Γλωσσική θεωρητική προσέγγιση

Πέμ, 08/07/2021 - 08:02

Σύμφωνα με το Ετυμολογικόν το Μέγα (Ε.Μ) γλώσσα: «ἀπό τοῦ γνῶ, γνώσκω, γνῶσα και γλῶσσα. Ἡ ὑπό γνῶσιν ἄγουσα τά ἐν τῇ διανοίᾳ… δι’ ἧς τά τῆς ψυχῆς βουλεύματα, γιγνώσκομεν…»
 

Κατά τον Πλάτωνα (Σοφιστής 263d) «Δοιάνοια μεν και λόγος ταυτόν. Πλήν ο μεν εντός της ψυχής προς αυτήν διάλογος άνευ φωνής γιγνόμενος, τούτ’ αυτό επωνομάσθη διάνοια.» Άρα ο λόγος είναι φωνή, σκέψη, υπολογισμός, αναλογία. Ουσιαστικά, ό,τι έχει σχέση με τη Λογική. Έτσι, αντιλαμβάνεται κανείς, πως η γλώσσα δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από τους ομιλητές της.

Επομένως το νόημα σ’ αυτήν μπορεί να δοθεί με βάση την ομιλία, και η σπουδή της μπορεί να γίνει με βάση την προέλευση και τη συγγένειά της με την αρχαία (μητρική) γλώσσα καθώς και την επίδρασή της στη σύγχρονη ομιλουμένη αλλά και γραπτή.

Ωστόσο είναι ανάγκη να γίνει κατανοητό πως η σημερινή γλώσσα είναι μία φάση της αρχαίας Ελληνικής, έστω και αν κάποιες λέξεις δεν είναι «ακριβώς» ίδιες ή παρουσιάζουν κάποιες διαφορές με τις αντίστοιχες αρχαίες. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός ο οποίος εξελίσσεται και διαμορφώνεται στην πορεία, έστω και αν σε πολλές περιπτώσεις αυτή εμφανίζει φθορά, αλλοίωση ακόμα και στοιχεία παρακμής.

Είναι όμως φανερό πως καμία γλώσσα δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τους ομιλητές της, μια και οι χρήστες της είναι αυτοί που προσλαμβάνουν ακόμα και επινοούν κατάλληλες λέξεις στην ομιλία τους ή στη γραφή τους. Επομένως, μπορεί να πιστέψει κανείς στην «Δαρβινική θεώρηση της γλώσσας» γιατί, έστω και αν αυτή παρακμάσει, ποτέ δεν πεθαίνει όσο υπάρχουν χρήστες της.
 

Ας θυμηθούμε ή ας συσχετίσουμε επί του προκειμένου τους χαρακτηριστικούς στοίχους τού Δροσίνη που μας λένε:
«Και στης ζωής τους πιο βαριούς χειμώνες /Αλκυονίδες μέρες καρτερώ». Και ας πιστέψουμε πως η ελληνική ως παγκόσμιο κτήμα θα επιζήσει όπως ο Παρθενών· μια και αυτή υπάρχει μέσα στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου. Μην ξεχνάμε πως ο
Gοethe είχε πει, πως μόνο οι έλληνες γεννιούνται πολιτισμένοι (λόγω της ελληνικής γλώσσας).

 

Αν και η γλώσσα «αλλάζει εις τα χείλη των ομιλούντων αυτήν», εν τούτοις δεν μπορεί να την κατακτήσει κανείς χωρίς διδασκαλία – σπουδή με το αιτιολογικό ότι την μαθαίνει από τη μάνα του ως μητρική.
 

Η γλώσσα μας, όπως και κάθε γλώσσα είναι μία κληρονομιά από την αρχαία, η οποία όμως χρειάζεται τη γνώση της ετυμολογίας προκειμένου αυτή να μελετηθεί, να ερευνηθεί αλλά και να διαπιστωθεί η πορεία της η οποία έχει σχέση και με τη νοηματική εξέλιξη αλλά και συνέχειά της. Εδώ να επισημάνουμε πως η ελληνική υπερβαίνει την σημειολογία και εκφράζεται προσαρμοσμένη στην εννοιολογική της συσχέτιση, παρόλο που και αυτή έχει σε πολλές περιπτώσεις διαφοροποιηθεί εννοιολογικά από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα· όπως για παράδειγμα, το ρήμα παιδεύω στα α.ε. σημαίνει εκπαιδεύω, και στα ν.ε. τυραννώ, διαφορά που έγκειται στην ιουδαϊκή – χριστιανική προσέγγιση. Όπως ακριβώς έγινε και με το ρ. αμαρτάνω που στην α.ε. σημαίνει αστοχώ…

Η προσέγγιση αυτή εντοπίζεται ακόμα και σε φράσεις, όπως όταν π.χ λέμε: ο ήλιος βασιλεύει. Αυτό εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράξενο τη στιγμή που δύει - «χάνεται» ο ήλιος.

Ωστόσο η … «βασιλεία» αυτή, δηλ. τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος έχουν σχέση με τα χρώματα της πορφύρας των βασιλέων! Εκτός λοιπόν από τον πλούτο, στην μοναδικότητα της γλώσσας μας συνέβαλε και η συνέχειά της, καθότι αυτή ουδέποτε έπαψε να μιλιέται και να γράφεται και με τον τρόπο αυτό να εξελίσσεται.

Ας μη ξεχνάμε πως κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους αυτή έγινε διεθνής με την αλεξανδρινή κοινή, αλλά και τη συγγραφή της Παλαιάς Διαθήκης και των κωδίκων της Καινής καθώς και την μετάφραση των εβδομήκοντα.
 

Και επειδή αναφερθήκαμε στο νοηματικό περιεχόμενο της ελληνικής, να πούμε πως είναι διαφορετικό απ’ αυτό των νοημάτων και χειρονομιών με βάση τις οποίες καταλαβαίνουν όσοι έχουν πρόβλημα ακοής και όχι μόνο.

Η πλαστικότητα τής γλώσσας μπορεί να πεί κανείς πως εξαρτάται και από τη νόηση, αλλά και το επίπεδο των χρηστών της· και ως προς τούτο δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς πως η κατανόησή της τουλάχιστον σε επίπεδο χρηστών λειτουργεί με βάση μαθηματικά μοντέλα.
 

Έτσι, πιστεύω πως η γλώσσα δεν είναι μόνο για να συνεννοούμαστε, αλλά και να κατανοεί ο ένας τον άλλο χρησιμοποιώντας υλικό που να είναι κοινό και προσιτό για όλους και το οποίο δεν χρήζει άμεσης ανάλυσης…
 

Παρόλα αυτά, τη γλώσσα δε πρέπει να την βλέπουμε ούτε και να την αντιμετωπίζουμε επιδερμικά, επειδή τα γλωσσικά φαινόμενα δεν μπορούν να εξηγηθούν χωρίς την εφαρμογή μιάς θεωρίας η οποία είναι αναγκαία για την κάλυψη κάθε τέχνης ή επιστήμης. Πόσο μάλλον της γλωσσικής η οποία ρυθμίζει αδιαμφισβήτητα την πορεία και το μέλλον τής νοητικής εξέλιξης τού ανθρώπου.

 

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη