
Και γιατί να πληρώσω, εμένα ποιος με πληρώνει; Μόλις τα πάρω έρχονται και μου τα παίρνουν πίσω με το νταβαντζιλίκι (νόμο το λένε τώρα το νταβαντζιλίκι) και με αφήνουν ταπί. Φέρε τόσα για την αλληλεγγύη, τόσα για το εισόδημα, τόσα για τα ακίνητα, τόσα για τα κινητά, τόσα για το όχημα και τόσα για το ...‘’ρευστό’’ που τρέχει μέσα στα... μπατζάκια σου. Τότε αρχίζω να μοιράζω εκατοστάρικα και διαπιστώνω ότι δεν μένουν χρήματα για φαγητό και διακοπές, ούτε για τη δόση του σπιτιού και της Μερσεντές.
Αμέσως συμπεραίνω ότι στη χώρα έγινε στάση πληρωμών και χρεοκοπία γιατί δεν μου αφήνουν στην τσέπη ούτε ένα ευρώ για φαγητό. Απελπίζομαι αλλά τότε εμφανίζεται το Άγιο πνεύμα και ακούω από πάνω μου μια φωνή. ‘’Άφρων... Άφρων... άλλοι σε έκαναν υπερκαταναλωτικό δανειολήπτη, γιατί να βγάλεις από τη τσέπη σου τα χρήματα’’; Πήγαινέ τα Χριστιανέ μου στο πολυκατάστημα να αγοράσεις τα αναγκαία προς το ‘’ζειν’’, πήγαινε και στην ταβέρνα να αγοράσεις τα αναγκαία προς το ‘’ευ ζειν’’ βάλε στην άκρη και τα χρήματα των διακοπών σου και πες στους αρμόδιους να κουρέψουν το αυγό και να πάρουν το μαλλί του. Οι εισπράκτορες λογαριάζουν χωρίς το ξενοδόχο, κόκκινα τα ονομάζουν τα οφειλόμενα και ενίοτε απειλούν. ‘’Θα σου πάρουμε το σπίτι’’, θα σε βάλουμε στην φυλακή. ‘’Που το πάνε το παιδί καναρίνι στο κλουβί’’, στη φυλακή θα τρώω, το καναβουράκι μου, θα πίνω το νεράκι,, θα κουτσουλώ και θα κελαηδώ από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τώρα λένε ότι θα μπαίνουν στο σπίτι να ψάχνουν για τον… κρυμμένο μου ‘’θησαυρό’’. Θα μου πάρουν βέβαια το μπρίκι αλλά δεν θα με νοιάζει αφού δεν θα έχω να αγοράσω καφέ.
Για να ‘’επιβιώσει’’ ο καημένος ο επενδυτής κάποτε θα κάνει θέσεις εργασίας . Θα με βγάλει από την φυλακή, θα μου δώσει την μπανάνα μου και φρέσκα δανεικά. Τότε θα θυμηθώ πάλι τον Ζορμπά, τον ασίκη, τον καραμπουζουκλή, τον γλεντζέ για να γεμίσω καλά την κοιλιά μου με τα νέα δανεικά, να χορέψω μερακλωμένος τα συρτάκια μου, τα παθιασμένα ρεμπέτικα και να αγοράσω μια Μερσεντές καλύτερη από του Παντελή, για να πάρω και εγώ πέντε παραδών υπόληψη. Ο επενδυτής θα μαζεύει πάλι τόκους και εγώ θα τρώω μισή μπανάνα γιατί την άλλη μισή θα την τρώει το ‘’αδερφάκι’’ μου ο Μπαγκλαντέζος που ήρθε από το Μπαγκλαντές. Τότε θα μου πουν να μην ζητώ ολόκληρη μπανάνα γιατί θα θυμώσει και θα φύγει ο επενδυτής, και θα χάσω και την μισή μπανάνα που μου έδινε. Στο τέλος δεν θα έχω να πληρώσω την δόση αλλά είναι κάτι υδρογονάνθρακες και ορυκτά που μου βρίσκονται, όπως το χρεωμένο μετρό, τα αεροδρόμια και τα λιμάνια και κάτι παλιοκολώνες και έτσι θα γίνω αποικία Γερμανική.
Πριν από μερικά χρόνια ο Ιταλός Ντάριο Φο έγραψε κωμωδία με τίτλο ‘’Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω’’ και έσπαζε για τρία χρόνια τα ταμεία στην Ελλάδα με τον Στ. Ληναίο και την Έλλη Φωτίου. Αντίθετα με τους Ιταλούς, με τον ίδιο τίτλο οι χαρισματικοί Έλληνες θα μπορούσαν να γράψουν μία τραγωδία που θα την ζήλευε αν ζούσε ακόμη και ο τραγικός Σοφοκλής

































