, έπραξε σύμφωνα με τη φύση του: δάγκωσε τον άνθρωπο που το ζέστανε, τον ευεργέτη του.

Κι ο γεωργός, καθώς πέθαινε απ’ το δάγκωμα τού φιδιού, είπε: «καλά να πάθω, αφού ελέησα κάποιον σκάρτο!».

Η παραπάνω ιστορία διδάσκει πως οι κακοί άνθρωποι δεν αλλάζουν συμπεριφορά, όση ευεργεσία κι αν δεχτούν.

Παροιμίες: «Φίδι έτρεφα στον κόρφο μου!». Παλαιά Διαθήκη: «Καὶ ἡνίκα ἂν συμβῇ ἡμῖν πόλεμος, προστεθήσονται καὶ οὗτοι πρὸς τοὺς ὑπεναντίους» (Έξοδος, 1. 10). «Έχαμε τσαι στσύλε τσαι βό'θα τ' λα'ού» (Είχαμε και σκύλο και βοήθαν τού λαγού) (Σκύρος). «Περνά το νερόν κάτω που τ' άχερα» (Κάρπαθος)].

212. Γεωργὸς καὶ ὄφις τὸν παῖδα αὐτοῦ ἀποκτείνας

Γεωργοῦ παῖδα ὄφις ἑρπύσας ἀπέκτεινεν. Ὁ δὲ ἐπὶ τούτῳ δεινοπαθήσας πέλεκυν ἀνέλαβε καὶ παραγενόμενος εἰς τὸν φωλεὸν αὐτοῦ εἱστήκει παρατηρούμενος, ὅπως, ἂν ἐξίῃ, εὐθέως αὐτὸν πατάξῃ. Παρακύψαντος δὲ τοῦ ὄφεως, κατενεγκὼν τὸν πέλεκυν, τοῦ μὲν διήμαρτε, τὴν δὲ παρακειμένην πέτραν διέκοψεν. Εὐλαβηθεὶς δὲ ὕστερον παρεκάλει αὐτὸν ὅπως αὐτῷ διαλλαγῇ. Ὁ δὲ εἶπεν· «Ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ δύναμαί σοι εὐνοῆσαι, ὁρῶν τὴν κεχαραγμένην πέτραν, οὔτε σὺ ἐμοί, ἀποβλέπων εἰς τὸν τοῦ παιδὸς τάφον».

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι αἱ μεγάλαι ἔχθραι οὐ ῥᾳδίως τὰς καταλλαγὰς ἔχουσι.

[Ένα φίδι σύρθηκε και πήγε και σκότωσε το γιο ενός γεωργού. Ο γεωργός, πάνω στον πόνο του, ζητούσε εκδίκηση. Παίρνει λοιπόν ένα τσεκούρι, και στήνει καρτέρι κοντά στη φωλιά τού φιδιού. Σκόπευε, όταν το φίδι θα ξεμυτούσε από την τρύπα του, να το χτυπούσε κατακέφαλα με το τσεκούρι.

Κάποια στιγμή το φίδι ξεπροβάλλει απ’ την κρυψώνα του. Ο γεωργός, με το που το βλέπει, του κατεβάζει μια γερή τσεκουριά αλλά δεν το πέτυχε. Κατά λάθος το τσεκούρι βάρεσε πάνω σε μια διπλανή πέτρα. Έτσι το φίδι τη γλύτωσε κι έζησε.

Ο γεωργός κατάλαβε πως δεν θα κατάφερνε να σκοτώσει το φίδι. Γι’ αυτό τώρα αλλάζει στάση: ζητά από το φίδι να πάψουν τη μεταξύ τους έχθρα και να συμφιλιωθούν.

Και το φίδι απαντά: «Ειρήνη και συμφιλίωση ανάμεσά μας δε μπορεί να υπάρξει! Εσύ θα βλέπεις πάντα τον τάφο τού παιδιού σου, που εγώ το σκότωσα. Κι εγώ πάλι θα βλέπω πάντα την πέτρα που βάρεσες αντί για μένα».

Δίδαγμα: οι μεγάλες έχθρες δύσκολα σβήνουν ώστε να μετατραπούν σε φιλίες.

Παροιμίες: «Παλιός εθρός φίλος δε γίνεται» (Χίος). «Είπα σου τον παλιόν οχτρόν μην τον εκάμης φίλο, γιατί σε διγνωμεύγεται σαν της συκιάς το φύλλο» (Αμοργός)].

213. Γραῦς καὶ ἰατρός

Γυνὴ πρεσβῦτις τοὺς ὀφθαλμοὺς νοσοῦσα ἰατρὸν ἐπὶ μισθῷ παρεκάλεσεν. Ὁ δὲ εἰσιών, ὁπότε αὐτὴν ἔχριε, διετέλει ἐκείνης συμμυούσης καθ’ ἕκαστον τῶν σκευῶν ὑφαιρούμενος. Ἐπειδὴ δὲ πάντα ἐκφορήσας κἀκείνην ἐθεράπευσεν, ἀπῄτει τὸν ὡμολογημένον μισθόν· καὶ μὴ βουλομένης αὐτῆς ἀποδοῦναι, ἤγαγεν αὐτὴν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας. Ἡ δὲ ἔλεγε τὸν μὲν μισθὸν ὑπεσχῆσθαι, ἐὰν θεραπεύσῃ αὐτῆς τὰς ὁράσεις, νῦν δὲ χεῖρον διατεθῆναι ἐκ τῆς ἰάσεως αὐτοῦ ἢ πρότερον· «τότε μὲν γὰρ ἔβλεπον πάντα, ἔφη, τὰ ἐπὶ τῆς οἰκίας σκεύη, νῦν δ’ οὐδὲν ἰδεῖν δύναμαι».

Οὕτως οἱ πονηροὶ τῶν ἀνθρώπων διὰ πλεονεξίαν λανθάνουσι καθ’ ἑαυτῶν τὸν ἔλεγχον ἐπισπώμενοι.

[Μια γρια γυναίκα υπέφερε από προβλήματα όρασης. Κάλεσε λοιπόν στο σπίτι της έναν γιατρό να την κουράρει, δηλαδή να της παράσχει τις υπηρεσίες του επ’ αμοιβή. Ο γιατρός όμως ήταν μεγάλο μούτρο και απατεώνας: κάθε φορά που πραγματοποιούσε ιατρική επίσκεψη, έβαζε μια αλοιφή πάνω στα μάτια τής γριάς. Κι όση ώρα η γρια κρατούσε κλειστά τα μάτια της, ο γιατρός «ξάφριζε» στα κρυφά διάφορα αντικείμενα τού σπιτιού.

Έως ότου ολοκληρωθεί η θεραπεία, ο γιατρός είχε «σηκώσει» όλο το νοικοκυριό τής γριας. Κι όταν πια τη «νοικοκύρεψε» καλά καλά και δεν της άφησε μέσα στο σπίτι τίποτα, ζητούσε από τη γριά την αμοιβή που είχαν συμφωνήσει.

Η γυναίκα όμως αρνιόταν πεισματικά να τον πληρώσει. Τότε ο γιατρός τής έκαμε μήνυση και την πήγε στις Αρχές. Η γυναίκα, ενώπιον τού δικαστηρίου, ομολόγησε ότι πράγματι είχε υποσχεθεί συγκεκριμένη αμοιβή στο γιατρό, αλλά μόνο με την προϋπόθεση ότι ο γιατρός θα τής θεράπευε τα μάτια: «όμως, κύριοι δικαστές, κάτι τέτοιο δεν έγινε! Διότι τώρα ο περί ου ο λόγος, με τις θεραπείες του, με στράβωσε καλά καλά! Πριν έβλεπα και λίγο. Για να καταλάβετε: πριν μπορούσα κι έβλεπα όλα τα σκεύη τού σπιτιού μου. Τώρα δεν καταφέρνω να δω μήτε ένα!».

Έτσι συμβαίνει με τους παραδόπιστους και στο έπακρον συμφεροντολόγους: είναι σε τέτοιο βαθμό πλεονέκτες που δεν καταλαβαίνουν πως από μόνοι τους προκαλούν τις επικρίσεις τής κοινωνίας. 

Παροιμίες: «Προσκυνά το χρήμα», «Κάμνει δέκα κωλοτούμπες για το φράγκο». «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ» (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, 6. 24). «Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν» (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, 19. 23-24)].  

214. Γυνὴ καὶ ἀνὴρ μέθυσος

Γυνή τις ἄνδρα μέθυσον εἶχε· τοῦ δὲ πάθους αὐτὸν ἀπαλλάξαι θέλουσα τοιόνδε τι σοφίζεται. Κεκαρωμένον γὰρ αὐτὸν ὑπὸ τῆς μέθης παρατηρήσασα καὶ νεκροῦ δίκην ἀναισθητοῦντα ἐπ’ ὤμων ἄρασα ἐπὶ τὸ πολυάνδριον ἀπενεγκοῦσα κατέθετο καὶ ἀπῆλθεν. Ἡνίκα δ’ αὐτὸν ἤδη ἀνανήφειν ἐστοχάσατο, προσελθοῦσα τὴν θύραν ἔκοπτε τοῦ πολυανδρίου. Ἐκείνου δὲ φήσαντος· «Τίς ὁ τὴν θύραν κόπτων;» ἡ γυνὴ ἀπεκρίνατο· «Ὁ τοῖς νεκροῖς τὰ σιτία κομίζων ἐγὼ πάρειμι». Κἀκεῖνος· «Μή μοι φαγεῖν, ἀλλὰ πιεῖν, ὦ βέλτιστε, μᾶλλον προσένεγκε· λυπεῖς γάρ με βρώσεως, ἀλλὰ μὴ πόσεως μνημονεύων». Ἡ δὲ τὸ στῆθος πατάξασα· «Οἴμοι τῇ δυστήνῳ, φησίν· οὐδὲν γὰρ οὐδὲ σοφισαμένη ὤνησα· σὺ γάρ, ἄνερ, οὐ μόνον οὐκ ἐπαιδεύθης, ἀλλὰ καὶ χείρων σαυτοῦ γέγονας, εἰς ἕξιν σοι καταστάντος τοῦ πάθους».

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὐ δεῖ ταῖς κακαῖς πράξεσιν ἐγχρονίζειν. Ἔστι γὰρ ὅτε καὶ μὴ θέλοντι τῷ ἀνθρώπῳ τὸ ἔθος ἐπιτίθεται.

[Μια γυναίκα είχε έναν άντρα μπεκρή. Ήθελε να τον γλυτώσει από το πάθος τού πιοτού, και σκέφτηκε το εξής τέχνασμα: μια φορά που ο άντρας της ήταν από το πιοτό «λειώμα», δηλαδή έμοιαζε με πεθαμένο, τον σήκωσε στους ώμους της και τον κουβάλησε στο νεκροταφείο. Τον άφησε εκεί μέσα κι έφυγε. Αργότερα η γυναίκα ξαναπήγε στο νεκροταφείο, όταν λογάριαζε πως εκείνος θα είχε πια συνέλθει από το πιοτό. Και χτύπησε την πόρτα. – «Ποιος χτυπά την πόρτα;» ρωτά ο μεθύστακας. – «Είμαι εγώ που φέρνω τροφή στους πεθαμένους» απάντησε η γυναίκα του, κάνοντας τη φωνή της να μοιάζει με αντρική. – «Σε μένα μη φέρεις τροφή, πιοτό θέλω! Με στενοχωρείς που μιλάς για φαγιά, εγώ για πιοτά θέλω ν’ ακούσω!» απάντησε ο μπεκρής.

Τότε η γυναίκα του, απελπισμένη, άρχισε να στηθοκοπιέται: «Αλίμονό μου η κακομοίρα! Τίποτα δεν κατάφερα με τα τεχνάσματά μου! Εσύ, άντρα μου, δεν διορθώθηκες! Τρισχειρότερος έγινες! Το πάθος τού πιοτού σού γίνηκε μόνιμη συνήθεια!».

Δίδαγμα πρώτο: τις κακές συνήθειες δεν πρέπει να τις αφήνουμε να χρονίζουν. Αλλιώς, η κακιά συνήθεια αγκιστρώνεται πάνω στον άνθρωπο και γίνεται η δεύτερη φύση του.

Παροιμίες: «Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του, μήτε την τρίχα τ’ άλλαξε μήτε την κεφαλήν του», «Ο λύκος την τρίχα του αλλάζει, τη γνώμη του δεν την αλλάζει» (Κρήτη). «Ο κάττος τζι αν εγέρασεν, τα νύσια πού 'σιεν έσιει», «Ο νούρος τού σιύλλου εν ισσιώννει» (Η ουρά τού σκύλου δεν ισιώνει) (Κύπρος). «Κακοῦ μεταβολὴν ἀνδρὸς οὐ δεῖ προσδοκᾶν» (Μην έχεις την αφελή προσδοκία ότι ένας παλιάνθρωπος και κακός χαρακτήρας μπορεί ν’ αλλάξει προς το καλύτερο!) (Μένανδρος 282)./«Φύσιν πονηρὰν μεταβαλεῖν οὐ ῥᾴδιον» (Δύσκολο ν’ αλλάξεις τον παλιάνθρωπο!) (Μένανδρος 530).

Δίδαγμα δεύτερο: ο άνθρωπος που πίνει και μεθά, ο αλκοολικός, υποβιβάζεται στο επίπεδο τού ζώου και γίνεται ο περίγελως τών πάντων.

Παροιμίες: «Άνθρωπος μεθυσμένος, γάδαρος σαμαρωμένος» (Χίος). «ἀνὴρ ὁκόταν μεθυσθῇ, ἄγεται ὑπὸ παιδὸς ἀνήβου σφαλλόμενος, οὐκ ἐπαΐων ὅκη βαίνει, ὑγρὴ τὴν ψυχὴν ἔχων» (Ένας άντρας, όταν μεθύσει, αφήνεται να οδηγείται από ένα ανήλικο παιδί: παραπατάει χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, γιατί έχει υγρή ψυχή) {121. (117). Kranz} (Ηράκλειτος). Και: «αὔη ψυχὴ σοφωτάτη καὶ ἀρίστη» (Η ξηρή ψυχή είναι σοφότατη και άριστη) {122. (118). Kranz} (Ηράκλειτος). Γνώμη Θεόγνιδος: «Αἰσχρόν τοι μεθύοντα παρ' ἀνδράσι νήφοσιν εἶναι» (είναι ξεφτίλα να είσαι μεθυσμένος δίπλα σε ανθρώπους ξεμέθυστους και νηφάλιους) (Θέογνις, Elegia st. 627 Diehl). «Καλὸν τό νήφειν ἢ τό πολλὰ κραιπαλᾶν» (Προτίμα την εγκράτεια από την κραιπάλη!) (Μένανδρος, Suplemmentum ex Aldo 43)].

215. Γυνὴ καὶ θεράπαιναι

Γυνὴ χήρα φίλεργος θεραπαινίδας ἔχουσα, ταύτας εἰώθει νυκτὸς ἐπὶ τὰ ἔργα ἐγείρειν πρὸς ἀλεκτοροφωνίαν. Αἱ δὲ συνεχῶς καταπονούμεναι ἔγνωσαν δεῖν τὸν ἐπὶ τῆς οἰκίας ἀλέκτορα ἀποπνίξαι· ἐκεῖνον γὰρ ᾤοντο τῶν κακῶν αἴτιον εἶναι νύκτωρ ἐγείροντα τὴν δέσποιναν. Συνέβη δὲ αὐταῖς πραξάσαις τοῦτο χαλεπωτέροις τοῖς δεινοῖς περιπεσεῖν· ἡ γὰρ δέσποινα ἀγνοοῦσα τὴν τῶν ἀλεκτρυόνων ὥραν νυχιέστερον ἐπὶ τὸ ἔργον ἤγειρεν.

Οὕτω πολλοῖς ἀνθρώποις τὰ ἴδια βουλεύματα κακῶν αἴτια γίνεται.

[Ήταν μια γυναίκα χήρα, πολύ εργατική. Αυτή είχε στο σπίτι της υπηρέτριες. Συνήθιζε να τις ξυπνά από τα μαύρα χαράματα, την ώρα που λαλούν οι πετεινοί, για να τις στείλει για διάφορες δουλειές. Οι υπηρέτριες απηύδησαν από την πολλή δουλειά, και σκέφτηκαν να πνίξουν τον πετεινό, τον πρόξενο τών βασάνων τους. Πίστευαν πως ο κόκκορας έφταιγε που αυτές δούλευαν τόσες πολλές ώρες και πως αυτός ξυπνούσε την αφεντικίνα τους από τις αυγές.

Έπνιξαν λοιπόν τον κόκκορα. Αλλά τώρα η αφεντικίνα τους, μη ξέροντας την ώρα που σήμαινε ο κόκκορας, τις ξυπνούσε ακόμα πιο νωρίς για δουλειά. Έτσι μόνες τους «βγάλανε τα μάτια τους» και φορτώθηκαν περισσότερα βάρη.

Δίδαγμα: πολλοί από το κακό τους το κεφάλι περιέρχονται σε δύσκολες καταστάσεις και υποφέρουν.

Παροιμίες: «Ό,τι παθαίνει το κορμί, τα φταίχει το κεφάλι» (Χίος). «Όσα κάμνει τ’ αθρώπου το κεφάλι, έν τα κάμνουν χίλιοι εχτροί του» (Φυτά Χίου). «Το λωλό μ' το κιφάλ’ τάθελε κι τα τραυάει» (Λέσβος). «Ο νους κουράζει το κορμί κι ο νους το ξεκουράζει» (Κρήτη). «ἀνθρώποισι πᾶσι μέτεστι γινώσκειν ἑωυτοὺς καὶ σωφρονεῖν» (Σ' όλους τους ανθρώπους έχει δοθεί η αυτογνωσία και η σωφροσύνη) {14. (116). Kranz} (Ηράκλειτος). «Μὴ τοὺς κακοὺς οἴκτειρε πράττοντας κακῶς (Να μη λυπάσαι τα καθάρματα όταν πέφτουν σε δυστυχία!) (Μένανδρος 345)./ νοῦς γὰρ ἡμῶν ἐστιν ἐν ἑκάστῳ θεός (Ο νους τού καθενός μας είναι ο Θεός του) (Μένανδρος 434)./Τὰ πλεῖστα θνητοῖς τῶν κακῶν αὐθαίρετα» (Οι πιότερες συμφορές τών ανθρώπων απ’ το κακό τους το κεφάλι) (Μένανδρος 499)].

216. Ἵππος καὶ βοῦς καὶ κύων καὶ ἄνθρωπος

Ζεὺς ἄνθρωπον ποιήσας ὀλιγοχρόνιον αὐτὸν ἐποίησεν. Ὁ δὲ τῇ ἑαυτοῦ συνέσει χρώμενος, ὅτε ἐνίστατο ὁ χειμών, οἶκον ἑαυτῷ κατεσκεύαζε καὶ ἐνταῦθα διέτριβε. Καὶ δή ποτε σφοδροῦ κρύους γενομένου, καὶ τοῦ Διὸς ὕοντος, ἵππος ἀντέχειν μὴ δυνάμενος ἧκε δρομαῖος πρὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ τούτου ἐδεήθη ὅπως σκέπῃ αὐτόν. Ὁ δ’ οὐκ ἄλλως ἔφη τοῦτο ποιήσειν, ἐὰν μὴ τῶν οἰκείων ἐτῶν μέρος αὐτῷ δῷ. Τοῦ δὲ ἀσμένως παραχωρήσαντος, παρεγένετο μετ’ οὐ πολὺ καὶ βοῦς, οὐδ’ αὐτὸς δυνάμενος ὑπομένειν τὸν χειμῶνα. Ὁμοίως δὲ τοῦ ἀνθρώπου μὴ πρότερον ὑποδέξεσθαι φάσκοντος, ἐὰν μὴ τῶν ἰδίων ἐτῶν ἀριθμόν τινα παράσχῃ, καὶ αὐτὸς μέρος δοὺς ὑπεδέχθη. Τὸ δὲ τελευταῖον κύων ψύχει διαφθειρόμενος ἧκε, καὶ τοῦ ἰδίου χρόνου μέρος ἀπονείμας σκέπης ἔτυχε. Οὕτω τε συνέβη τοὺς ἀνθρώπους, ὅταν μὲν ἐν τῷ τοῦ Διὸς χρόνῳ γένωνται, ἀκεραίους τε καὶ ἀγαθοὺς εἶναι· ὅταν δὲ εἰς τὰ τοῦ ἵππου ἔτη γένωνται, ἀλάζονάς τε καὶ ὑψαύχενας εἶναι· ἀφικνουμένους δὲ εἰς τὰ τοῦ βοὸς ἔτη, ἀρχικοὺς ὑπάρχειν· τοὺς δὲ τὸν τοῦ κυνὸς χρόνον ἀνύοντας ὀργίλους καὶ ὑλακτικοὺς γίνεσθαι.

Τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς πρεσβύτην θυμώδη καὶ δύστροπον.

[Τον παλιό καιρό, όταν ο Δίας έπλασε τον άνθρωπο, τον έφτιαξε έτσι ώστε να ζει μονάχα λίγα χρόνια. Όμως ο άνθρωπος, επειδή ήξερε να χρησιμοποιεί το μυαλό του, πάνω που έμπαινε ο χειμώνας, έκατσε κι έφτιαξ’ ένα σπίτι για λογαριασμό του, και μέσα σ’ αυτό μπήκε και κατοίκησε.

Μια φορά ξέσπασε σφοδρή παγωνιά κι ο Δίας έριχνε δυνατή βροχή στη γη. Το άλογο δε μπορούσε ν’ αντέξει έναν τέτοιο καιρό. Γι’ αυτό έτρεξε προς τον άνθρωπο και τον παρακαλούσε να του προσφέρει στέγη. Ο άνθρωπος είπε στο άλογο πως θα το φιλοξενήσει μεν αλλά με τον όρο ότι το άλογο θα του προσφέρει ένα μέρος από τα χρόνια τής αλογίσιας του ζωής. Το άλογο, προκειμένου να βρει στέγη, μετά χαράς παραχώρησε στον άνθρωπο κάποια από τα χρόνια του.

Ύστερα από λίγο καταφθάνει και το βόδι. Κι αυτό δεν μπορούσε ν’ αντέξει τον βρομόκαιρο τού χειμώνα. Ο άνθρωπος πάλι έθεσε και στο βόδι τον ίδιο όρο: δεν θα το φιλοξενούσε και δεν θα του έδινε στέγη, αν το βόδι δεν χάριζε στον άνθρωπο ορισμένο αριθμό από τα χρόνια τής βουδίσιας ζωής του. Τελικά το βόδι συμβιβάστηκε κι έδωσε κι αυτό στον άνθρωπο ένα μερίδιο από τα χρόνια τού βίου του.

Στο τέλος εμφανίζεται ο σκύλος. Κι εκείνος είχε ξεπαγιάσει απ’ το κρύο. Τα ίδια κι αυτός: παρέδωσε μέρος από τα σκυλίσια χρόνια του με αντάλλαγμα τη στέγη.

Έτσι λοιπόν ο ανθρώπινος βίος κατέληξε να έχει τη μορφή που όλοι ξέρουμε: όσο οι άνθρωποι ζουν τα χρόνια που τους χάρισε ο Δίας, είναι μια χαρά και αψεγάδιαστοι. Μετά όμως, όταν περάσουν στα χρόνια τού αλόγου, γίνονται αλαζόνες και ψηλομύτες. Όταν πάλι φτάνουν στα χρόνια τού βοδιού, διψούν για εξουσία κι αξιώματα. Τέλος, όσοι αξιώνονται να διανύσουν τα χρόνια τού σκύλου, γίνονται καβγατζήδες και συνεχώς γαυγίζουν απ’ τη γκρίνια.

Αυτός ο μύθος ταιριάζει για γέροντες οξύθυμους και δύστροπους.

Ο μύθος παρουσιάζει τα στάδια τής ανθρώπινης ζωής: α) παιδική ηλικία, β) πρώτη νεότητα, γ) ωριμότητα, δ) γηρατειά. Κατά την παιδική μας ηλικία είμαστε όλοι αθώοι κι απονήρευτοι. Στην πρώτη μας νεότητα, δηλαδή από τα 20 έως περίπου την ηλικία τών 35 ετών, έχουμε την αλαζονεία τής νεότητας. Επειδή πατάμε πολύ γερά στα πόδια μας, έχουμε αυξημένη αυτοπεποίθηση, σκληρότητα και εγωϊσμό. Στο στάδιο τής ωριμότητας (από 35 ετών έως και 60 περίπου) ο άνθρωπος, επειδή συνήθως είναι κατασταλαγμένος και σοφός κι έχει πραγματοποιήσει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, τους στόχους του, κάποιες φορές στρέφεται και στο χώρο τής πολιτικής. Τέλος, όσοι αξιώνονται να διανύσουν το στάδιο τού γήρατος, και μάλιστα να φτάσουν και σε βαθιά γεράματα, αυτοί συχνά αποκτούν παραξενιές και ιδιοτροπίες, και γίνονται ενίοτε καταπιεστικοί και τυραννικοί απέναντι στους άλλους.

Παροιμίες: «Όπου γέρος κακό σκάνταλο, όπου γριά κακή βουλή» (Χίος). «Όπου γριά κακιά βουλή, κι όπου γέρος μπόδγιον εί» (Άγ. Γεώργιος Συκούσης). «Όου γριά κατσή (β)ουλή κι όου γέρος σκάνdαλον» (Κάρπαθος). «Όπου γρζα κατσή βουλή τσ' όπου γέρος σκάdαλο (Σκύρος)].

217. Ἵππος καὶ ἱπποκόμος

Κριθὴν τὴν τοῦ ἵππου ὁ ἱπποκόμος κλέπτων καὶ πωλῶν τὸν ἵππον ἔτριβεν, ἐκτένιζεν πᾶσαν ἡμέραν. Ἔφη δὲ ὁ ἵππος· «Εἰ θέλεις ἀληθῶς καλὸν εἶναί με, τὴν κριθὴν τὴν τρέφουσάν με μὴ πώλει».

Ὅτι οἱ πλεονέκται τοῖς πιθανοῖς λόγοις καὶ ταῖς κολακείαις τοὺς πένητας δελεάζοντες ἀποστεροῦσιν αὐτοὺς καὶ τῆς ἀναγκαίας χρείας.

[Ένας ιπποκόμος, σε καθημερινή βάση, ξύστριζε και χτένιζε τ’ άλογό του. Παράλληλα όμως τού ’κλεβε και του πουλούσε το κριθάρι του. Δηλαδή το άλογο, μέρα με τη μέρα υποσιτιζόταν.

Οπότε γυρίζει το άλογο και του λέει: «Να με ξυστρίζεις και να με χτενίζεις ξέρεις! Όμως, αν θέλεις να στέκομαι στα πόδια μου και να παραμένω ζωντανό, πάψε να μου κλέβεις το κριθάρι!».

Δίδαγμα πρώτο: οι πλεονέκτες και απατεώνες εξαπατούν με κολακείες και γλυκόλογα τούς φτωχούς και, στο τέλος, «τους παίρνουν και τα σώβρακα».

Δίδαγμα δεύτερο: πολλοί ενδιαφέρονται μονάχα για την εικόνα και για τον τύπο, κι όχι για την ουσία.

Παροιμίες: «Απ’ έξω μπέλλα μπέλλα, κι από μέσα κατσιβέλλα!» (Χίος). «Απ’ έξω κούκλα, κι από μέσα πανούκλα», «Άλλος είν' ο Θοδωρής κι  άλλος κείνος που θωρείς./Απ' απόξω μπέλλα – μπέλλα, κι' από μέσα δεν εφέλλα./Από πάνω κόκκινα κι από κάτω κόσκινα» (Από πάνω κόκκινα και φανταχτερά ρούχα κι από κάτω τα ρούχα ολοτρύπητα-κόσκινο) (Αμοργός). «Του γαρόφαλλου στ' αυτί τσ' η κασσίδα στην κουρφή» (Λέσβος). «Τα κουντούρας τράκα τράκα και η κοιλία λάγκα λάγκα» (Τα καινούργια παπούτσια κάνουν θόρυβο αλλά το στομάχι γουργουρίζει από την πείνα) (Πόντος). «Μὴ τὴν ὄψιν καλλωπίζου, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν ἴσθι καλός» (Να μην καλλωπίζεις την εξωτερική σου εμφάνιση, αλλά να κοιτάζεις να είσαι ωραίος στη συμπεριφορά σου) (3.1.172δ, Θαλῆς Ἐξαμίου Μιλήσιος. Επτά Σοφοί, Στοβαίος). «Μὴ κρῖνὁρῶν τὸ κάλλος, ἀλλὰ τὸν τρόπον» (Μη βαθμολογείς τον άλλο από την όμορφη εικόνα του αλλά από το χαρακτήρα του!) (Μένανδρος 333). Ισπανική: «La apariencia hermosa y por dentro es otra cosa» (Από έξω κούκλα και από μέσα πανούκλα). Λατινική γνώμη: «Fronti nulla fides» (Καμιά εμπιστοσύνη στην εξωτερική όψη)].

218. Κάλαμος καὶ ἐλαία

Διὰ καρτερίαν καὶ ἰσχὺν καὶ ἡσυχίαν κάλαμος καὶ ἐλαία ἤριζον. Τοῦ δὲ καλάμου ὀνειδιζομένου ὑπὸ τῆς ἐλαίας ὡς ἀδυνάτου καὶ ῥᾳδίως ὑποκλινομένου πᾶσι τοῖς ἀνέμοις, ὁ κάλαμος σιωπῶν οὐκ ἐφθέγξατο. Καὶ μικρὸν ὑπομείνας, ἐπειδὴ ἄνεμος ἔπνευσεν ἰσχυρός, ὁ μὲν κάλαμος ὑποσεισθεὶς καὶ ὑποκλινθεὶς τοῖς ἀνέμοις ῥᾳδίως διεσώθη· ἡ δ’ ἐλαία, ἐπειδὴ ἀντέτεινε τοῖς ἀνέμοις, κατεκλάσθη τῇ βίᾳ.

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οἱ τῷ καιρῷ καὶ τοῖς κρείττοσιν αὐτῶν μὴ ἀνθιστάμενοι κρείττους εἰσὶ τῶν πρὸς μείζονας φιλονεικούντων.

[Μια ελιά μάλωνε με μια καλαμιά. Καβγάδιζαν για το ποιος έχει: αντοχή στους ανέμους, δύναμη, αταραξία (στατικότητα).

Η ελιά κατηγορούσε την καλαμιά πως είναι φυτό αδύναμο και πως, με πολύ μεγάλη ευκολία σκύβει και γονατίζει σ’ όλους τούς ανέμους, ενώ η ίδια η ελιά πάντα σκέκεται όρθια, ντούρα κι ατάραχη στα φυσήματα τών ανέμων.

Η καλαμιά, απέναντι σ’ εκείνες τις κατηγορίες τής ελιάς, δεν έβγαλε λέξη από το στόμα της.

Λίγο αργότερα, ξέσπασε μια σφοδρή θύελλα. Η καλαμιά, με την ευελιξία και ελαστικότητα που διαθέτει, έγειρε και πλάγιασε στην επίθεση τού ανέμου, και, με μεγάλη άνεση, γλύτωσε. Αντίθετα, η ελιά, επειδή στάθηκε σκληρή κι αλύγιστη απέναντι στον άνεμο, έπεσε ολόκληρη κάτω στη γη και ξεριζώθηκε σύγκορμη.

Δίδαγμα: ο σώφρων άνθρωπος δεν πηγαίνει κόντρα στις περιστάσεις που τού εμφανίζει η ζωή ούτε σε καταστάσεις που τον υπερβαίνουν. Αντίθετα, οφείλει να αποδέχεται τις αντίξοες συνθήκες και να προσαρμόζεται σ’ αυτές. Δηλαδή ο συνετός άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει σε ποιες περιστάσεις επιβάλλεται να οπισθοχωρεί και να ενδίδει. Διότι δεν είναι όλες οι στιγμές για κόντρα και αντίδραση.

Παροιμίες: «Το κλαδί που δε λυγά, σπά’» (Χίος). «Δεντρόμ πογ κλινίσκει, πάντ' αέρας το τσακίζει./Δεντρόμ που κλινίσκει ερ ραΐζεται./Δεντρόμ που κλινίσκει, εφ φοάται να κοπή./Δεντρόμ που κλινίσκει, ποττέ του εν τσακκίζει./Δεντρόμ που λυά εν ι-σπάζει (Κύπρος). «Όσο κλίνει το καλάμι, δε σπα» (Κρήτη). Ανάλογη άποψη στον Σοφοκλή: «ὁρᾷς παρὰ ῥείθροισι χειμάρροις ὅσα/δένδρων ὑπείκει, κλῶνας ὡς ἐκσῴζεται,/τὰ δ᾽ ἀντιτείνοντ᾽ αὐτόπρεμν᾽ ἀπόλλυται» (Σοφοκλέους Αντιγόνη, στ. 712-714)].

219. Κάμηλος ἀφοδεύσασα ἐν ποταμῷ

Διέβαινε ποταμὸν κάμηλος ὀξὺ ῥέοντα. Ἀφοδεύσασα δὲ καὶ τὴν κόπρον εὐθὺς ἔμπροσθεν αὐτῆς ἰδοῦσα διὰ τὸ ὀξὺ τοῦ ῥεύματος εἶπεν· «Τί τοῦτο; τὰ ὄπισθέν μου ἔμπροσθέν μου νῦν ὁρῶ διερχόμενα».

[Ὅτι] ἐν πόλει <ἐν> ᾗ ἔσχατοι καὶ ἄφρονες κρατοῦσιν ἀντὶ τῶν πρώτων καὶ φρονίμων ἁρμόζει ὁ μῦθος.

[Μια καμήλα διέσχιζε έναν ποταμό που έτρεχε ορμητικά. Εκείνη την ώρα τής ήρθε χέσιμο. «Τα κάνει κανονικά» μέσα στο νερό. Το ρέμα τού ποταμού, όπως ήταν δυνατό, της τα φανέρωσε αμέσως μπροστά της.

Και είπε: «Τι είναι πάλι τούτο; Τα σκατά μου, που τ’ άφησα πίσω μου, τα βλέπω τώρα να περνούν μπροστά μου;».Το παραμυθάκι αυτό ταιριάζει μια χαρά για μια κοινότητα ή για μια πόλη ή για ένα κράτος, όπου «τα σκατά» κυβερνούν, δηλαδή αναρριχώνται σε ηγετικές και διοικητικές θέσεις – και μάλιστα με την ψήφο τού «κυρίαρχου λαού»!! – άτομα ανυπόληπτα, ανάξια και τιποτένια, αντί ανθρώπων καθ’ όλα συγκροτημένων, τιμίων και συνετών.

Παροιμίες: «Τα ποδάρια χτυπούνε το κεφάλι», «Δε μπορώ ν’ ακούγω το νεκρό να κείτεται να κλάνει!», «Ισκώθτσι γι' άθρουπους, τσ' ικάτσ' η γάδαρους» (Λέσβος). «Στον καταραμένο τόπο οι μαϊμούδες προεστοί», «Μπήκαν τα σκατά στο πιάτο κι ήρτανε». «Πίσω μας τ' αφήκαμεν τζ’ ομπρός μας τα ήβραμεν» (η παροιμία εμπνευσμένη από τον συγκεκριμένο μύθο) (Κύπρος). «Λυπεῖ με δοῦλος δεσπότου μεῖζον φρονῶν» (Ενοχλούμαι να βλέπω τιποτένιους ανθρώπους να κοιτούν με περιφρόνηση τούς άξιους) (Μένανδρος 323)].

220. Κάμηλος καὶ ἐλέφας καὶ πίθηκος

Τῶν ἀλόγων ζῴων βουλευομένων βασιλέα ἑλέσθαι, κάμηλος καὶ ἐλέφας καταστάντες ἐφιλονείκουν, καὶ διὰ τὸ μέγεθος τοῦ σώματος καὶ διὰ τὴν ἰσχὺν ἐλπίζοντες πάντων προκρίνεσθαι. Πίθηκος δὲ ἀμφοτέρους ἀνεπιτηδείους εἶναι ἔφη, τὴν μὲν κάμηλον, διότι χολὴν οὐκ ἔχει κατὰ τῶν ἀδικούντων, τὸν δὲ ἐλέφαντα, ὅτι δέος ἐστὶ μὴ χοιρίδιον, ὃ δέδοικεν, ἡμῖν ἐπιτιθῆται.

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι πολλοὶ καὶ τῶν μεγίστων πραγμάτων διὰ μικρὰν αἰτίαν κωλύονται.

[Κάποτε συγκεντρώθηκαν όλα τα ζώα με σκοπό να εκλέξουν βασιλιά. Προτάθηκαν ως υποψήφιοι η καμήλα κι ο ελέφαντας, η καμήλα λόγω μεγέθους κι ο ελέφαντας λόγω δύναμης. Όλα τα ζώα τάχθηκαν στο πλευρό τής καμήλας ή του ελέφαντα.

Μονάχα ο πίθηκος διαχώρισε τη θέση του κι είπε: «Και οι δυο τους είναι ακατάλληλοι για βασιλιάδες μας! Η καμήλα διότι είναι «πέσε πίττα να σε φάω», δηλαδή τό ’χει στο χαρακτήρα της να μην τιμωρεί κανέναν, να μην κρατά κακίες και να μην εκδικείται. Ο άλλος πάλι, ο ελέφαντας, μπορεί να είναι ολόκληρο γομάρι, αλλά έχει ένα θανάσιμο μειονέκτημα: φοβάται τα γουρουνάκια! Τι θα γίνει λοιπόν, αν μας επιτεθεί ένα γουρουνάκι; Ο ελέφαντας, αντί να μας υπερασπιστεί, θα τρέμει ο ίδιος απ’ το φόβο του!!».

Δίδαγμα: κάποιοι άνθρωποι είναι ακατάλληλοι για πολιτικές και γενικότερα για ηγετικές και διοικητικές θέσεις επειδή, ακόμα κι αν πράγματι διαθέτουν πολλά και πάσης φύσεως προσόντα, στερούνται ελαχίστων αλλά βασικών, τα οποία ακριβώς απαιτεί η θέση την οποία πρόκειται να υπηρετήσουν. Δηλαδή το κριτήριο για την ορθή αποτίμηση και επιλογή είτε πραγμάτων είτε ανθρώπων πρέπει να είναι τα ουσιαστικά προσόντα αυτών και όχι τα φαινομενικά.

Παράδειγμα: έστω ότι κάποιος εισάγεται εκ των πρώτων σε μια στρατιωτική σχολή. Και έστω ότι καθ’ όλα τα χρόνια τής στρατιωτικής του σταδιοδρομίας σημειώνει άριστες επιδόσεις και εισπράττει πάντα και παντού διακρίσεις. Ένας τέτοιος αξιωματικός βεβαίως εκπέμπει αξιοπιστία και φερεγγυότητα προς πάντες. Ξαφνικά ξεσπά πόλεμος. Και ο ανώτερος ή ανώτατος αυτός αξιωματικός πρέπει να ηγηθεί τμήματος στρατού και μάλιστα να καταγάγει νίκη. Όμως τυγχάνει ο συγκεκριμένος άνθρωπος, παρά τα πάμπολλα προσόντα του, να είναι ψοφοδεής και δειλός, να έχει στο αίμα του την ανασφάλεια και το φόβο. Συνεπώς ένας τέτοιος άνθρωπος οπωσδήποτε είναι ακατάλληλος για μια τέτοια ηγετική θέση. Διότι μπορεί να διαθέτει τα πολλά αλλά δεν διαθέτει το ένα, που ισοδυναμεί με τα πάντα.

Άλλο παράδειγμα: κάποιος είναι αστυνομικός, και μάλιστα με πάμπολλα τυπικά προσόντα. Η φύση τής δουλειάς του απαιτεί απ’ αυτόν να επιβάλλει πρόστιμα και ποινές στους παραβάτες τού κρατικού νόμου. Αν τώρα ο συγκεκριμένος άνθρωπος τυγχάνει να είναι συναισθηματικός και πονόψυχος και λυπάται τον κάθε «κακόμοιρο» παραβάτη, τότε σίγουρα είναι ακατάλληλος για ένα τέτοιο επάγγελμα.

Παροιμίες: «Τα ράσα δεν κάμνουν τον παπά». «Το Μάη βούϊ μη ρεχτείς και τη Λαμπρή γυναίκα, κι αν είναι κ’ εκατό χρονώ δείχνει πως είναι δέκα» (=Δεν ενδείκνυται να αγοράζει κάποιος βόδι κατά το Μάιο, διότι τότε το ζώο είναι καλοθρεμμένο λόγω τής αφθονίας τού ανοιξιάτικου χόρτου. Ομοίως δεν ενδείκνυται να επιλέγει κάποιος άντρας ως σύζυγο μια γυναίκα που τη βλέπει στολισμένη και καλοντυμένη κατά τις γιορτές τού Πάσχα) (Κρήτη)].

Άλλες απόψεις: Του Λεωνίδα Πυργάρη