Ελεύθερες κοινωνικές και κριτικές σκέψεις

Δευ, 11/01/2021 - 11:06

Την αιτία για τη συγγραφή τού παρόντος την πήρα από την -κατά την εκτίμησή μου- εσκεμμένα λάθος χρησιμοποίηση - παρερμηνεία τής λέξης “ελευθερία” όσον αφορά το θέμα του εμβολιασμού, ακόμα και της όποιας...“αμυντικής βιομηχανίας”!

Το θέμα βέβαια είναι ουσιαστικό, γιατί εκτός από πολιτικό είναι και γλωσσικό. Ως προς το δεύτερο σκέλος της παρατήρησης μπορεί να το εντάξει κανείς στο γραμματικό φαινόμενο τού ευφημισμού‧ το οποίο είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να το...καταπιεί κανείς όσο γλυκά και να το παρουσιάσουν, γνωστού όντως πως τα κανόνια δεν πετάνε ροδοπέταλα. Εδώ λοιπόν χρειάζεται ελευθερία* στην κρίση και φιλοσοφία στη σκέψη. Παράλληλα, να γνωρίζει κανείς και να ερμηνεύει βασικές λέξεις που στοιχειώνουν από την αρχαιότητα στην Ελληνική σκέψη όπως: διάλογος, πολιτική, τραγωδία, κωμωδία καθώς και πολλές ακόμη που είχαν για τους Έλληνες γεωπολιτικό χαρακτήρα, και προς τούτο ευρύτατη θα έλεγε κανείς γεωπολιτική έννοια στα ανθρώπινα πράγματα, και γι’ αυτό όχι μόνο αφομοιώθηκαν αλλά και υιοθετήθηκαν από όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Την ίδια σημασία και διάσταση έχει η μοναδική λέξη όπως - προαναφέραμε- “ελευθερία” που ορίζει όχι μόνο την πολιτική ελευθερία η οποία πρέπει να συνδυαστεί παράλληλα με την φυσική ελευθερία και στην ατομική ελευθερία που έχει άμεση σχέση με την πνευματική αγρύπνια τού ανθρώπου για να διαφυλάξει όχι μόνο το κύρος τού μυαλού του, αλλά και το κύρος της πατρίδας του. Το να πει κανείς πως: η ελευθερία δεν δίδεται αλλά καταχτιέται, έχει αξία μόνο όταν αυτή συνδυάζεται με ευρύτερες και προσωπικές κατακτήσεις που αντανακλούν στο σύνολο. Είναι δηλαδή θέμα συνειδητής επιλογής η οποία εξαρτάται από τη γνώση.

Ωστόσο, άνετα μπορεί να υποστηρίξει κανείς πως ελευθερία δεν είναι το να συμφωνεί, πόσο μάλλον να υποστηρίζει κανείς τη γνώμη των πολλών, πράγμα που με την ευρύτερη έννοια δεν συνάδει με την Πυθαγορική ρήση “λεωφόρους οδούς μη βαδίζειν”.

Γι’ αυτό μπορεί λογικά να υποστηρίξουμε πως η ελευθερία είναι όχι μόνο θέμα επιλογής αλλά και συνάρτηση με την κοσμοθεωρητική αντίληψη τού καθενός. Επομένως, η ελευθερία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δόγμα, αλλά χαρακτηριστικό του “πολιτισμένου” ανθρώπου στον αγώνα του να κατανοήσει όχι μόνο την πορεία του και τον κόσμο, αλλά να κρίνει και όχι να δέχεται ανεξέλεγκτα.

Έτσι μόνο αποκτάται η γνώση, η οποία σε συνάρτηση με την παιδεία, δεν σημαίνει παθητική αποδοχή των λεγομένων έστω και αν αυτά είναι πιστευτά από την πλειοψηφία. Η λογική λέει, πως η φυσική πορεία τού ανθρώπου ανταποκρίνεται με το να ανεβαίνει κοιτάζοντας πάντα μακρύτερα χωρίς να γίνεται υπηρέτης συμφερόντων κανενός λόμπυ εξουσιαστών που είναι δεδομένο πως τα συμφέροντά του στηρίζονται στην εκμετάλλευση, κυρίως την οικονομική, του ανθρώπινου πόνου και αναμειγνύονται με τα λαϊκά, όπως ακριβώς το νερό με το λάδι!

Δυστυχώς σήμερα επικρατεί, ιδίως στη χώρα μας, ιδεολογική ακαμψία και φανατισμός**, που εμποδίζουν την κρίση την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία, φρενάρουν τον στοχασμό την υπευθυνότητα και οδηγούν στην ακρισία, με αποτέλεσμα να καταλήγουμε στη δουλοφροσύνη που έχει ως χαρακτηριστικό την άκριτη απόφαση. Έχουμε φτάσει στο σημείο να μας απασχολούν μόνο ο άρτος και τα θεάματα. Και ενώ ο άρτος συνεχώς λιγοστεύει, αυτό που απομένει είναι τα “θεάματα” τα οποία συντείνουν στην αθλιότητα που μέσω της τεχνητής και στιγμιαίας έλλειψης πόνου, οδηγούν στην μόνιμη αμφιβολία με συνέπεια την αδιαφορία τον εφησυχασμό και εν τέλει την ανία.

Ουσιαστικά ο άνθρωπος αν και πρέπει να είναι ευχαριστημένος όταν κατέχει τρεία βασικά αγαθά, υγεία, νιάτα και ελευθερία, εν τούτοις είναι αναγκαίο να γνωρίζει, πως και αυτά υπόκεινται στους φυσικούς νόμους και επηρεάζονται τα μέγιστα από τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.

Φαίνεται λοιπόν πως ο άνθρωπος είναι σταθερά εκτεθειμένος ανάμεσα στη γνώση και στην άγνοια, στην ελπίδα και στην απελπισία, στην ασφάλεια και στον κίνδυνο, στη χαρά και στη λύπη, στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία.

Εδώ η γλώσσα μοιάζει σαν αίσθηση που κυλά πάνω σε μια καθορισμένη φόρμα της ζωής και αποδεικνύεται πως αυτή (η γλώσσα) είναι συνάρτηση τής μελέτης των ανθρώπινων πράξεων που όμως δεν πρέπει να οδηγεί στο μονολεκτικό συμπέρασμα τού Ναί ή του Ου.

Βάσιμα μπορεί να υποστηρίξει κανείς πως ο προβληματισμός του ανθρώπου δεν μπορεί να σταματήσει μόνο με τη γνώση των μονοσύλλαβων αυτών λέξεων, αλλά να οδηγείται με βάση την ελευθερία στη σκέψη που δεν αποβλέπει στο πως να αποφύγουμε τον πόνο για να αποκτήσουμε κοινωνική αποδοχή, βασιζόμενοι -δυστυχώς- στην απόκτηση χρημάτων με κάθε τρόπο. Ο εξανθρωπισμός του ανθρώπου μπορεί να επιτευχθεί με το “Γνῶθι σαυτόν” και να καρποφορήσει με την αποφυγή του “Μηδέν ἄγαν”.

Τελειώνοντας να πούμε, πως αναγκαία για τον ελεύθερο και δημιουργικό στοχασμό είναι η μνήμη η φαντασία η εξάσκηση αλλά και η μελέτη, που στοχεύει στη γνώση και μπορεί; να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ πολιτικών και πολιτών.
Γιατί όπως φαίνεται: Ζώμεν εις τρομερούς καιρούς, οι οποίοι ολοένα χειροτερεύουν και δια πολλάς γεννεάς δεν υπάρχει θεραπεία.
 

* Ως ελευθερία χαρακτηρίζεται “ η αβίαστη έκφραση τής βούλησης του ατόμου, χωρίς να παρεμποδίζεται το αντίστοιχο δικαίωμα των άλλων”. Μορφές της ελευθερίας είναι η ατομική ελευθερία, η πολιτική ελευθερία, η ελευθερία της βούλησης και η ελευθερία της συνείδησης βλ. λξκ. Βασικών Εννοιών Δ. Π. Διαμαντόπουλος εκδ. Πατάκη 1987.

Για τις διάφορες όψεις της ελευθερίας και ιδιαίτερα για τη Γλωσσική ελευθερία έχει αναφερθεί επανειλημμένες φορές ο γράφων σε άρθρα του στους διαδικτυακούς τόπους της “Αλήθειας και της εφημ. “Χιώτικη διαφάνεια”.

** Φανατισμός χαρακτηρίζεται “η τυφλή προσήλωση σε ιδέες ή πεποιθήσεις, η οποία φτάνει στην αδιάλλακτη στάση και έχθρα εναντίον εκείνων που έχουν διαφορετικούς ιδεολογικούς στόχους και προσανατολισμούς” (στο ίδιο).

Η λέξη προέρχεται από το λατιν. Fanum που σημαίνει την μετ’ εμπαθείας προσήλωση σε κάποιες αντιλήψεις, κυρίως πολιτικές αλλά και οπαδικές πρβλ. τη λ. fan η οποία αναφέρεται στον οπαδικό φανατισμό‧ χωρίς να εξαιρείται βέβαια ο θρησκευτικός φανατισμός όπως και η θρησκοληψία. Όλα αυτά προέρχονται από το ελληνικό “φανός” από το ρ. φαίνω ( φανjω, φαίνω) που σημαίνει φωτίζω, φανερώνω δια του λέγειν. πρβλ. το του Ησυχίου φᾶν = λέγειν, φα-μί, φημί‧ λέγω, ομιλώ.

 

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη