Εκτός πλαισίου μια διαφορετική – αιρετική προσέγγιση για τη γλώσσα (Ι)

Δευ, 18/01/2021 - 18:19

«Τῷ λόγῳ χρῆται μόνος τῶν ζώων ἂνθρωπος, τοῦ δε λόγου ὓλη…ἡ φωνή»

Αριστοτ. Περί Ζώων γενέσεως Ε7 786

Πριν από καιρό διάβασα σε σημείο της Αθήνας τη φράση: «Πωλείται το κτήριο». Αμέσως σκέφτηκα πώς έγινε τέτοιο λάθος, και μάλιστα σε κεντρικό σημείο της πόλης!
Επειδή θεωρώ πως δεν είναι λογικό καμμιά λέξη να τη γράφουμε όπως μας αρέσει, έψαξα να ‘βρω πώς έγινε αυτό το ορθογραφικό λάθος.

Η έρευνα έδειξε πως το πολύπαθο κτήριο, έγινε κτίριο γιατί κακώς ετυμολογείται από το κτίζω. Με βάση τη λογική αυτή το κτίζω, δεν παράγει το κτίριο, αλλά κτίσμα.

Το κτήριο βγαίνει από το κτήμα (δηλ. απόκτημα) και προέρχεται από το ρήμα κτάομαι - κτώμαι. Σήμερα το ρήμα είναι αποκτώ ή αποχτώ απ’ όπου έχουμε και το απόκτημα ή απόχτημα, πράγμα που αποτελεί και στοιχείο ιδιο-κτησίας. Σύμφωνα με τα παραπάνω θα πρέπει να γράψουμε λ.χ το κτήριο είναι του Γιάννη, αλλά το κτίριο (δηλ. κτίσμα) αυτό έχει 3 υπνοδωμάτια κλπ.
Το κτήριο γεννά λέξεις όπως∙ κτηματαγορά, κτηματομεσίτης, κτηματίας, κτηματική (τράπεζα), κτηματική (περιουσία), ιδιοκτησία, κτηματολόγιο.

Η διαφορετική αυτή γραφή ίσως αποτελεί στοιχείο ανωμαλίας, αλλά και βάσανο επιστημονικής εγκυρότητας!

Όμως, αν δεν υπήρχε αυτή η «ανωμαλία» και το «βάσανο» δεν θα υπήρχε και ο άνθρωπος ως ανθρώπινο υποκείμενο. Γιατί αν ο άνθρωπος δεν αποτελούσε το υποκείμενο μιας ανώμαλης ζωής, θα ήταν αδύνατος ο εξανθρωπισμός της γλώσσας.
Τέτοια «λάθη» ανώμαλης δηλ. μη νομοθετημένης γλωσσικής πράξης μπορεί να ανακαλύψει κανείς με το…τσουβάλι*.

Όμως ας τελειώσω (προς το παρόν) με τη λέξη καλαπόδι. Αυτή ήταν ο αρχαίος Καλάπους (κάλα = ξύλα) και πους (πόδι) και όχι καλοπόδι.

Επομένως εδώ η λανθασμένη ανθρώπινη παρέμβαση οδηγεί σε λανθασμένη ερμηνεία και λάθος έννοια, αν και η λέξη υπάρχει αυτούσια στο Συμπόσιο του Πλάτωνος.

Απλοποίηση Ναι! Αδιαφορία όμως Όχι! γιατί ο πλούτος της γλώσσας μας στηρίζεται στη συνέχειά της όπως στη ζωντάνια της και τον εννοιολογικό της χαρακτήρα. Όσο και αν ο εννοιολογικός χαρακτήρας τής γλώσσας μπορεί να πει κανείς πως συνιστά θεωρητική προσέγγιση γι’ αυτήν, εν τούτοις ο άνθρωπος ως υποκείμενο και πολύ περισσότερο ο ασχολούμενος με τα γλωσσικά, εφαρμόζει στην πράξη τουλάχιστον αυτό που αντιλαμβάνεται ως γλωσσική θεωρία αλληθωρίζοντας πότε από ’δω και πότε από ’κει, συμφωνώντας ή και διαφωνώντας πολλές φορές όχι με μια ιδιοφυή και γι’ αυτό κατηγορική και κανονιστική προσταγή. Και με αυτόν τον τρόπο γίνεται ή δεν γίνεται κατανοητός από τους γλωσσικώς επαΐοντες.

Στην «προσταγή» αυτή εμπίπτει και η γλωσσολογία η οποία εάν δεν είναι κανονιστική, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πού θα μπορούσε να στηριχτεί μια γλωσσική παιδεία. Γιατί τότε δεν θα γνωρίζαμε τι θα απορρίπταμε σαν σολοικισμό ή σαν «ελληνικούρα» από κάθε γλωσσικά ανώμαλο υποκείμενο.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε, πως τη γλώσσα δεν την έπλασαν γλωσσολόγοι μέσα σε σκοτεινά και αποστειρωμένα εργαστήρια. Την έπλασε ο λαός με τρόπο πρωτόγονο και φυσικό παλεύοντας για να ζήσει μέσα σε αντίξοες συνθήκες. Στον τρόπο επικοινωνίας και την εξάπλωση της, ελάχιστα ή καθόλου μπορεί να πει κανείς, πως συνέβαλαν οι γλωσσολόγοι με την κοθορνοειδή σκέψη τους!

Αυτά ως σημείωση του παρόντος∙ που βέβαια δεν γνωρίζω ή δεν μπορεί να αποφανθεί κανείς για το πόσο διαφωτιστικά είναι, ή αν θέλετε αληθινά, για κάποιον που δεν γνωρίζει από τον «εκβιασμό» της γραμματικής και του συντακτικού. Ίσως ο «εκβιασμός» αυτός έχει σχέση με τη λογική του… «κατάλαβες» που σχετίζεται με τη λογική του προφανούς, το οποίο όμως έχει σχέση με την γλωσσική κατανόηση σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή. Γι’ αυτό, εξ’ άλλου, είναι λογικό να γνωρίζουμε πως το ζήτημα της γλώσσας δεν εξαρτάται από τον αριστοτελικό χρόνο**, αλλά λειτουργεί σύμφωνα με τον ανθρώπινο - υποκειμενικό χρόνο.

Δηλαδή λειτουργεί βαθμιαία επί τη εμφανίσει∙ πολλές φορές ως «ανωμαλία» απλώς ανθρώπινη, ακόμα και της σχολικής «πράξης» στην οποία όμως επιτρέπεται να ανοίγει τις κλειδαριές της ακαδημαϊκής Γλωσσολογίας, που όχι μόνο ασκείται αλλά απευθύνεται σε ιδικό κοινό λειτουργώντας με τον παράγοντα της κανονικότητας, παράλληλα με την εμφάνιση της ουσίας που όμως πλησιάζει το «άδυτον του ονείρου».

Πιθανότατα η σπουδή της γλώσσας μοιάζει με το ταξίδι της ζωής που θα πρέπει υποχρεωτικά να περάσει μέσα από ένα σχολείο που θα δίνει νόημα και ενδιαφέρον στην ονειρική αυτή πορεία.

Τον κυρίαρχο ρόλο στην πορεία αυτή θα τον έχει ο δάσκαλος -καθηγητής με τον τρόπο του και όχι απλώς με τη διδασκαλία…ως ένας απλός διεκπεραιωτής έργου, χωρίς να εμβαθύνει να αναλύει και μέσω της έρευνας να παιδαγωγεί δίδοντας έμφαση όχι στο προφανές, αλλά στην ουσία δηλ. στο βαθύτερο περιεχόμενο (εν προκειμένω) των λέξεων και του λόγου.

Όμως ένα τέτοιο παιδαγωγούν σχολείο στον καιρό μας είναι απόν καθ’ ότι στις πλείστες των περιπτώσεων λειτουργεί βάσει της επικαιρότητας ενημερωτικά ή αν θέλετε κάπου ανάμεσα, χωρίς να εμβαθύνει, αφού έχει ως βάση -επί του προκειμένου- κανονιστικό και λιγότερο «διαφωτιστικό» και ερευνητικό χαρακτήρα. Ωστόσο δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως το σχολείο είναι υποχρεωμένο να κινείται μέσα σε συντεταγμένες. Όμως…

* Το «τσουβάλι», το λεξικό του Ανδριώτη το θέλει τουρκικό çuval. Η λέξη όμως είναι μεσαιωνική τσούβαλος ή τζούβαλος και προέρχεται από το έσω + βάλλω. Σχετικό το τοπωνύμιο της Αίγινας Σουβάλα (τα πλοία). Ως προς το τζουβάλι - τσουβάλι έχουμε τσιτακισμό π.χ. το κοράσιον έγινε κορίτσι, όπως και το τζουβάλι τσουβάλι, τσουβαλιάζω. Εδώ (στο τσουβάλι) σημαίνει βάζω μέσα τα αντικείμενα. Σχετ. και η φρ. «με/τους τσουβαλιάσανε» όπως το εμβάλλωμα (εν + βάλλω) έγινε μπάλωμα.

** Ο οποίος εκφράζεται με τον όρο «εντελέχεια» ως τον τελικό σκοπό που οδηγεί στην ολοκλήρωση μιας πράξης.

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη